Η

έφεση

είναι το ένδικο μέσο με το οποίο ο διάδικος παραπονείται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο για σφάλματα της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Παραδεκτό έφεσης

Κατά ποιων αποφάσεων ασκείται έφεση

Έφεση επιτρέπεται να ασκηθεί κατά απόφασης Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου που παραπέμπει την υπόθεση σε κατώτερο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας του ανώτερου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση 10/2018 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια άρ.47 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.πρώτο ν.4335/2015 άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, η απόφαση κατώτερου δικαστηρίου που παραπέμπει την υπόθεση σε ανώτερο δικαστήριο δεν υπόκειται σε έφεση 10/2018 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια άρ.47 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.πρώτο ν.4335/2015 άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 31-12-2015, η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου ή του πολυμελούς πρωτοδικείου που παραπέμπει την υπόθεση σε κατώτερο δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας του ανώτερου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε έφεση 10/2018 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια άρ.47 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.47 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση είναι μη οριστική, και δεν έχει εκδοθεί ακόμη οριστική απόφαση, η έφεση κατά των οριστικών διατάξεων της απόφασης είναι απαράδεκτη άρ.513 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ. Έφεση κατά οριστικής απόφασης συμπροσβάλλει και τις μη οριστικές διατάξεις της, ακόμη και αν δεν απευθύνεται εναντίον τους ρητά η έφεση άρ.513 παρ.2 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών, η έφεσης κατά της απόφασης είναι απαράδεκτη άρ.512 ΚΠολΔ άρ.466 ΚΠολΔ. Η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη είναι οριστική, και επιδέχεται έφεση 1528/2008 ΑΠ. Κατ' άλλη άποψη, η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη δεν είναι οριστική, και δεν επιδέχεται έφεση 82/2012 Εφ.Δωδεκανήσου 715/2010 Εφ.Αθηνών. Κατά την ίδια άποχη, ο διάδικος δικαιούται να διορθώσει την έλλειψη και να επαναφέρει τη συζήτηση με κλήση 82/2012 Εφ.Δωδεκανήσου 715/2010 Εφ.Αθηνών. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και δεν πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής, ούτε για υπόθεση εκδικαζόμενη κατά τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων αλλά για οριστική επίλυση διαφοράς, η έφεση κατά της απόφασης είναι απαράδεκτη άρ.699 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής, μπορεί να ασκηθεί έφεση άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφορώντας όχι λήψη, μεταρρύθμιση ή ανάκληση ασφαλιστικού μέτρου, αλλά οριστική επίλυσης διαφοράς, μπορεί να ασκηθεί έφεση 1857/2011 ΑΠ 402/2003 ΑΠ.

Ποιος ασκεί την έφεση

Κατά την τακτική διαδικασία και τις ειδικές διαδικασίες, έφεση δικαιούται να ασκήσει Έφεση δικαιούνται να ασκήσουν και Αν ο διάδικος στην πρωτοβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στη δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ασκήσουν την έφεση οι έχοντες αρχικά τη γονική μέριμνα, αντί να την ασκήσει ο πλέον ενήλικος στο όνομά του, η έφεση ασκείται απαράδεκτα 705/2006 Εφ.Λάρισας.

Κατά ποιων ασκείται η έφεση

Αν πρόκειται για δίκη διανομής, η έφεση απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων πλην του εκκαλούντος 617/2014 ΑΠ, λόγω αναγκαστικής ομοδικίας όλων των διαδίκων 177/2017 ΑΠ άρ.517 εδ.2 ΚΠολΔ Αν δεν πρόκειται για δίκη διανομής, και υπάρχει αναγκαστική ομοδικία των αντιδίκων, η έφεση απευθύνεται Αν δεν πρόκειται για δίκη διανομής, και δεν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία των αντιδίκων, η έφεση απευθύνεται Αν ο διάδικος στην πρωτόβάθμια δίκη ήταν ανήλικος, και νόμιμοι αντιπρόσωποί του στην πρωτόβάθμια δίκη ήταν οι έχοντες τη γονική μέριμνα αυτού, και ο διάδικος έχει ήδη ενηλικιωθεί κατά την άσκηση της έφεσης, και ο εκκαλών έχει λάβει γνώση της ενηλικίωσης μέχρι την άσκηση της έφεσης, ο εκκαλών πρέπει να στρέψει την έφεσή του εναντίον του πλέον ενηλίκου και όχι εναντίων των αρχικά ασκούντων τη γονική μέριμνα αντ' αυτού, διαφορετικά η έφεση είναι απαράδεκτη ως προς τον πλέον ενήλικο 705/2006 Εφ.Λάρισας. Αν ο εκκαλών απευθύνει την έφεσή του κατά ομοδίκου του, και η απόφαση δεν περιλαμβάνει διάταξη επωφελή για τον ομόδικο και επιβλαβή για τον εκκαλούντα, η έφεση απορρίπτεται ως προς αυτόν τον ομόδικο ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος 177/2017 ΑΠ. Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε ενάγων είναι ταυτόχρονα και εναγόμενος 177/2017 ΑΠ. Στη δίκη διανομής ακινήτου, κάθε διάδικος είναι αναγκαία ομόδικος των υπολοίπων διαδίκων 177/2017 ΑΠ. Στη δίκη διανομής ακινήτου, αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των υπολοίπων διαδίκων, η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη 617/2014 ΑΠ 177/2017 ΑΠ άρ.517 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.478 ΚΠολΔ. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ εκκαλούντος και ομοδίκου του, πλην επί διανομής ακινήτου, ο εκκαλών δεν απαιτείται να απευθύνει την έφεσή του και κατά των αναγκαία ομοδίκων του 617/2014 ΑΠ 63/1981 ΑΠ Ολομέλεια. Αν ο εκκαλών δεν απευθύνει την έφεσή του κατά των αναγκαία ομοδίκων του, και δεν κοινοποιήσει την έφεσή του στους αναγκαία ομοδίκους του, και δεν εμφανιστούν στη συζήτηση, η συζήτηση της έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτη 192/2012 ΑΠ. Η έφεση πρέπει να στρέφεται και κατά της πρωτόδικης απόφασης. Αν ασκηθεί έφεση κατά απόφασης που εκδόθηκε κατά την εκούσια δικαιοδοσία, και η έφεση δεν απευθύνεται κατά των αναγκαία ομοδίκων, και δεν εμφανιστούν αυτοβούλως κατά την εκδίκαση της έφεσης, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη από μόνο τον λόγο αυτό 181/2017 Εφ.Πειραιώς άρ.762 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο δύναται να διατάξει την κλήτευση των αναγκαία ομοδίκων αυτών 181/2017 Εφ.Πειραιώς άρ.762 ΚΠολΔ άρ.748 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.760 εδ.1 ΚΠολΔ.

Προθεσμία άσκησης έφεσης

Διαδικασία Διαμονή στην Ελλάδα Διαμονή στο εξωτερικό ή αγνώστου διαμονής Έναρξη προθεσμίαςΑναστολή προθεσμίας από 1η-31η Αυγούστου
Τακτική διαδικασία 30 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ 60 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΝαι άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ
Μισθωτική διαφορά (για αποφάσεις δημοσιευμένες έως και 31-12-2015) 15 ημέρες άρ.652 παρ.1 ΚΠολΔ 30 ημέρες άρ.652 παρ.1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΌχι
Διαφορές προσβολών από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (για αποφάσεις δημοσιευμένες έως και 31-12-2015) 15 ημέρες άρ.681 Δ παρ.5 ΚΠολΔ30 ημέρες άρ.681 Δ παρ.5 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΝαι άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ
Εκούσια δικαιοδοσία (παροχή κληρονομητηρίου)20 ημέρες άρ.824 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ 20 ημέρες άρ.824 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ επόμενη της δημοσίευσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΌχι
Ασφαλιστικά μέτρα (νομής)10 ημέρες άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ10 ημέρες άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΌχι
Ασφαλιστικά μέτρα (περί οριστικής επίλυσης διαφοράς, όχι περί λήψης ή ανάκλησης ασφαλιστικού μέτρου) 1857/2011 ΑΠ 1526/2007 ΑΠ 402/2003 ΑΠ 30 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ 60 ημέρες άρ.518 παρ.1 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΝαι άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ
Απορριπτικής απόφασης περί Ευρωπαϊκής Διαταγής Δέσμευσης Λογαριασμού 30 ημέρες άρ.738 Α παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ 30 ημέρες άρ.738 Α παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ επόμενη της γνωστοποίησης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΝαι άρ.147 παρ.2 ΚΠολΔ
Απόφαση περί εκτέλεσης προσωπικής κράτησης 5 ημέρες άρ.1054 παρ.2 ΚΠολΔ 5 ημέρες άρ.1054 παρ.2 ΚΠολΔ επόμενη της επίδοσης της απόφασης άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔΌχι
Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο, η προθεσμία της έφεσης είναι, για όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 30 ημέρες 328/2005 ΑΠ άρ.9 κδ.26-06/10-07-1944. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δήμος, η προθεσμία της έφεσης είναι, για όλους τους διαδίκους, τουλάχιστον 30 ημέρες 328/2005 ΑΠ άρ.276 παρ.1 εδ.2 ν.3463/2006 άρ.9 κδ.26-06/10-07-1944. Η προθεσμία της έφεσης δεν επεκτείνεται σε 30 ημέρες για όλα τα ΝΠΔΔ 183/2014 Μον.Εφ.Πατρών. Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠολΔ; Οι προθεσμίες σε δίκες με εναγόμενο ή ενάγοντα το Δημόσιο αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών άρ.11 εδ.1 κδ.26-06/10-07-1944 άρ.12 ν.3514/2006. Το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1η Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) αναστέλει τις προθεσμίες ενδίκων μέσων επί αποφάσεων στις οποίες το Δημόσιο είναι ενάγων ή εναγόμενο 12/2012 ΑΠ Ολομέλεια άρ.11 κδ.26-06/10-07-1944. Κατ' εξαίρεση, περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, η αναστολή ισχύει μόνο για το διάστημα από 1 έως και 31 Αυγούστου άρ.25 ν.3610/2007. Η προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για έφεση επί ακυρωτικής δίκης δεν αναστέλλεται από τις δικαστικές διακοπές 1780/2006 ΣτΕ Ολομέλεια. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν το Δημόσιο, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) άρ.11 κδ.26-06/10-07-1944 12/2002 ΑΠ Ολομέλεια 2808/2002 ΣτΕ άρ.11 παρ.2 ν.1756/1988 328/2005 ΑΠ. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν Δήμος, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) 1476/2004 ΣτΕ άρ.276 παρ.1 ν.3463/2006 άρ.9 κδ.26-06/10-07-1944 12/2002 ΑΠ Ολομέλεια 2808/2002 ΣτΕ άρ.11 παρ.2 ν.1756/1988 328/2005 ΑΠ. Αν ένας από τους διαδίκους ήταν ΝΠΔΔ πέραν Δήμου, η προθεσμία έφεσης που ξεκινά με την επίδοση της απόφασης αναστέλλεται για όλους τους διαδίκους κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1 Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) άρ.28 παρ.4 εδ.1 ν.2579/1998 άρ.11 κδ.26-06/10-07-1944 1337/2014 ΑΠ 12/2002 ΑΠ Ολομέλεια 2808/2002 ΣτΕ άρ.11 παρ.2 ν.1756/1988 328/2005 ΑΠ. Η έφεση μπορεί να ασκηθεί και πριν την επίδοση της απόφασης, ακόμη και την ίδια την ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης άρ.499 ΚΠολΔ. Η προθεσμία έφεσης που αρχίζει με την επίδοση της απόφασης ισχύει και για τον επιδόσαντα την απόφαση, όπως και για τον παραλαβόντα το δικόγραφο της έφεσης άρ.144 παρ.2 ΚΠολΔ. Αν οι διάδικοι είναι απλοί ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης μόνο γι' αυτόν, όχι και για τους υπόλοιπους άρ.75 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν οι διάδικοι είναι αναγκαία ομόδικοι, η επίδοση της έφεσης σε έναν από αυτούς αποτελεί αφετηρία προθεσμίας έφεσης και γι' αυτόν και για τους υπόλοιπους άρ.76 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.76 παρ.4 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος που δικαιούται να ασκήσει έφεση αποβιώσει, η προθεσμία έφεσης αρχίζει από την επίδοση της απόφασης στους καθολικούς διαδόχους ή κληροδόχους άρ.518 παρ.3 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε από 01-01-2016 και μετά, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 2 έτη από τη δημοσίευση της απόφασης 10/2018 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια άρ.518 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.τρίτο ν.4335/2015 άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση που περατώνει τη δίκη δημοσιεύτηκε έως και 31-12-2015, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία άσκησης της έφεσης είναι 3 έτη από τη δημοσίευση της απόφασης 10/2018 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια άρ.518 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.ένατο παρ.2 ν.4335/2015 άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκούσιας δικαιοδοσίας αφορά σε απαγγελία υιοθεσίας, και η απόφαση δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης είναι ένα έτος από τη δημοσίευση της απόφασης άρ.800 παρ.3 ΚΠολΔ. Αν κατατεθεί εμπρόθεσμα έφεση, και κατατεθεί εκπρόθεσμα έφεση από τον εφεσίβλητο, και η εκπρόθεσμη έφεση προσβάλλει τα εκκληθέντα ή τα αναγκαστικά συνεχόμενα με αυτά κεφάλαια της κατά το πρώτον εφεσίβλητης απόφασης, η εκπρόθεσμη αυτή έφεση μπορεί να θεωρηθεί ως αντέφεση 1716/2004 Εφ.Αθηνών 246/1979 ΑΠ. Το αν ο αντίδικος διαμένει στην Ελλάδα, στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής κρίνεται κατά τον χρόνο της επίδοσης. Αν η επίδοση γίνεται σε νομικό πρόσωπο, κρίσιμος για τον προσδιορισμό της έδρας είναι ο τόπος πραγματικής διοίκησής του, ως τόπος πραγματικής έδρας, και όχι απλά η καταστατική του έδρα 2/1999 ΑΠ.

Προθεσμία κατάθεσης προτάσεων

Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης άρ.524 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, αν η πρωτόδικη συζήτηση είχε διεξαχθεί κατ' αντιμωλία, οι προτάσεις κατατίθενται έως την έναρξη της συζήτησης άρ.524 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Για τις εφέσεις που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, αν η πρωτόδικη συζήτηση είχε διεξαχθεί ερήμην, ακολουθείται η προθεσμία κατάθεσης προτάσεων που ίσχυε και πρωτόδικα άρ.524 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ 293/2005 ΑΠ.

Προβολή ισχυρισμών

Πραγματικός ισχυρισμός που αποτελεί ένσταση ή αντένσταση μπορεί να προβληθεί κατ' εξαίρεση για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου 712/2008 Εφ.Πατρών. Δικαστική ομολογία του αντιδίκου υπάρχει αν αυτή περιέχει ουσιώδες πραγματικό γεγονός επιζήμιο γι' αυτόν 712/2008 Εφ.Πατρών. Η ένσταση παραγραφής μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν περιλαμβάνονται στην αγωγή 712/2008 Εφ.Πατρών. Στις εργατικές διαφορές, η πρόσθετη παρεμβαση μπορεί να ασκηθεί και προφορικά στο πρωτόδικο δικαστήριο, αλλά δεν μπορεί να ασκηθεί προφορικά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 1065/2002 Εφ.Πειραιά 864/1976 ΑΠ.

Εφαρμοστέος νόμος στο Εφετείο

Το Εφετείο εφαρμόζει κατ' αρχήν τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης άρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ. Αν ο νεότερος νόμος περιέχει ρητή διάταξη ότι ο νεότερος νόμος εφαρμόζεται στις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου δίκες, και δεν παραβιάζονται συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα, το Εφετείο εφαρμόζει τον νεότερο νόμο 148/2017 ΑΠ.

Πρόσθετοι λόγοι έφεσης

Για το παραδεκτό της άσκησης πρόσθετων λόγων έφεσης, πρέπει πριν την τιθέμενη προθεσμία να έχει συντελεστεί και η κατάθεση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων και η επίδοσή του στον εφεσίβλητο 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια. Η προθεσμία κατάθεσης και επίδοσης των πρόσθετων λόγων έφεσης έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, όχι αναγκαστικά την ημέρα που ορίστηκε αρχικά προς συζήτηση, ή η οποία προσδιορίστηκε μετά από αναβολή ή ματαίωση 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια. Αν η εφετειακή απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, η παραπάνω προθεσμία έχει ως χρονική αφετηρία την ημέρα κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της στο δικαστήριο της παραπομπής 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια. Η απόφαση αναιρείται στο σύνολό της, όταν η αναιρετική απόφαση δεν περιορίζει την αναίρεση, με σχετική διάταξη του διατακτικού της, σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, ή ως προς μερικούς μόνο από τους διαδίκους 25/2007 ΑΠ Ολομέλεια.

Περιεχόμενο έφεσης

Το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, αίτηση και τους λόγους αυτής 170/2014 ΑΠ. Η αοριστία του εφετηρίου δεν είναι δυνατό να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα και της αυτής ακόμη δίκης 1722/2006 ΑΠ. Το δικόγραφο της έφεσης που δεν περιέχει έναν τουλάχιστον ορισμένο λόγο έφεσης κηρύσσεται απαράδεκτο 1722/2006 ΑΠ.

Αίτηση της έφεσης

Η αίτηση της έφεσης είναι ορισμένη αν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ. 170/2014 ΑΠ.

Λόγοι έφεσης

Οι λόγοι της έφεσης συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου 170/2014 ΑΠ.

Πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων

Στα πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων 170/2014 ΑΠ. Η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων προσδιορίζεται επαρκώς ως λόγος έφεσης αν αναφέρεται στην έφεση ότι εξαιτίας της πλημμελούς εκτίμησης των αποδείξεων το δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό 170/2014 ΑΠ. Η εξειδίκευση στην περίπτωση αυτή των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι αναγκαία 170/2014 ΑΠ. Το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού με βάση την καθολική αυτή επανεκτίμηση, και όχι με βάση τα συνδεόμενα με αυτήν μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος 170/2014 ΑΠ άρ.522 ΚΠολΔ άρ.534 ΚΠολΔ.

Παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου

Ο λόγος έφεσης με τον οποίο προβάλλεται παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου είναι αόριστος αν δεν μνημονεύεται σ' αυτόν ο κανόνας δικαίου που παραβιάσθηκε και με ποιο τρόπο χώρησε η παραβίαση αυτού 170/2014 ΑΠ.

Ακύρωση διάταξης για το προσωρινά εκτελεστό

Ο λόγος έφεσης που αναφέρεται σε σφάλμα της εκκαλούμενης απόφασης σχετικά με διάταξή της για το προσωρινά εκτελεστό είναι αλυσιτελής, γιατί με την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η εκκαλούμενη καθίσταται τελεσίδικη και εκτελεστή 1147/2012 Εφ.Αθηνών.

Ανασταλτικό αποτέλεσμα

Περιεχόμενο ανασταλτικού αποτελέσματος

Όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δεν μπορεί να εκτελεστεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άρ. 519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα: Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν δεν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου άρ.519 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση δεν είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά του αντιδίκου άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και η απόφαση είναι προσωρινά εκτέλεστή άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, και η απόφαση πρόκειται να εκτελεστεί κατά τρίτου άρ.521 παρ.2 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης είναι άκυρη, επιτρέπονται όμως τα ασφαλιστικά μέτρα άρ.521 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν έχει παρέλθει η προθεσμία της έφεσης άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, και δεν έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση άρ.519 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, η πράξη εκτέλεσης βάσει της πρωτόδικης απόφασης δεν είναι άκυρη από μόνο τον λόγο αυτό άρ.519 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ.

Διάρκεια ανασταλτικού αποτελέσματος

Η ανασταλτική ισχύς της έφεσης διαρκεί καθ' όλη τη διάρκεια της προθεσμίας της έφεσης άρ.519 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί εμπρόθεσμα έφεση, η ανασταλτική ισχύς της έφεσης διαρκεί μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης για την έφεση ή μέχρι να καταργηθεί με άλλο τρόπο η δευτεροβάθμια δίκη άρ.521 παρ.3 ΚΠολΔ.

Έφεση σε ασφαλιστικά μέτρα

Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και πρόκειται για ασφαλιστικά μέτρα περί νομής ή κατοχής, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, αφορώντας όχι λήψη, μεταρρύθμιση ή ανάκληση ασφαλιστικού μέτρου, αλλά οριστική επίλυσης διαφοράς, επιτρέπεται η άσκηση έφεσης 1857/2011 ΑΠ 1526/2007 ΑΠ 402/2003 ΑΠ. Με τα ασφαλιστικά μέτρα εξομοιώνονται και τα ρυθμιστικά κατάστασης μέτρα, όπως κατ' άρ.632 παρ.2 ΚΠολΔ, άρ.644 παρ.2 ΚΠολΔ, άρ.912 παρ.2 ΚΠολΔ, άρ.918 παρ.2 ΚΠολΔ, άρ.929 παρ.3 ΚΠολΔ, άρ.938 παρ.3 ΚΠολΔ, άρ.994 ΚΠολΔ, άρ.1019 παρ.1 ΚΠολΔ 1526/2007 ΑΠ. Αν ο εκκαλών ερημοδικήσει στην κατ' έφεση δίκη επί ασφαλιστικών μέτρων, η έφεσή του απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη 127/2012 Εφ.Λάρισας 222/2006 Πολ.Πρ.Λάρισας 2151/1997 Πολ.Πρ.Πειραιώς. Αν η απόφαση διατάξει ασφαλιστικά μέτρα, και βάσει της απόφασης επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση, και ασκηθεί ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτέλεσης, η ανακοπή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 298/2003 ΑΠ. Κατά της σχετικής απόφασης επί της ανακοπής δεν μπορεί να ασκηθεί έφεση 298/2003 ΑΠ.

Έφεση επί ασφαλιστικών μέτρων νομής

Στις αποφάσεις για ασφαλιστικά μέτρα νομής επιτρέπεται έφεση, εντός προθεσμίας 10 ημερών από την επίδοση της απόφασης άρ.734 παρ.3 εδ.1 ΚΠολΔ. Στα ασφαλιστικά μέτρα νομής, η προθεσμία έφεσης και η άσκησή της έφεσης δεν έχουν αυτοδίκαια ανασταλτικό αποτέλεσμα για την εκτελεστότητα της απόφασης άρ.734 παρ.4 ΚΠολΔ. Η αναστολή δύναται να διαταχθεί, αν το ζητήσει με αίτηση κατ' άρ.912 ΚΠολΔ ο διάδικος που νικήθηκε άρ.734 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.912 ΚΠολΔ. Η έφεση επί ασφαλιστικών μέτρων επί διατάραξης ή αποβολής από την νομή πρέπει να συζητηθεί και να εκδοθεί η απόφαση εντός της προθεσμίας ενός έτους από την διατάραξη ή την αποβολή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών. Η άσκηση της τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθηνών.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν ορίζεται διαφορετικά 989/1980 ΑΠ, ο νεότερος νόμος καταλαμβάνει και ρυθμίζει το ατέλεστο μέρος της δίκης 989/1980 ΑΠ 971/1979 ΑΠ. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων 1122/2015 ΑΠ 935/1995 ΑΠ, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων 935/1995 ΑΠ και ο χρόνος της άσκησης 935/1995 ΑΠ κρίνεται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης άρ.24 παρ.1 εδ.1 ΕισΝΚΠολΔ. Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων προσδιορίζεται τόσο από τη διαδικασία κατά την οποία πράγματι εκδικάσθηκε η υπόθεση, όσο και από την διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί κατά νόμο, αλλά δεν τηρήθηκε από σφάλμα 1886/1994 ΑΠ. Αν ασκηθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και από την άσκηση της έφεσης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης νεότερος νόμος αλλάξει τον τρόπο συγκρότησης της σύνθεσης του Εφετείου, το Εφετείο θα συγκροτηθεί με τον τρόπο που προβλέπει ο νεότερος νόμος 989/1980 ΑΠ 971/1979 ΑΠ.