Αναγκαστική εκτέλεση

Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο βάσει εκτελεστού τίτλου άρ.904 παρ.1 ΚΠολΔ.

Εκτελεστός τίτλος

Αναγκαστική εκτέλεση μπορεί να γίνει μόνο αν βασίζεται σε Η καταφατική δήλωση τρίτου επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί πράξη που ορίζεται ρητά από τον νόμο ως εκτελεστός τίτλος ΑΠ 1297/2011 άρ.989 εδ.1 υποεδ.1 ΚΠολΔ άρ.988 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.904 παρ.2 περ.ζ ΚΠολΔ. Αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνει αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής άρ.916 ΚΠολΔ.

Προσωρινή εκτελεστότητα

Η προσωρινή εκτελεστότητα οριστικής απόφασης κηρύσσεται από το δικαστήριο άρ.908 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.910 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος που νίκησε υπέβαλε σχετικό αίτημα άρ.907 ΚΠολΔ, και η κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας είναι δυνητική άρ.908 παρ.1 ΚΠολΔ, και το δικαστήριο δεν πιθανολογεί ότι η εκτέλεση θα βλάψει ανεπανόρθωτα τον διάδικο που ηττήθηκε άρ.908 παρ.2 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή άρ.908 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος που νίκησε υπέβαλε σχετικό αίτημα άρ.907 ΚΠολΔ, και η κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας είναι υποχρεωτική άρ.910 ΚΠολΔ, το δικαστήριο κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή άρ.910 ΚΠολΔ. Αν η κήρυξη της προσωρινής εκτελεστότητας είναι ανεπίτρεπτη, το δικαστήριο δεν κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή άρ.909 ΚΠολΔ.

Δυνητική κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας

Το δικαστήριο μπορεί να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή Ιδίως

Παροχή ανάλογης εγγύησης

Αν συντρέχει περίπτωση δυνητικής κήρυξης της προσωρινής εκτελεστότητας, και υποβάλει αίτημα ο διάδικος που ηττήθηκε, και το δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, το δικαστήριο μπορεί να εξαρτήσει την προσωρινή εκτέλεση της απόφασης από την παροχή ανάλογης εγγύησης από τον διάδικο που νίκησε άρ.911 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.908 ΚΠολΔ. Σπουδαίοι λόγοι συντρέχουν ιδίως αν, η οικονομική κατάσταση του διαδίκου που νίκησε ή άλλοι λόγοι, δημιουργούν τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση σε περίπτωση που η απόφαση μεταρρυθμιστεί ή εξαφανιστεί άρ.911 εδ.1 ΚΠολΔ. Η ανάλογη εγγύηση ορίζεται με την ίδια απόφαση άρ.911 εδ.1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο μπορεί αντί για εγγύηση να διατάξει να κατατεθεί δημόσια το χρηματικό ποσό ή το πράγμα που θα ληφθεί με την εκτέλεση, αν καταδέχεται κατάθεση, ώσπου να εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση άρ.911 εδ.2 ΚΠολΔ.

Υποχρεωτική κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας

Το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να κηρύξει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή:

Ανεπίτρεπτη κήρυξη προσωρινής εκτελεστότητας

Δεν επιτρέπεται η κήρυξη απόφασης προσωρινά εκτελεστής Η απόφαση, ακόμη και αν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, δεν είναι προσωρινά εκτελεστή όσον αφορά το κονδύλιο της δικαστικής δαπάνης 5428/2010 Μον.Πρ.Αθηνών (ασφαλιστικά μέτρα) άρ.909 περ.2 ΚΠολΔ.

Εύρος προσωρινής εκτελεστότητας

Αν η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, και το ποσό για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή καταλαμβάνει το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού, η απόφαση αποτελεί εκτελεστό τίτλο και για τους τόκους ΑΠ 630/2015 άρ.904 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ άρ.907 ΚΠολΔ άρ.908 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, και το ποσό για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή δεν καταλαμβάνει το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού, και η απόφαση περιέχει ειδική διάταξη για προσωρινή εκτελεστότητα και για τους τόκους, η απόφαση αποτελεί εκτελεστό τίτλο και για τους τόκους ΑΠ 630/2015 άρ.904 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ άρ.907 ΚΠολΔ άρ.908 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, και το ποσό για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή δεν καταλαμβάνει το σύνολο του επιδικασθέντος ποσού, και η απόφαση δεν περιέχει ειδική διάταξη για προσωρινή εκτελεστότητα και για τους τόκους, η απόφαση δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο για τους τόκους ΑΠ 630/2015 άρ.904 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ άρ.907 ΚΠολΔ άρ.908 ΚΠολΔ. Το ίδιο ισχύει για όλες τις παρεπόμενες απαιτήσεις, όπως είναι και οι τόκοι ΑΠ 630/2015 άρ.909 περ.2 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα δεν περιλαμβάνονται στο ποσό για το οποίο μπορεί να κηρύχθεί προσωρινά εκτελεστή η πρωτόδικη απόφαση ΑΠ 630/2015.

Προσωρινή εκτελεστότητα κατά Δημοσίου και ΟΤΑ

Κατά του Δημοσίου, των Δήμων, και των κοινοτήτων επιτρέπεται η προσωρινή εκτέλεση Ολομ. ΑΠ 21/2001 2447/2010 Πολ.Πρ.Αθηνών 78/1999 Ειρ.Λευκάδας. Κατ' άλλη άποψη, κατά του Δημοσίου, των Δήμων και των κοινοτήτων δεν επιτρέπεται η προσωρινή εκτέλεση 11/2010 Ειρ.Κρεστενών άρ.618 ΚΠολΔ άρ.909 ΚΠολΔ.

Αναστολή προσωρινής εκτελεστότητας

Αν απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή κατά το άρ.908 ΚΠολΔ ή άρ.909 ΚΠολΔ, και ασκήθηκε εμπρόθεσμα ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση κατά αυτής, και δεν έχει συζητηθεί η υπόθεση στο ακροατήριο της ανακοπής ή της έφεσης, και υποβάλει αίτηση ο διάδικος που νικήθηκε, και πιθανολογείται η ευδοκίμηση της ανακοπής ερημοδικίας ή της έφεσης, το δικαστήριο μπορεί να αναστείλει ολικά ή μερικά την εκτέλεση μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση άρ.912 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν υπάρχει όρος εγγύησης, αυτή ορίζεται από την απόφαση που διατάζει την αναστολή άρ.912 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αναστολή διατάσσεται από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση άρ.912 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ. Η αίτηση συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων άρ.912 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.686 ΚΠολΔ. Κατά τη συζήτηση καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος του αιτούντος: Για να διαταχθεί η αναστολή της προσωρινής εκτελεστότητας πρέπει να ασκηθεί εμπρόθεσμα ανακοπή ή έφεση κατά τη συζήτηση της απόφασης που εκδόθηκε. Για την ως άνω άσκηση της έφεσης απαιτείται η κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, και η σύνταξη έκθεσης περί αυτού από τον αρμόδιο Γραμματέα, χωρίς να απαιτείται να έχει προσδιοριστεί και δικάσιμος για την συζήτηση ή να έχει επιδοθεί αντίγραφο της έφεσης στον αντίδικο 21230/2003 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφαλ). Μετά την αίτηση, το δικαστήριo μπορεί να διατάξει την αναστολή σε κάθε στάση της δίκης. Μπορεί ακόμη, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης να ανακαλεί τις σχετικές αποφάσεις που εξέδωσε, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση του διαδίκου που συνυποβάλεται με τις προτάσεις (όχι αυτοτελώς). Προφορική αίτηση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί να γινει όπου δεν κατατίθενται προτάσεις άρ.913 ΚΠολΔ.

Απόγραφο

Εκτελεστήριος τύπος

Για τον εκτελεστήριο τύπο, ανάλογα με το
Είδος εκτελεστού τίτλουΤο πρόσωπο που δίνει τον εκτελεστήριο τύπο
Απόφαση μονομελούς ελληνικού δικαστηρίουΟ δικαστής που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο άρ.918 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ
Απόφαση πολυμελούς ελληνικού δικαστηρίουΟ πρόεδρος του πολυμελούς δικαστηρίου που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο άρ.918 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ
Διαταγή πληρωμής ελληνικού δικαστηρίουΟ δικαστής που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο άρ.918 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ
Διαταγή ελληνικού δικαστηρίου, πέραν διαταγής πληρωμήςΟ δικαστής που εξέδωσε τον εκτελεστό τίτλο άρ.918 παρ.2 περ.α ΚΠολΔ
Καταφατική δήλωση τρίτου επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτουΟ ειρηνοδίκης στη γραμματεία του οποίου έγινε η δήλωση άρ.989 εδ.1 υποεδ.2 ΚΠολΔ
Πρακτικά μονομελούς ελληνικού δικαστηρίουΟ δικαστής που δίκασε άρ.918 παρ.2 περ.β ΚΠολΔ
Πρακτικά πολυμελούς ελληνικού δικαστηρίουΟ πρόεδρος του δικαστηρίου που δίκασε άρ.918 παρ.2 περ.β ΚΠολΔ
Συμβολαιογραφικό έγγραφοΟ συμβολαιογράφος άρ.918 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ
Διαιτητική αποφάσηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί ο εκτελεστός τίτλος άρ.918 παρ.2 περ.δ ΚΠολΔ
Αλλοδαπός τίτλοςΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κήρυξε τον τίτλο εκτελεστό άρ.918 παρ.2 περ.ε ΚΠολΔ
Αλλοδαπή διαιτητική απόφασηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που κήρυξε τον τίτλο εκτελεστό άρ.918 παρ.2 περ.ε ΚΠολΔ
Για να γίνει αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να εκδοθεί απόγραφο. Το απόγραφο είναι αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου που φέρει τον εκτελεστήριο τύπο (δηλ. αναφέρει ότι ο τίτλος εκδίδεται στο όνομα του Ελληνικού λαού και διατάσσει όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο). Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο. Απόγραφο δεν δίνεται αν δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση κατά τα άρ.915 έως 917 ΚΠολΔ (παροχή υπό αίρεση ή προθεσμία, αόριστη παροχή, μη έκδοση απόφασης ορισμού αξίας αντικαταστατών πραγμάτων που αφορά η εκτέλεση). Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνείται την έκδοσή του, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου με τη διαδικασία των 686 επ. (ασφαλιστικά μέτρα). Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει να χορηγεί στον επισπεύδοντα επίσημα αντίγραφα του δικαιογράφου που εκτελείται και των επιδοτηρίων της επιταγής, με τα οποία αυτός μπορεί να ενεργήσει νέα εκτέλεση κατά του οφειλέτη και κατά κάθε άλλου υπόχρεου, με κατάσχεση άλλης περιουσίας ή με προσωπική κράτηση αν έχει απαγγελθεί.

Διαταγή πληρωμής

Η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν εμποδίζει την έγερση αγωγής, καθώς δεν παράγει παράγει δεδικασμένο 1607/2006 Μον.Πρ.Αθηνών. Η έγερση αγωγής εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής 1607/2006 Μον.Πρ.Αθηνών. Κατά του Δημοσίου επιτρέπεται η εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής 255/2012 Εφ.Λάρισας. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η απαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται από νόμιμα συνταγμένο έγγραφο 89/2004 Ειρ.Μαραθέας. Αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρότι δεν υπήρχε νόμιμα συνταγμένο έγγραφο, υπόκειται σε ανακοπή 89/2004 Ειρ.Μαραθέας.

Αναγκαστική εκτέλεση σε αντικαταστατά πράγματα

Ο προσδιορισμός της αξίας αντικαταστατών πραγμάτων στα οποία αφορά η εκτέλεση γίνεται με απόφαση του Ειρηνοδικείου, αν η παροχή των πραγμάτων επιδικάστηκε από αυτό, και από το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Η απόφαση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρ.670 έως 676 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές).

Εκτέλεση βάσει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων

Η εκτέλεση βάσει απόφασης εκτελεστικών μέτρων περί αποβολής ή διατάραξης της νομής πρέπει να ολοκληρωθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από την αποβολή ή την διατάραξη 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας. Η άσκηση τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και με διαταγή πληρωμής 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα). Συντηρητική κατάσχεση επιτρέπεται και κατά του Δημοσίου, και δεν απαιτείται η παρέλευση 60 ημερών 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα).

Εκτέλεση κατά το άρ.945 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.945 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο δανειστής μπορεί να προβεί ο ίδιος στην ενέργεια της πράξης, με δαπάνες του οφειλέτη ΑΠ 1525/2010. Η ενέργεια αυτή εκ μέρους του δανειστή αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης ΑΠ 1525/2010. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης με ανακοπή κατά το άρ.933 ΚΠολΔ, αν προτείνει συμμόρφωση με την απόφαση ΑΠ 1525/2010. Αν ο δανειστής εκτελέσει την απόφαση με δαπάνες του, μπορεί να στραφεί με ξεχωριστή αγωγή κατά του οφειλέτη και να αναζητήσει τις αναγκαίες δαπάνες που κατέβαλε ΑΠ 1525/2010. Η επιδικαζόμενη με αυτόν τον τρόπο δαπάνη αποτελεί αποζημίωση του δανειστή, και όχι ποινή του οφειλέτη ΑΠ 1525/2010.

Εκτέλεση κατά το άρ.946 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.946 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, και της οποίας η επιχείρηση εξαρτάται αποκλειστικά από την βούληση του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για την περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ενεργήσει την πράξη. Αν το δικαστήριο δεν διατάξει χρηματική ποινή ή προσωπική κράτηση, η απόφαση γίνεται να διορθωθεί μετά από αίτηση διόρθωσής της άρ.315 ΚΠολΔ 3/2013 Πολ.Πρ.Ρόδου. Η συζήτηση περί της διόρθωσης διεξάγεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κύρια αγωγή. Η διάταξη του άρ.946 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής απαίτησης, όπου αντίθετα εφαρμόζεται το άρ.951 ΚΠολΔ ΑΠ 1914/2011. Η εκτέλεση της απόφασης όσον αφορά την χρηματική ποινή ακολουθεί την διαδικασία των άρ.951 επ. ΚΠολΔ, γιατί δεν υπάρχει στάδιο βεβαίωσης της παράβασης με νέα απόφαση ΑΠ 188/2014. Ειδική περίπτωση της εκτέλεσης κατ' άρ.946 ΚΠολΔ προβλέπεται για τον εργοδότη που υποχρεώνεται να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ΑΠ 966/2009 άρ.23 παρ.2 ν.1264/1982.

Εκτέλεση κατά το άρ.947 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.947 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε παράλειψη ή ανοχή πράξης. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφασης εκ μέρους του οφειλέτη άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 527/2013. Αν η απόφαση δεν περιέχει διάταξη περί χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, την σχετική υποχρέωση απαγγέλει με ξεχωριστή απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 527/2013. Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο και για τη βεβαίωση της παράβασης και την καταδίκη του οφειλέτη στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αγωγή περί βεβαίωσης της παράβασης και καταδίκης του οφειλέτη εκδικάζεται κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν η παράλειψη διατάχθηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η ανακοπή επί της επιταγής προς εκτέλεση συζητείται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Η εκτέλεση ξεκινά με επίδοση αντιγράφου της απόφασης ή αποσπάσματος της απόφασης με συνημμένη επιταγή προς εκτέλεση 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Αν η παράβαση έχει ενιαίο χρονικό χαρακτήρα, χωρίς διακοπές, το δικαστήριο μπορεί να επιβαλλει μία μόνο χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, ακόμη και αν απειλείται έμμεση εκτέλεση για κάθε μελλοντική παράβαση 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Κατά το μέρος που η διάταξη του άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, καθώς με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία ΑΠ 134/2015. Για την καταδίκη του οφειλέτη στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφασή του για την περίπτωση παράβασης των διατάξεών της, απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης ΑΠ 134/2015. Η με το άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ θεσπιζόμενη διαδικασία της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων ΑΠ 134/2015. Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του οι ποινές αθροιστικά, και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησής του ΑΠ 134/2015. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται η διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή, και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση ΑΠ 134/2015. Η αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση λόγω της παράβασης είναι αγωγή καταψηφιστική ΑΠ 134/2015. Ιδιαίτερο αίτημα για τη βεβαίωση της παράβασης δεν απαιτείται, διότι στο αίτημα για την καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση εμπεριέχεται και αίτημα για τη βεβαίωση της παράβασης, αφού η τελευταία αποτελεί τον πυρήνα της αγωγής και προϋπόθεση της καταδίκης ΑΠ 134/2015. Στη δίκη του άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ, περί βεβαίωσης της παράβασης υποχρέωσης παράλειψης ή ανοχής πράξης, λαμβάνονται στην ουσία ρυθμιστικά μέτρα για την εξασφάλιση της πορείας της εκτέλεσης, με απώτερο σκοπό την κάμψη της αντιτιθέμενης βούλησης του οφειλέτη και τον εξαναγκασμό του σε συμμόρφωση ΑΠ 134/2015. Η κατ' άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ αγωγή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ' άρ.614 επ. ΚΠολΔ άρ.947 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Η κατ' άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ δίκη είναι διαγνωστικού χαρακτήρα ΑΠ 134/2015. Αυτό που κατάγεται προς διάγνωση είναι η μία και μοναδική αξίωση του ενάγοντος προς επιβολή των νομίμων κυρώσεων που ενεργοποιούνται μέσω της πραγμάτωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της παράβασης ΑΠ 134/2015. Το πραγματικό γεγονός της παράβασης αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής και αντίστοιχα την αιτιολογία (ελάσσονα πρόταση) της εκδιδομένης απόφασης, και γι' αυτό πρέπει να προτείνεται και να αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ΑΠ 134/2015. Η διάγνωση της αξίωσης προς επιβολή των νόμιμων κυρώσεων οδηγεί στη συνέχεια στην επεύλεση της αιτούμενης έννομης συνέπειας, δηλαδή στην καταψήφιση της χρηματικής ποινής και στην απαγγελία της προσωπικής κράτησης ή της μίας εκ των δύο, κατά την από την αρχή της διάθεσης πηγάζουσα βούληση του ενάγοντα δανειστή, που εκδηλώνεται με το σχετικό προς τούτο αίτημα ΑΠ 134/2015.

Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως

Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως χωρεί μόνο αν η υποχρέωση του αντιδίκου για δήλωση βούλησης στηρίζεται ευθέως σε διάταξη νόμου ή σε δικαιοπραξία που είναι αγώγιμη και εκτελεστή 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας. Αν δεν υπάρχει τέτοια απαίτηση, η σχετική αγωγή είναι νόμω αβάσιμη 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των μέσων εκτέλεσης διέπεται, ως προς τη διαδικασία και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, από τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο ενέργειάς τους ΑΠ 1080/1979.