Αναγκαστική

εκτέλεση

δεν μπορεί να γίνει αν από τον εκτελεστό τίτλο δεν προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής άρ.916 ΚΠολΔ. Η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής με την οποία υποχρεώνεται ο καθ' ου να καταβάλει στον αιτούντα ορισμένο ποσό για κεφάλαιο και τους επ' αυτού τόκους υπερημερίας αποτελεί εκτελεστό τίτλο μόνο Η δικαστική απόφαση ή η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί εκτελεστό τίτλο για μη επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας ή δικαστικά έξοδα ΑΠ 305/2009. Εκτέλεση γίνεται μόνο όταν υπάρχει Η καταφατική δήλωση τρίτου επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτου αποτελεί πράξη που ορίζεται ρητά από τον νόμο ως εκτελεστός τίτλος ΑΠ 1297/2011 άρ.989 εδ.1 υποεδ.1 ΚΠολΔ άρ.988 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.904 παρ.2 περ.ζ ΚΠολΔ.

Εκτελεστήριος τύπος - Απόγραφο

Για να γίνει αναγκαστική εκτέλεση πρέπει να εκδοθεί απόγραφο. Το απόγραφο είναι αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου που φέρει τον εκτελεστήριο τύπο (δηλ. αναφέρει ότι ο τίτλος εκδίδεται στο όνομα του Ελληνικού λαού και διατάσσει όλα τα αρμόδια όργανα να εκτελέσουν τον τίτλο). Τον εκτελεστήριο τύπο δίνει
Είδος εγγράφουΠρόσωπο που δίνει τον εκτελεστήριο τύπο
ΑποφάσηΟ δικαστής που εξέδωσε την απόφαση
Διαταγή πληρωμήςΟ δικαστής που εξέδωσε την διαταγή
Άλλες διαταγές ελληνικών δικαστηρίωνΟ δικαστής που εξέδωσε την διαταγή
Πρακτικά ελληνικών δικαστηρίωνΟ δικαστής που δίκασε
Συμβολαιογραφικό έγγραφοΟ συμβολαιογράφος
Διαιτητική αποφάσηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην γραμματεία του οποίου έχει κατατεθεί.
Αλλοδαπός τίτλοςΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που την κήρυξε εκτελεστή
Αλλοδαπή εκτελεστή δικαστική απόφασηΟ δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου που την κήρυξε εκτελεστή
Καταφατική δήλωση επί κατάσχεσης στα χέρια τρίτουΟ ειρηνοδίκης στη γραμματεία του οποίου έγινε η δήλωση
Ένα μόνο απόγραφο δίνεται στον καθένα από εκείνους που έχουν έννομο συμφέρον. Άλλο απόγραφο μπορεί να δοθεί αν χαθεί εκείνο που δόθηκε ή για άλλο σοβαρό λόγο. Απόγραφο δεν δίνεται αν δεν μπορεί να γίνει εκτέλεση κατά τα άρ.915 έως 917 ΚΠολΔ (παροχή υπό αίρεση ή προθεσμία, αόριστη παροχή, μη έκδοση απόφασης ορισμού αξίας αντικαταστατών πραγμάτων που αφορά η εκτέλεση). Αν ο αρμόδιος για την έκδοση απογράφου αρνείται την έκδοσή του, η έκδοση μπορεί να ζητηθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο αρμόδιος για την έκδοση του απογράφου με τη διαδικασία των 686 επ. (ασφαλιστικά μέτρα). Ο υπάλληλος του πλειστηριασμού οφείλει να χορηγεί στον επισπεύδοντα επίσημα αντίγραφα του δικαιογράφου που εκτελείται και των επιδοτηρίων της επιταγής, με τα οποία αυτός μπορεί να ενεργήσει νέα εκτέλεση κατά του οφειλέτη και κατά κάθε άλλου υπόχρεου, με κατάσχεση άλλης περιουσίας ή με προσωπική κράτηση αν έχει απαγγελθεί.

Διαταγή πληρωμής

Η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν παράγει δεδικασμένο που να εμποδίζει την έγερση αγωγής. Η έγερση αγωγής όμως εμποδίζει την έκδοση διαταγής πληρωμής 1607/2006 Μον.Πρ.Αθηνών. Κατά του Δημοσίου επιτρέπεται η εκτέλεση βάσει διαταγής πληρωμής 255/2012 Εφ.Λάρισας. Για την έκδοση διαταγής πληρωμής, η απαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται από νόμιμα συνταγμένο έγγραφο 89/2004 Ειρ.Μαραθέας. Αν εκδοθεί διαταγή πληρωμής παρότι δεν υπήρχε νόμιμα συνταγμένο έγγραφο, υπόκειται σε ανακοπή 89/2004 Ειρ.Μαραθέας.

Αναγκαστική εκτέλεση σε αντικαταστατά πράγματα

Ο προσδιορισμός της αξίας αντικαταστατών πραγμάτων στα οποία αφορά η εκτέλεση γίνεται με απόφαση του Ειρηνοδικείου όταν η παροχή των πραγμάτων επιδικάστηκε από αυτό και από το Μονομελές Πρωτοδικείο σε κάθε άλλη περίπτωση. Η απόφαση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των άρ.670 έως 676 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές).

Εκτέλεση βάσει απόφασης ασφαλιστικών μέτρων

Η εκτέλεση βάσει απόφασης εκτελεστικών μέτρων περί αποβολής ή διατάραξης της νομής πρέπει να ολοκληρωθεί εντός προθεσμίας ενός έτους από την αποβολή ή την διατάραξη 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας. Η άσκηση τακτικής αγωγής περί νομής διακόπτει την παραγραφή 2678/2011 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Συντηρητική κατάσχεση

Συντηρητική κατάσχεση μπορεί να επιβληθεί και με διαταγή πληρωμής 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα). Συντηρητική κατάσχεση επιτρέπεται και κατά του Δημοσίου, και δεν απαιτείται η παρέλευση 60 ημερών 33296/2009 Μον.Πρ.Θεσσαλονίκης (ασφ. μέτρα).

Εκτέλεση κατά το άρ.945 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.945 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία μπορεί να γίνει και από τρίτο πρόσωπο. Στην περίπτωση αυτή, αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του, ο δανειστής μπορεί να προβεί ο ίδιος στην ενέργεια της πράξης, με δαπάνες του οφειλέτη ΑΠ 1525/2010. Η ενέργεια αυτή εκ μέρους του δανειστή αποτελεί μορφή αναπληρωματικής εκτέλεσης ΑΠ 1525/2010. Ο καθ' ου η εκτέλεση έχει δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις κατά της εκτέλεσης με ανακοπή κατά το άρ.933 ΚΠολΔ, αν προτείνει συμμόρφωση με την απόφαση ΑΠ 1525/2010. Αν ο δανειστής εκτελέσει την απόφαση με δαπάνες του, μπορεί να στραφεί με ξεχωριστή αγωγή κατά του οφειλέτη και να αναζητήσει τις αναγκαίες δαπάνες που κατέβαλε ΑΠ 1525/2010. Η επιδικαζόμενη με αυτόν τον τρόπο δαπάνη αποτελεί αποζημίωση του δανειστή, και όχι ποινή του οφειλέτη ΑΠ 1525/2010.

Εκτέλεση κατά το άρ.946 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.946 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε πράξη η οποία δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, και της οποίας η επιχείρηση εξαρτάται αποκλειστικά από την βούληση του οφειλέτη. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για την περίπτωση που ο οφειλέτης δεν ενεργήσει την πράξη. Αν το δικαστήριο δεν διατάξει χρηματική ποινή ή προσωπική κράτηση, η απόφαση γίνεται να διορθωθεί μετά από αίτηση διόρθωσής της άρ.315 ΚΠολΔ 3/2013 Πολ.Πρ.Ρόδου. Η συζήτηση περί της διόρθωσης διεξάγεται με την ίδια διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κύρια αγωγή. Η διάταξη του άρ.946 ΚΠολΔ δεν εφαρμόζεται επί χρηματικής απαίτησης, όπου αντίθετα εφαρμόζεται το άρ.951 ΚΠολΔ ΑΠ 1914/2011. Η εκτέλεση της απόφασης όσον αφορά την χρηματική ποινή ακολουθεί την διαδικασία των άρ.951 επ. ΚΠολΔ, γιατί δεν υπάρχει στάδιο βεβαίωσης της παράβασης με νέα απόφαση ΑΠ 188/2014. Ειδική περίπτωση της εκτέλεσης κατ' άρ.946 ΚΠολΔ προβλέπεται για τον εργοδότη που υποχρεώνεται να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ΑΠ 966/2009 άρ.23 παρ.2 ν.1264/1982.

Εκτέλεση κατά το άρ.947 ΚΠολΔ

Κατά το άρ.947 ΚΠολΔ εκτελούνται αποφάσεις που υποχρεώνουν τον οφειλέτη σε παράλειξη ή ανοχή πράξης. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο οφείλει να ορίσει χρηματική ποινή υπέρ του δανειστή και προσωπική κράτηση του οφειλέτη για κάθε παράβαση των διατάξεων της απόφαφης εκ μέρους του οφειλέτη άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 527/2013. Αν η απόφαση δεν περιέχει διάταξη περί χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, την σχετική υποχρέωση απαγγέλει με ξεχωριστή απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 527/2013. Το Μονομελές Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο και για την βεβαίωση της παράβασης και την καταδίκη του οφειλέτη στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αγωγή περί βεβαίωσης της παράβασης και καταδίκης του οφειλέτη εκδικάζεται κατά την διαδικασία των εργατικών διαφορών άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν η παράλειψη διατάχθηκε με απόφαση ασφαλιστικών μέτρων, η ανακοπή επί της επιταγής προς εκτέλεση συζητείται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Η εκτέλεση ξεκινά με επίδοση αντιγράφου της απόφασης ή αποσπάσματος της απόφασης με συνημμένη επιταγή προς εκτέλεση 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Αν η παράβαση έχει ενιαίο χρονικό χαρακτήρα, χωρίς διακοπές, το δικαστήριο μπορεί να επιβαλλει μία μόνο χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, ακόμη και αν απειλείται έμμεση εκτέλεση για κάθε μελλοντική παράβαση 1552/2010 Εφ.Αθηνών. Κατά το μέρος που η διάταξη του άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ προβλέπει ποινές, έχει χαρακτήρα ουσιαστικού δικαίου, καθώς με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία ΑΠ 134/2015. Για την καταδίκη του οφειλέτη στην ποινή που απείλησε το δικαστήριο με προηγούμενη απόφασή του για την περίπτωση παράβασης των διατάξεών της, απαιτείται να έχει ο οφειλέτης πρόθεση να παραβεί τις διατάξεις της προηγούμενης αυτής απόφασης ΑΠ 134/2015. Η με το άρ.947 παρ.1 ΚΠολΔ θεσπιζόμενη διαδικασία της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων ΑΠ 134/2015. Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσή του οι ποινές αθροιστικά, και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησής του ΑΠ 134/2015. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται η διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή, και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση ΑΠ 134/2015. Η αγωγή με την οποία ζητείται η καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση λόγω της παράβασης είναι αγωγή καταψηφιστική ΑΠ 134/2015. Ιδιαίτερο αίτημα για τη βεβαίωση της παράβασης δεν απαιτείται, διότι στο αίτημα για την καταδίκη σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση εμπεριέχεται και αίτημα για τη βεβαίωση της παράβασης, αφού η τελευταία αποτελεί τον πυρήνα της αγωγής και προϋπόθεση της καταδίκης ΑΠ 134/2015. Στη δίκη του άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ, περί βεβαίωσης της παράβασης υποχρέωσης παράλειψης ή ανοχής πράξης, λαμβάνονται στην ουσία ρυθμιστικά μέτρα για την εξασφάλιση της πορείας της εκτέλεσης, με απώτερο σκοπό την κάμψη της αντιτιθέμενης βούλησης του οφειλέτη και τον εξαναγκασμό του σε συμμόρφωση ΑΠ 134/2015. Η κατ' άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ αγωγή εκδικάζεται κατά την διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατ' άρ.614 επ. ΚΠολΔ άρ.947 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Η κατ' άρ.947 παρ.1 εδ.3 ΚΠολΔ δίκη είναι διαγνωστικού χαρακτήρα ΑΠ 134/2015. Αυτό που κατάγεται προς διάγνωση είναι η μία και μοναδική αξίωση του ενάγοντος προς επιβολή των νομίμων κυρώσεων που ενεργοποιούνται μέσω της πραγμάτωσης της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της παράβασης ΑΠ 134/2015. Το πραγματικό γεγονός της παράβασης αποτελεί την ιστορική βάση της αγωγής και αντίστοιχα την αιτιολογία (ελάσσονα πρόταση) της εκδιδομένης απόφασης, και γι' αυτό πρέπει να προτείνεται και ανα αποδεικνύεται από τον ενάγοντα ΑΠ 134/2015. Η διάγνωση της αξίωσης προς επιβολή των νόμιμων κυρώσεων οδηγεί στη συνέχεια στην επεύλεση της αιτούμενης έννομης συνέπειας, δηλαδή στην καταψήφιση της χρηματικής ποινής και στην απαγγελία της προσωπικής κράτησης ή της μίας εκ των δύο, κατά την από την αρχή της διάθεσης πηγάζουσα βούληση του ενάγοντα δανειστή, που εκδηλώνεται με το σχετικό προς τούτο αίτημα ΑΠ 134/2015.

Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως

Η καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως χωρεί μόνο αν η υποχρέωση του αντιδίκου για δήλωση βούλησης στηρίζεται ευθέως σε διάταξη νόμου ή σε δικαιοπραξία που είναι αγώγιμη και εκτελεστή 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας. Αν δεν υπάρχει τέτοια απαίτηση, η σχετική αγωγή είναι νόμω αβάσιμη 1447/2010 Πολ.Πρ.Αθήνας.

Εκτέλεση κατά του Δημοσίου

Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής του περιουσίας ν.3068/2002 άρ.4 παρ.1 εδ.1. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2 εδ.2. Για εκτέλεση κατά του Δημοσίου, απαιτείται να επιδοθεί απόφαση στον Υπουργό ή στον εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ και να παρέλθει προθεσμία 60 ημερών ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2.

Προνόμιο έκδοσης εγγυητικής επιστολής πριν την εξόφληση

Το Δημόσιο, όταν πρόκειται να εξοφλήσει απαίτηση ιδιώτη που προκύπτει από μη τελεσίδικη απόφαση, δικαιούται να ζητήσει από τον δανειστή τραπεζική εγγυητική επιστολή ισόποσης αξίας με την απαίτηση υπέρ της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την καταβολή ν.3068/2001 άρ.4 παρ.1 ν.4072/2012 άρ.326 παρ.5. Οι ΔΟΥ που πρόκειται να εξοφλήσουν τέτοιες απαιτήσεις Δημοσίου οφείλουν να ζητούν με κάθε πρόσφορο μέσο από τις αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες Το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή στο οποίο εκκρεμμεί το ένδικο μέσο μπορεί να μειώσει μέχρι το μισό το ύψος της εγγυητικής επιστολής, μετά από αίτηση του δανειστή ν.3068/2001 άρ.4 παρ.1 ν.4072/2012 άρ.326 παρ.5.

Εκτέλεση κατά ΝΠΔΔ

Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά ΝΠΔΔ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής του περιουσίας ν.3068/2002 άρ.4 παρ.1 εδ.1. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2 εδ.2. Για εκτέλεση κατά ΝΠΔΔ, απαιτείται να επιδοθεί η απόφαση στον εκπρόσωπο του ΝΠΔΔ και να παρέλθει προθεσμία 60 ημερών ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2. Τα ΝΠΔΔ δεν απολαμβάνουν το προνόμιο του Δημοσίου περί εγγυητικών επιστολών ΑΠ 335/2017.

Εκτέλεση κατά ΟΤΑ

Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση κατά ΟΤΑ γίνεται με κατάσχεση της ιδιωτικής του περιουσίας ν.3068/2002 άρ.4 παρ.1 εδ.1. Αποκλείεται η κατάσχεση απαιτήσεων που πηγάζουν από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου ή απαιτήσεων χρηματικού ή μη αντικειμένου το οποίο έχει ταχθεί για την άμεση εξυπηρέτηση ειδικού δημοσίου σκοπού ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2 εδ.2. Για εκτέλεση κατά ΟΤΑ, απαιτείται να επιδοθεί η απόφαση στον εκπρόσωπο του ΟΤΑ και να παρέλθει προθεσμία 60 ημερών ν.3068/2002 άρ.4 παρ.2. Οι ΟΤΑ δεν απολαμβάνουν το προνόμιο του Δημοσίου περί εγγυητικών επιστολών ΑΠ 335/2017. Η περιουσία των ΟΤΑ διακρίνεται: Η ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ υπόκειται στους κανόνες του ιδιωτικού δικαιου, και είναι υπέγγυα στους δανειστές των ΟΤΑ Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Η δημόσια περιουσία των ΟΤΑ είναι εκτός συναλλαγής, και δεν μπορεί να υποθηκευτεί ή να ενεχυριαστεί ή να κατασχεθεί από τους δανειστές των ΟΤΑ Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Στην ιδιωτική περιουσία των ΟΤΑ περιλαμβάνονται όλες οι απαιτήσεις, άσχετα με την αιτία γέννησής τους, είτε η απαίτηση ανάγεται στο ιδιωτικό είτε στο δημόσιο δίκαιο Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Τα χρηματικά ποσά (έσοδα) από τις απαιτήσεις της ιδιωτικής περιουσίας εγγράφονται στον προϋπολογισμό των ΟΤΑ, οι οποίοι και έχουν την ευχέρεια να τα αυξάνουν μονομερώς, προκειμένου να επαρκούν για τις χρηματικές ανάγκες τους Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Αυτή είναι και η βασική διαφορά από τη δημόσια περιουσία, διότι τα πράγματα που περιλαμβάνονται σ' αυτήν είναι ατομικώς προσδιορισμένα, εξυπηρετούν τον δημοτικό ή κοινοτικό σκοπό με τη χρήση του, και δεν είναι δεκτικά μονομερούς επαύξησης Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Τυχόν αποστέρηση των ΟΤΑ από τη δυνατότητα χρήσης των πραγμάτων που απαρτίζουν τη δημόσια περιουσία τους θα διατάρασσε την ομαλή λειτουργία της δημοστικής ή κοινοτικής υπηρεσία, γι' αυτό δε τον λόγο ο νόμος κατέστησε τα πράγματα αυτά εκτός συναλλαγής Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Στα εκτός συναλλαγής πράγματα απαγορεύεται η αναγκαστική κατάσχεση Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Στις απαιτήσεις των ΟΤΑ δεν συντρέχει ο παραπάνω κίδυνος, ώστε να χωρήσει αναλογική εφαρμογή του άρ.966 ΑΚ, έστω και αν αυτές προέρχονται από φόρους ή τέλη, διότι δεν πρόκειται για ορισμένα ατομικώς προσδιοριμένα πράγματα, αλλά για έσοδα, το οποία περιέρχονται στους ΟΤΑ αορίστως, χωρίς αντιστοιχία συγκεκριμένων εσόδων προς συγκεκριμένες δαπάνες, υπέρ των εν γένει σκοπών των ΟΤΑ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εξόφληση των οφειλών των ΟΤΑ προς τρίτους από οποιαδήποτε αιτία Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Τα έσοδα των ΟΤΑ από φόρους και τέλη αποτελούν το μέγιστο τμήμα των εν γένει εσόδων τους Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Αν τα έσοδα των ΟΤΑ από φόρους και τέλη ήταν ακατάσχετα, η δυνατότητα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά των ΟΤΑ θα απέβαλλε κάθε σχεδόν περιεχόμενο Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Οι απαιτήσεις των ΟΤΑ από ΤΑΠ (Τέλος Ακίνητης Περιουσίας) είναι κατασχετές Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Οι απαιτήσεις των ΟΤΑ από το ενιαίο τέλος καθαριότητας και φωτισμού είναι ακατάσχετες, γιατί πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III άρ.25 παρ.12 ν.1828/1989 άρ.21 βδ.24-09/20-10-1958 άρ.22 βδ.24-09/20-10-1958 άρ.17 ν.1080/1980. Οι απαιτήσεις των ΟΤΑ από δημοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμμάτων είναι ακατάσχετες, γιατί πρόκειται για απαιτήσεις που εξαρτώνται από αντιπαροχή Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III άρ.982 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ άρ.21 βδ.24-09/20-10-1958 άρ.22 βδ.24-09/20-10-1958 άρ.17 ν.1080/1980. Τα έσοδα από δημοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμάτων, και από το ενιαίο τέλος καθαριότητας και φωτισμού δεν πρέπει να διατίθενται για άλλους σκοπούς, πρέπει δηλαδή να αντικρύζονται οι δαπάνες των υπηρεσιών που καλύπτονται από το τέλος αυτό με τα έσοδα από το εν λόγω τέλος Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Οι απαιτήσεις των ΟΤΑ από δημοτικά τέλη καθαριότητας, φωτισμού και απορριμάτων, και από το ενιαίο τέλος καθαριότητας και φωτισμού, έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα για τον παραπάνω λόγο Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III. Τα ανταποδοτικά τέλη και δικαιώματα αποτελούν τακτικά έσοδα των ΟΤΑ και εγγράφονται στον οικείο προϋπολογισμό Ολομ. ΑΠ 17/2002 σκέψ.III άρ.25 παρ.1 περ.γ ν.1828/1989 άρ.215 πδ.410/1995 άρ.216 παρ.1 περ.γ πδ.410/1995.

Εκτέλεση κατά του ΙΚΑ

Για εκτέλεση κατά του ΙΚΑ, απαιτείται παρέλευση 20 ημερών από την επίδοση της επιταγής, ή παρέλευση 15 ημερών από τη δημοσίευση ή την τελεσιδικία δικαστικής απόφασης ν.1846/1951 άρ.18 παρ.1 εδ.2.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των μέσων εκτέλεσης διέπεται, ως προς τη διαδικασία και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις, από τον νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο ενέργειάς τους ΑΠ 1080/1979.