Ποινική διαδικασία στο ακροατήριο

Ο κατηγορούμενος στην ποινική δίκη μπορεί να προβάλει ισχυρισμό που θα οδηγήσει στην αθώωσή του. Για την έκδοση αθωωτικής απόφασης αρκεί να αποδειχθεί ότι δεν συντρέχει κάποιο στοιχείο της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, ή να προκύψει εύλογη αμφιβολία. Η μη συνδρομή στοιχείου του αδικήματος ή η αμφιβολία ως προς αυτό μπορεί να αναδειχθεί με Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στους ισχυρισμούς που αποτελούν άρνηση της κατηγορίας ΑΠ Ποιν. 1744/2009. Αν το δικαστήριο απορρίψει τους σχετικούς ισχυρισμούς, δεν είναι υποχρεωμένο να αιτολογήσει ειδικά για τον καθένα την απόρριψή τους, καθώς θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην κύρια αιτιολογία περί ενοχής ΑΠ Ποιν. 617/2011. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στα νομικά επιχειρήματα ΑΠ Ποιν. 1088/2011. Πέραν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει ισχυρισμό, του οποίου αποτέλεσμα θα είναι Κάθε τέτοιος ισχυρισμός λέγεται αυτοτελής ισχυρισμός. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει με δικαιολογημένη διάταξη στην απόφασή του για τον λόγο για τον οποίο δεν τον έκανε δεκτό ΑΠ Ποιν. 1780/2009 σκέψ.V.

Πότε προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός

Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί μετά τη νομιμοποίηση των διαδίκων, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί και μετά το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ακόμη και μετά την αγόρευση του Εισαγγελέα, κατά την αγόρευση του δικηγόρου υπεράσπισης ΑΠ Ποιν. 2053/2010. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει ακυρότητα διαδικασίας αν δεν δοθεί εκ νέου ο λόγος στον Εισαγγελέα, αν δεν το ζητήσει ο ίδιος ο Εισαγγελέας, για να προτείνει επί του αυτοτελούς ισχυρισμού που προτάθηκε ΑΠ Ποιν. 2053/2010. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί και οι ενστάσεις περί του κλητηρίου θεσπίσματος έχουν ιδιομορφία ως προς τον χρόνο προβολής τους.

Πώς προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός

Ο αυτοτελής ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του ΑΠ Ποιν. 1744/2009. Ο αυτοτελής ισχυρισμός είναι απαραίτητο να αναπτύσσεται προφορικά, ακόμη και αν συνυποβάλλεται σχετικό έγγραφο ΑΠ Ποιν. 130/2008. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν περιέχει συγκεκριμένη και σαφή αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τον θεμελιώνουν, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στον αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 2194/2008. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί ασαφώς ή αόριστα, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη του ισχυρισμού ΑΠ Ποιν. 666/2014. Αν η ένσταση προβληθεί απαράδεκτα, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη της ένστασης ΑΠ Ποιν. 562/2010. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός που προβάλλει ο κατηγορούμενος, πρέπει να προβάλλονται τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται ΑΠ Ποιν. 187/2009. Ο αυτοτελής ισχυρισμός προβάλλεται σαφώς και ορισμένα όταν αναφέρει όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή του. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να απαντήσει με δικαιολογημένη διάταξη στην απόφασή του για τον λόγο για τον οποίο δεν τον έκανε δεκτό ΑΠ Ποιν. 1780/2009 σκέψ.V. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, και το δικαστήριο δεν απαντήσει καθόλου στον ισχυρισμό, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ακρόασης ΑΠ Ποιν. 1744/2009 άρ.170 παρ.2 ΚΠοινΔ άρ.510 παρ.1 στοιχ.β ΚΠοινΔ. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός προβληθεί σαφώς και ορισμένα, και το δικαστήριο τον απορρίψει αναιτιολόγητα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας ΑΠ Ποιν. 1744/2009 άρ.510 παρ.1 στοιχ.δ ΚΠοινΔ. Θα συμβουλευτείτε τον ΚΠοινΔ;

Αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος

Ο ισχυρισμός ότι το κλητήριο θέσπισμα πάσχει από ακυρότητα αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, είναι σχετική ακυρότητα ΑΠ Ποιν. 273/2015. Το κλητήριο θέσπισμα πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που ορίζονται στο άρ.321 ΚΠοινΔ άρ.321 παρ.1 ΚΠοινΔ Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 1/2008. Τα στοιχεία που απαιτούνται από το άρ.321 ΚΠοινΔ ορίζονται περιοριστικά Πλ.Ολομ. ΑΠ Ποιν. 1/2008. Ο καθορισμός της πράξης στο κλητήριο θέσπισμα είναι ακριβής όταν παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ποινικά επιλήψιμη και διωκόμενη πράξη κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της, όπως απαιτεί η οικεία και υποχρεωτικά παρατιθέμενη στο κλητήριο θέσπισμα ποινική διάταξη, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις του αξιοποίνου της πράξης και την επαπειλούμενη ποινή ΑΠ Ποιν. 273/2015. Στο κλητήριο θέσπισμα δεν απαιτείται η αναφορά περιστατικών και στοιχείων που προσιδιάζουν στα χαρακτηριστικά μιας αιτιολογημένης δικαστικής απόφασης, με την οποία το κλητήριο θέσπισμα, ως εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν το κλητήριο θέσπισμα φέρει από προφανή παραδρομή εσφαλμένο αριθμό παραπομπής από ένα τμήμα του κλητηρίου θεσπίσματος σε άλλο, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν το κλητήριο θέσπισμα δεν προσδιορίζει ακριβώς το ποσό της ζημίας που προκάλεσε η πράξη του κατηγορουμένου επί υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, και το κλητήριο θέσπισμα αναφέρει τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν το κλητήριο θέσπισμα για παράβαση του αν.690/1945 περί οφειλών εργατικών αποδοχών αναφέρει το ποσό που οφείλεται στον εργαζόμενο, το κλητήριο θέσπισμα καθορίζει ακριβώς την πράξη της κατηγορίας, χωρίς να απαιτούνται τα στοιχεία που απαιτούνται για την αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης ΑΠ Ποιν. 1187/2010. Αν δεν είναι ουσιαστικά ακριβή τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή καθορισμό της πράξης, το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο για τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν ελλείπουν τα στοιχεία που αφορούν στον ακριβή καθορισμό της πράξης, το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο ΑΠ Ποιν. 273/2015. Ως άρθρο του Ποινικού Κώδικα, το οποιο πρέπει να αναφέρεται στο κλητήριο θέσπισμα άρ.321 παρ.1 περ.δ ΚΠοινΔ, θεωρείται κάθε ισχύουσα κατά τον χρόνο τέλεσης ουσιαστική ποινική διάταξη του ΠΚ ή άλλου ειδικού ποινικού νόμου, η οποία τυποποιεί το έγκλημα και καθορίζει τις προϋποθέσεις της αξιόποινης πράξης και την επαπειλούμενη ποινή ΑΠ Ποιν. 273/2015. Για την πράξη αρκεί η αναφορά του νόμου που προβλέπει και τιμωρεί την πράξη, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρεται και ο τροποποιητικός νόμος του βασικού νόμου ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν το κλητήριο θέσπισμα αφορά σε πλημμέλημα το οποίο τιμωρείται μόνο αν τελέστηκε από δόλο, και το κλητήριο θέσπισμα δεν αναφέρει την φράση περί τέλεσης του εγκλήματος "με πρόθεση", το κλητήριο θέσπισμα δεν είναι άκυρο από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "εκ προθέσεως" ή "απόφαση" προς δήλωση όλων των περιπτώσεων δόλου ΑΠ Ποιν. 273/2015. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "εν γνώσει" προς δήλωση των περιπτώσεων άμεσου δόλου ΑΠ Ποιν. 273/2015. Ο ΠΚ χρησιμοποιεί τον όρο "επί σκοπώ" ή "για να" προς δήλωση των περιπτώσεων που ο δράστης επιδιώκει κάποιο εγκληματικό αποτέλεσμα (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση ΑΠ Ποιν. 273/2015) ΑΠ Ποιν. 273/2015. "Έγκλημα κατ' εξακολούθηση" είναι το έγκλημα που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς πράξεις που απέχουν χρονικά μεταξύ τους και κάθε μια από αυτές προσβάλλει το ίδιο έννομο αγαθό και περιέχουν πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ίδια απόφαση για την εκτέλεσή τους ΑΠ Ποιν. 506/2015.

Χρόνος προβολής ακυρότητας κλητηρίου θεσπίσματος

Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος πρέπει να προταθεί μέχρι την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης ΑΠ Ποιν. 1304/2014 άρ.174 παρ.2 ΚΠοινΔ. Η έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή η έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης, συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας γίνεται με την έναρξη της εξέτασης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος προταθεί μετά την εκφώνηση των ονομάτων και την απαγγελία της κατηγορίας, άρα από το χρονικό αυτό σημείο μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ή και αργότερα, η ακυρότητα έχει καλυφθεί και δεν προτείνεται παραδεκτά ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν ο κατηγορούμενος εμφανιστεί ο ίδιος στο δικαστήριο, και ζητήσει αναβολή κατ' άρ.349 ΚΠοινΔ (πχ. για κώλυμα του πληρεξουσίου του δικηγόρου), και δεν προβάλλει αντιρήσσεις ως προς την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος, και το αίτημα αναβολής γίνει δεκτό, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται και ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος στη μετ' αναβολη δικάσιμο μέχρι την απαγγελία της κατηγορίας ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν η συζήτηση αναβληθεί λόγω απεργίας, ή πέρατος του ωραρίου του γραμματέα της έδρας, ή για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο δικαστήριο από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ή από άλλο πρόσωπο (από άγγελο) για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, ή αν ζητηθεί αναβολή από έναν από τους συγκατηγορούμενους και δοθεί αναβολή για όλους, η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος δεν καλύπτεται από την παρουσία του κατηγορουμένου για αναβολή ή την παρουσία άλλου, δικηγόρου ή μη, απλού άγγελου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, και ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει την ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος και στην μετ' αναβολή συζήτηση ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι έγκυρο, από την επίδοσή του αρχίζει η κύρια διαδικασία, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, η ακυρότητα καλύπτεται, και το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος προβάλλει αντιρήσσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος απορριφθεί, ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 1304/2014 άρ.510 παρ.1 στοιχ.Β ΚΠοινΔ. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, και η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος γίνει δεκτή, δεν επέρχεται έναρξη της κύριας διαδικασίας, δεν αρχίζει η αναστολή της παραγραφής του εγκλήματος, και η παραγραφή του εγκλήματος μπορεί να προβληθεί και στη μετ' αναβολή δίκη ΑΠ Ποιν. 1304/2014. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην, και η απόφαση υπόκειται σε έφεση, και η ακυρότητα δεν προβληθεί με ειδικό λόγο έφεσης κατά της απόφασης στην έκθεση εφέσεως, η ακυρότητα καλύπτεται, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 562/2010. Στην περίπτωση αυτή, ο αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον με σχετική ένσταση κατά την ακροαματική διαδικασία ΑΠ Ποιν. 562/2010. Αν το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο, και ο κατηγορούμενος δεν εμφανιστεί στην πρωτοβάθμια δίκη, και ο κατηγορούμενος δικασθεί ερήμην, και η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, και η ακυρότητα δεν προβληθεί με ειδικό λόγο αναίρεσης, η ακυρότητα καλύπτεται, το κλητήριο θέσπισμα θεωρείται έγκυρο, και από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 562/2010. Στην περίπτωση αυτή, ο αυτοτελής ισχυρισμός ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος μπορεί να προταθεί μόνο με ειδικό λόγο αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 562/2010.

Αυτοτελής ισχυρισμός τοξικομανίας

Ο ισχυρισμός τοξικομανίας είναι αυτοτελής ισχυρισμός ΑΠ Ποιν. 49/1994. Για να είναι ορισμένος ο ισχυρισμός τοξικομανίας δεν αρκεί η επίκληση μόνο του όρου ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών απέκτησε την έξη της χρήσης αυτών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις ΑΠ Ποιν. 49/1994.

Αυτοτελής ισχυρισμός μη νομιμοποίησης του εγκαλούντος προς υποβολή έγκλησης

Ο ισχυρισμός περί μη νομιμοποίησης του εγκαλούντος προς υποβολή έγκλησης είναι αυτοτελής ισχυρισμός ΑΠ Ποιν. 460/2013.

Αυτοτελής ισχυρισμός πραγματικής πλάνης

Ο ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης είναι αυτοτελής ισχυρισμός ΑΠ Ποιν. 302/2009. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, η πράξη δεν καταλογίζεται στον δράστη ΑΠ Ποιν. 302/2009.

Αυτοτελής ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης

Ο ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης είναι αυτοτελής ισχυρισμός ΑΠ Ποιν. 2053/2010 ΑΠ Ποιν. 1381/2009. Η συγγνωστή νομική πλάνη αποκλείει τον καταλογισμό στον δράστη ΑΠ Ποιν. 320/2009 άρ.31 παρ.2 ΠΚ. Η πλάνη περί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης υφίσταται όταν Η πλάνη αυτή είναι συγγνωστή αν ο δράστης, οποιαδήποτε επιμέλεια και προσπάθεια να κατέβαλλε, δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξης ΑΠ Ποιν. 302/2009, ενόψει των πνευματικών και επαγγελματικών δυνατοτήτων του ΑΠ Ποιν. 1088/2011. Ο ισχυρισμος συγγνωστής νομικής πλάνης είναι ορισμένος αν προβάλλονται ώστε με τη στάθμιση των προσωπικών αυτών στοιχείων να σχηματίσει το δικαστήριο πεποίθηση αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθινός ή προσχηματικός ΑΠ Ποιν. 1381/2009 ΑΠ Ποιν. 302/2009. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης κρίθηκε αόριστος επειδή δεν προβλήθηκε το συγκεκριμένο πρόσωπο που έδωσε νομικές συμβουλές στον κατηγορούμενο, και δεν προβλήθηκαν ενέργειες του κατηγορουμένου προκειμένου να πληροφορηθεί αν η συμπεριφορά του ήταν νόμιμη, και δεν προβλήθηκαν οι πνευματικές και επαγγελματικές δυνατότητες του κατηγορουμένου, οι οποίες συνθέτουν την προσωπικότητά του και προσδιορίζουν τη δυνατότητά του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ΑΠ Ποιν. 1381/2009. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης κρίθηκε αόριστος επειδή δεν προβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν αντιλήφθηκε ότι η πράξη του παραβίαζε τις διατάξεις του νόμου, και δεν προβλήθηκε ότι η πλάνη συνίστατο σε εσφαλμένη αντίληψη κανόνα δικαίου, και δεν προβλήθηκε ότι, όποια επιμέλεια και αν κατέβαλλε, ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να διαγνώσει το άδικο της πράξεως, και δεν ασκεί επιρροή, από μόνο του, ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε μετά από συμβουλή δικηγόρου ΑΠ Ποιν. 2053/2010. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης κρίθηκε αόριστος επειδή ο κατηγορούμενος δεν προέβαλε υποκειμενικά στοιχεία θεμελιωτικά του συγγνωστού της επικαλούμενης πλάνης του (ηλικία, επάγγελμα, πνευματικές ικανότητες, προσπάθεια ενημέρωσης και για τις περί του αντιθέτου νομικές απόψεις και την κρατούσα άποψη για το εν λόγω θέμα), δηλαδή της αδυναμίας του, με βάση τις ιδιότητες που συνθέτουν την προσωπικότητά του, να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, και δεν αρκούσε μόνο η αναφορά ότι ενημερώθηκε από τους νομικούς παραστάτες του μόνο για την άποψη που διέλαβε στον ισχυρισμό του αυτό χωρίς περαιτέρω να εκθέτει αν του ετέθησαν υπ' όψει και άλλες, περί του αντιθέτου νομικές απόψεις επί του ζητήματος αυτού και με ποια κριτήρια επέλεξε την πρώτη άποψη ΑΠ Ποιν. 1264/2016. Ισχυρισμός συγγνωστής νομικής πλάνης κρίθηκε αόριστος επειδή ο κατηγορούμενος προέβαλε μόνο ότι είχε ατελή γνώση ως μέσος άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες νομικές γνώσεις, και ακολούθησε τις συμβουλές του νομικού του συμπαραστάτη ΑΠ Ποιν. 302/2009.

Αυτοτελής ισχυρισμός διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος

Περισσότερα για τον αυτοτελή ισχυρισμό διαφύλαξης δικαιώματος ή δικαιολογημένου ενδιαφέροντος.

Ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.α ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος έζησε έως το χρόνο τέλεσης του εγκλήματος έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή αποτελεί ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.α ΠΚ και αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 377/2015. Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού του πρότερου έντιμου βίου απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς ΑΠ Ποιν. 377/2015. Δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό ΑΠ Ποιν. 377/2015.

Ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.β ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του για να αντιμετωπίσει πιεστικές οικονομικές ανάγκες του αποτελεί ισχυρισμό ότι ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια ΑΠ Ποιν. 1370/2010, και ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.β ΠΚ.

Ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.γ ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στην πράξη του από ανάρμοστη συμπεριφορά του παθόντος ή παρασύρθηκε από οργή ή βίαια θλίψη που του προκάλεσε άδικη εναντίον του πράξη αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 512/2013 άρ.84 παρ.2 περ.γ ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό αυτό πρέπει να γίνει επίκληση περιστατικών από τα οποία να προκύπτει ότι ο δράστης παρασύρθηκε από οργή ή βίαια θλίψη που του προκάλεσε άδικη και προσβλητική εναντίον του πράξη από τον ίδιο τον παθόντα και όχι από τρίτο πρόσωπο ΑΠ Ποιν. 512/2013.

Ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.δ ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του αποτελεί ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.δ ΚΠοινΔ ΑΠ Ποιν. 506/2015. Η απόδοση ιδιοποιημένου ποσού μετά από υπεξαίρεση στην υπηρεσία αποτελεί δείγμα ειλικρινούς μετάνοιας για την τέλεση της αξιόποινης πράξης, και δείγμα επιδίωξης άρσης των δυσμενών συνεπειών που είχε προκαλέσει η πράξη αυτή ΑΠ Ποιν. 506/2015.

Ελαφρυντική περίσταση άρ.84 παρ.2 περ.ε ΠΚ

Ο ισχυρισμός ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό ΑΠ Ποιν. 512/2013 άρ.84 παρ.2 περ.ε ΠΚ. Για να στοιχειοθετηθεί το ελαφρυντικό αυτό πρέπει η συμπεριφορά του υπαιτίου να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, και η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη ΑΠ Ποιν. 512/2013. Ως καλή συμπεριφορά δεν νοείται η παθητικά καλή διαγωγή, ή η μη κακή διαγωγή, ή μόνο η απουσία παραβατικότητας ΑΠ Ποιν. 512/2013 Η καλή συμπεριφορά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού, και πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του υπαιτίου ΑΠ Ποιν. 512/2013. Για το ορισμένο του ισχυρισμού του υπαιτίου, διαβούντος υπό καθεστώς ελευθερίας, μη κρατούμενος σε φυλακή, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς, και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνο, αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να επικαλεστεί πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα ΑΠ Ποιν. 512/2013.

Διφορούμενες απόψεις για τον χαρακτηρισμό κάποιων ισχυρισμών

Κατά μια άποψη, ο ισχυρισμός ότι η κλοπή ήταν ευτελούς αξίας είναι αυτοτελής ισχυρισμός, γιατί με την προβολή του ισχυρισμού μειώνεται η ποινή ΑΠ Ποιν. 1473/2002 ΑΠ Ποιν. 1596/2005 άρ.377 παρ.1 ΠΚ άρ.372 παρ.1 ΠΚ. Κατά άλλη άποψη, ο ισχυρισμός ότι η κλοπή ήταν ευτελούς αξίας είναι άρνηση της κατηγορίας της απλής κλοπής, γιατί η συνδρομή των στοιχείων της κλοπής ευτελούς αξίας, ως προνομιούχα μορφή της κλοπής, αποκλείει την συνδρομή των στοιχείων της απλής κλοπής ΑΠ Ποιν. 1211/1989 άρ.377 παρ.1 ΠΚ άρ.372 παρ.1 ΠΚ. Κατά μια άποψη, το άλλοθι είναι αυτοτελής ισχυρισμός ΑΠ Ποιν. 701/2003 ΑΠ Ποιν. 636/1993. Κατά άλλη άποψη, το άλλοθι είναι άρνηση της κατηγορίας ΑΠ Ποιν. 1466/2006 ΑΠ Ποιν. 373/2003 ΑΠ Ποιν. 747/2000 ΑΠ Ποιν. 1454/1997.

Ένσταση δεδικασμένου

Για την ύπαρξη δεδικασμένου επί ποινικής απόφασης πρέπει να υπάρχουν: Το ιστορικό γεγονός στο σύνολό του περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή ΑΠ Ποιν. 767/2013. Η πράξη ως ιστορικό γεγονός στο σύνολό του περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή ΑΠ Ποιν. 114/2010. Η "πράξη" κατά το άρ.57 ΚΠοινΔ νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξης του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ' ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε ΑΠ Ποιν. 114/2010. Και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το ίδιο γεγονός και όχι το ίδιο έγκλημα ΑΠ Ποιν. 114/2010. Για την ταυτότητα της πράξης απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξης μόνο όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή τελέσθηκε άπαξ ΑΠ Ποιν. 114/2010. Στο κατ' εξακολούθηση έγκλημα, όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της, για τη συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών ΑΠ Ποιν. 114/2010.

Αίτηση του κατηγορούμενου

Ο κατηγορούμενος ή και ο συνήγορός του έχει δικαίωμα να ζητήσει τον λόγο μετά την ανάγνωση των εγγράφων για να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις ως προς την ανάγνωση των εγγράφων ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν υποβληθεί το αίτημα, και δεν του δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν δεν υποβληθεί το αίτημα, και δεν του δοθεί ο λόγος από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 273/2015. Αν ο κατηγορούμενος προβάλει σαφές και ορισμένο αίτημα για να ασκήσει δικαίωμα που ρητά του παρέχεται από τον νόμο, και ο διευθύνων τη συζήτηση απορρίψει το αίτημα, και ο κατηγορούμενος προσφύγει αμέσως κατά της διάταξης του Προέδρου του Δικαστηρίου σε ολόκληρο το Δικαστήριο, και το Δικαστήριο απορρίψει την προσφυγή παρά τον νόμο ή αν παραλείψει να αποφανθεί επί της προσφυγής, και όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα πρακτικά της δίκης, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ακρόασης ΑΠ Ποιν. 666/2014 ΑΠ Ποιν. 601/2014 άρ.510 παρ.1 περ.Β ΚΠοινΔ άρ.170 παρ.2 ΚΠοινΔ. Αν ο κατηγορούμενος επέβαλε σαφές αίτημα ανάγνωσης ένορκης βεβαίωσης στον διευθύνοντα τη συζήτηση δικαστή, και ο διευθύνων τη συζήτηση αρνήθηκε, και ο κατηγορούμενος προσέφυγε στο δικαστήριο κατά το άρ.334 ΚΠοινΔ, και το δικαστήριο αρνήθηκε αναιτιολόγητα την ανάγνωση ή παρέλειψε να απαντήσει στο αίτημα αυτό, και όλα τα παραπάνω προκύπτουν από τα πρακτικά, μόνο τότε επέρχεται ακυρότητα της διαδικασίας από μη ανάγνωση ενός εγγράφου ΑΠ Ποιν. 1100/2015 άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ άρ.178 ΚΠοινΔ άρ.170 παρ.2 ΚΠοινΔ άρ.334 ΚΠοινΔ. Αν το αίτημα του κατηγορουμένου υποβάλλεται επικουρικά, για την περίπτωση που το δικαστήριο δεν θα αχθεί σε αθωωτική απόφαση, το αίτημα του κατηγορουμένου αποτελεί ευχή ΑΠ Ποιν. 601/2014, και όχι σαφές και ορισμένο αίτημα ΑΠ Ποιν. 601/2014. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στις ευχές του κατηγορουμένου ΑΠ Ποιν. 601/2014 Αν στη δικογραφία περιλαμβάνονται προανακριτικές ή ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι απολείπονται στο ακροατήριο, χωρίς να βεβαιώνεται η αδυναμία εμφάνισης των μαρτύρων στο ακροατήριο, και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν αντιλέξουν στην ανάγνωση των καταθέσεων αυτών, και το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη τις καταθέσεις αυτές, δεν ιδρύεται, από μόνο τον λόγο αυτό, λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 512/2013. Αν στη δικογραφία περιλαμβάνονται προανακριτικές ή ανακριτικές καταθέσεις μαρτύρων, οι οποίοι απολείπονται στο ακροατήριο, και ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του προβάλλουν αίτημα περί μη ανάγνωσης των καταθέσεων αυτών, ή αίτημα για αναβολή της δίκης προκειμένου να κλητευθούν και να διαταχθεί η βιαία προσαγωγή των απολειπόμενων μαρτύρων, και το δικαστήριο απορρίψει το αίτημα και προβεί στην ανάγνωση των καταθέσεων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 512/2013.

Υποδείξεις του κατηγορουμένου

Η δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του δικαστηρίου ότι προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις τέλεσης εγκλήματος από τρίτον και ότι θα πρέπει να συνταχθεί έκθεση και να διαβιβασθεί στον Εισαγγελέα αποτελεί υπόδειξη του κατηγορουμένου στο δικαστήριο ΑΠ Ποιν. 1744/2009. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει στις υποδείξεις του κατηγορουμένου ΑΠ Ποιν. 1744/2009.

Χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου

Επί ενδίκου μέσου που ασκήθηκε εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν επιτρέπεται να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ΑΠ Ποιν. 767/2013 άρ.470 εδ.1 ΚΠοινΔ. Αν επαυξηθούν οι ποινικές κυρώσεις του καταδικασθέντος επέρχεται πραγματική χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου ΑΠ Ποιν. 767/2013. Αν επιβαρύνεται η νομική μεταχείριση του καταδικασθέντος, δηλαδή κυρίως αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ή αν καταδικάζεται για πράξη για την οποία δεν είχε ασκηθεί ποινική δίωξη, ούτε είχε καταδικασθεί στον πρώτο βαθμό, επέρχεται νομική χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου ΑΠ Ποιν. 767/2013. Η χειροτέρευση της θέσης του κατηγορουμένου διαπιστώνεται με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ένδικου μέσου ΑΠ Ποιν. 767/2013. Αν, χωρίς να μεταβάλλεται ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης ή το πλαίσιο της ποινής που προβλέπεται για το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, το κατ' έφεση δικάσαν δικαστήριο δέχεται επιβαρυντική περίσταση, επέρχεται χειροτέρευση της θέσης του κατηγορούμενου ΑΠ Ποιν. 767/2013. Και αυτό καθόσον στην περίπτωση αυτή επηρεάζεται δυσμενώς η κρίση του δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβλητέας ποινής, ενόψει της διάταξης του άρ.79 παρ.12 ΠΚ, κατά την οποία, κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη βαρύτητα του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 767/2013. Το μέτρο της αναστολής της ποινής είναι ευμενέστερο της μετατροπής της ποινής ΑΠ Ποιν. 1859/2009. Αν ο κατηγορούμενος καταδικαστεί πρωτόδικα σε ποινή φυλάκισης, και το δικαστήριο μετατρέψει την ποινή του σε χρηματική, και ο κατηγορούμενος ασκήσει έφεση, και το εφετείο επιβάλει μικρότερη ποινή στον κατηγορούμενο, και αναστείλει την ποινή αντί να τη μετατρέψει σε χρηματική, η θέση του κατηγορούμενου δεν γίνεται χειρότερη με την απόφαση του εφετείου σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση ΑΠ Ποιν. 1859/2009. Η παράβαση της απαγόρευσης αυτής αποτελεί υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει λόγο αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 767/2013 άρ.510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την παραγραφή εν επιδικία η οποία επήλθε χρονικά μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνο αν ο αναιρεσείων είναι παρών και κριθεί ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης παραδεκτός αλλά και βάσιμος, και αναιρεθεί η απόφαση ως προς την ενοχή ΑΠ Ποιν. 767/2013 άρ.511 εδ.2 ΚΠοινΔ άρ.50 παρ.5 ν.3160/2003. Αν η καταδικαστική απόφαση αναιρεθεί μόνο ως προς την αναγνώριση στο πρόσωπο του καταδικασθέντος επιβαρυντικής περίστασης και συνακόλουθα ως προς την ποινή, έχει κριθεί πλέον αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 767/2013. Η υπόθεση, στην περίπτωση αυτή, παραπέμπεται στο δικαστήριο της ουσίας ΑΠ Ποιν. 767/2013 άρ.519 ΚΠοινΔ. Το δικαστήριο αυτό της ουσίας περιορίζεται στην απάλειψη της επιβαρυντικής περίστασης και στην επιβολή νέας ποινής χωρίς την επιβαρυντική περίσταση και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς την τέλεση του εγκλήματος, ούτε και την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω τυχόν παραγραφής, αφού η παραγραφή αφορά στην πράξη, η τέλεση της οποίας έχει ήδη κριθεί αμετάκλητα ΑΠ Ποιν. 767/2013.

Αμνηστία

Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο άρ.47 παρ.4 Συντάγματος Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Αμνηστία, κατά την έννοια του άρ.47 Συντάγματος, αποτελεί η αναδρομική εξάλειψη του αξιοποίνου ορισμένων τελεσθέντων ήδη εγκλημάτων, με αποτέλεσμα το απαράδεκτο της δίωξής τους, την οριστική παύση των ασκηθεισών ποινικών διώξεων και την εξαφάνιση των τυχόν εκδοθεισών καταδικαστικών αποφάσεων Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Από την αμνήστευση των εγκλημάτων που τελέσθηκαν δεν επηρεάζεται η ποινική πρόβλεψη και ο άδικος χαρακτήρας των εγκλημάτων καθεαυτών Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η αμνήστευση αφορά μόνο τα συγκεκριμένα εγκλήματα που έχουν ήδη διαπραχθεί Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Με την αμνηστία παρέχεται νομοθετική άφεση της ποινικής ευθύνης ορισμένων δραστών Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η αμνηστία αποτελεί επέμβαση της νομοθετικής εξουσίας στα έργα της δικαστικής, αφού με νομοθετικό μέτρο είτε ατομικό είτε αναφερόμενο σε συγκεκριμένο κύκλο περιπτώσεων και προσώπων, κηρύσσει μη τελεσθέντα τα διαπραχθέντα ηδη εγκλήματά τους, αφαιρώντας την επί αυτών κρίση από τα δικαστήρια και καταργώντας όσες καταδικαστικές αποφάσεις εχουν τυχόν εκδοθεί Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η αμνηστία είναι ασυμβίβαστη προς τη διάκριση των εξουσιών Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η δυνατότητα αμνήστευσης περιορίζεται μόνο στα "πολιτικά εγκλήματα", με σκοπό τον κατευνασμό των πολιτικών παθών και την αποκατάσταση της κοινωνικής γαλήνης, υπό την προϋπόθεση πάντως της ψήφισης του σχετικού νόμου με την αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016 άρ.47 παρ.3 Συντάγματος. Το πότε πρόκειται για αμνηστία αποτελεί ζήτημα νομικού χαρακτηρισμού, που απόκειται στα δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ονομασία που χρησιμοποιήθηκε στο κείμενο της νομοθετικής διάταξης ή τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο νομοθέτης για τη συγκάλυψη της πραγματικής νομικής φύσης του λαμβανόμενου νομοθετικού μέτρου Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η απάλειψη της περ.δ του άρ.263 Α του ΠΚ για το χρονικό διάστημα από 07-04-2014 μέχρι 10-05-2014 έχει ως αποτέλεσμα αναδρομικά την άρση του αξιοποίνου της αξιόποινης πράξης μιας ειδικής κατηγορίας κρατικών υπαλλήλων (υπαλλήλων ΝΠΙΔ), ακόμη και για σοβαρές, εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο, κακουργηματικές πράξεις Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016. Η απάλειψη της περ.δ του άρ.263 Α του ΠΚ για το χρονικό διάστημα από 07-04-2014 μέχρι 10-05-2014 υποκρύπτει συγκεκαλυμμένη αμνηστία και είναι αντισυνταγματική Ολομ. ΑΠ Ποιν. 3/2016 άρ.43 παρ.3 Συντάγματος άρ.43 παρ.4 Συντάγματος άρ.26 Συντάγματος άρ.πρώτο παρ.ΙΕ υποπαρ.ΙΕ.12 ν.4254/2014 άρ.50 ν.4262/2014.

Αιτιολογία απόφασης

Αν η απόφαση αναφέρεται σε χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου τελέστηκε σε απροσδιόριστο χρόνο η πράξη, χωρίς να είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός της ημερομήνιας, και δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής, η απόφαση είναι ορισμένη όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίο τελέστηκε η πράξη ΑΠ Ποιν. 2515/2009 ΑΠ Ποιν. 601/2014. Αν η απόφαση αναφέρει δύο χρόνους τέλεσης του ενός εγκλήματος, αλλά η διπλή αναφορά σε χρόνο τέλεσης δεν έχει καμμία επιρροή στην εξάλειψη του αξιοποίνου, λόγω παραγραφής, αλλά ούτε και στην ταυτότητα της πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, δεν υπάρχει ασάφεια ή αντίφαση της απόφασης και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 383/2012. Αν η το έγκλημα διώκεται κατ' έγκληση, και η έγκληση υποβλήθηκε μετά από την παρέλευση τριμήνου από την τέλεση της πράξης, η απόφαση πρέπει να περιλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε, ή για έναν από τους συμμετόχους της, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης ΑΠ Ποιν. 1304/2006 ΑΠ Ποιν. 1859/2009 άρ.117 παρ.1 ΠΚ άρ.139 ΚΠοινΔ άρ.93 παρ.3 Συντάγματος άρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ ως προς τις διατάξεις της για τις πράξεις που διώκωνται κατ' έγκληση ΑΠ Ποιν. 512/2013 άρ.117 παρ.1 ΠΚ. Αιτιολογία της απόφασης αποτελεί η κρίση της πλειοψηφίας, και όχι της μειοψηφίας ΑΠ Ποιν. 601/2017. Στην κατ' ιδέαν συρροή, με μία πράξη τελέστηκαν πλείονα εγκλήματα ΑΠ Ποιν. 601/2017. Αν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία (όπως γνώση στη συκοφαντική δυσφήμιση), και τα πρόσθετα στοιχεία αυτά δεν αιτιολογούνται ειδικώς στην απόφαση με παράθεση των στοιχείων που δικαιολογούν τα στοιχεία αυτά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 152/2013 άρ.510 παρ.1 περ.Δ ΚΠοινΔ. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου, αλλά σ' όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες, ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε ΑΠ Ποιν. 427/2009 άρ.93 παρ.3 Συντάγματος άρ.139 ΚΠοινΔ άρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ. Η παρεμπίπτουσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η οποία απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης κατ' άρ.61 ΚΠοινΔ, λόγω της ύπαρξης εκκρεμούς δίκης στο πολιτικό δικαστήριο για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, έστω και αν η αποδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναβολής είναι δυνητική για το ποινικό δικαστήριο και έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του ΑΠ Ποιν. 427/2009. Ως ζήτημα για το οποίο εκκρεμεί δίκη στο πολιτικό, ή κατ' αναλογία στο διοικητικό δικαστήριο, και έχει σχέση με την ποινική δίκη, κατ' άρ.61 ΚΠοινΔ, νοείται εκείνο που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος ΑΠ Ποιν. 427/2009. Η κρίση του ποινικού δικαστηρίου ότι δεν είναι σκόπιμη η αναβολή είναι ανέλεγκτη, αρκεί μόνο να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα η κρίση αυτή για το σκόπιμο της αναβολής ΑΠ Ποιν. 427/2009. Για να είναι παραδεκτό το αίτημα αναβολής της δίκης κατ' άρ.61 ΚΠοινΔ, θα πρέπει αυτό να προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο ΑΠ Ποιν. 427/2009. Για το ορισμένο του αιτήματος αναβολής κατ' άρ.61 ΚΠοινΔ, πρέπει να προσδιορίζεται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η πολιτική ή αναλόγως η διοικητική δίκη, το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, οι διάδικοι που μετέχουν σε αυτή, το ζήτημα το οποίο εκκρεμεί και πρόκειται να κριθεί σε αυτήν, και η σχέση του ζητήματος αυτού προς την κατηγορία που εκκρεμεί στο ποινικό δικαστήριο ΑΠ Ποιν. 427/2009. Αν το αίτημα αναβολής κατ' άρ.61 ΚΠοινΔ δεν υποβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο, η μη απάντηση του ποινικού δικαστηρίου σε αυτό ή η μη αιτιολογημένη απόρριψή του δεν ιδρύει τον κατ' άρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ λόγο αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 427/2009. Αν η απόφαση δεν αναφέρει ειδικά κάποιο αποδεικτικό μέσο στο τμήμα του προοιμίου της περί των αποδεικτικών μέσων, αλλά από το κείμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αξιολόγησε και εκτίμησε το αποδεικτικό μέσο, η απόφαση δεν έχει ελλειπή ή μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία για τον λόγο αυτό ΑΠ Ποιν. 273/2015. Δεν είναι αναγκαίο να αναγνωστούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ΑΠ Ποιν. 427/2009. Τα έγγραφα με γραφικές παραστάσεις, όπως χάρτες, απεικονίσεις, φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία στο ακροατήριο της ποινικής δίκης, παρά τη σχετική αναφορά στα πρακτικά της δίκης περί "ανάγνωσης", αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, μετά από επίδειξη από τον διευθύνοντα τη συζήτηση ΑΠ Ποιν. 2515/2009. Αν το έγγραφο είναι το μοναδικό στο είδος του από τα είδη εγγράφων που αναγνώστηκαν, ο προσδιορισμός του κατά την ανάγνωσή του στο ακροατήριο είναι επαρκής και με μόνη την αναφορά στο είδος του εγγράφου ΑΠ Ποιν. 273/2015. Τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εξατομικεύονται επαρκώς στα πρακτικά της δίκης, όταν από τα πρακτικά της δίκης δεν προκύπτει ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό ΑΠ Ποιν. 512/2013. Κρίθηκε ότι η φράση στα πρακτικά της απόφασης ότι αναγνώστηκαν, χωρίς αύξοντα αριθμό "φωτοαντίγραφα αποδεικτικών καταθέσεων και φωτ/φα επιταγών (σχετ. 3), η από 6-12-10 βεβαίωση", χωρίς να προκύπτει από τα πρακτικά ότι αναγνώστηκαν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό, αποτελεί επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων ΑΠ Ποιν. 512/2013. Κρίθηκε ότι η φράση στα πρακτικά της απόφασης ότι αναγνώστηκαν, με αύξοντα αριθμό "1) 26 αντίγραφα αποδείξεων από καταθέσεις προς τον δικηγόρο Γ.Ν., 2) μια φωτογραφία της πολιτικώς ενάγουσας στην τηλεόραση", αποτελεί επαρκή προσδιορισμό της ταυτότητας των εγγράφων ΑΠ Ποιν. 52/2011 Κρίθηκε ακόμη ότι κάθε περίπτωση είναι μοναδική και κρίνεται καθεαυτή, και δεν υπάρχει υποχρέωση των δικαστηρίων να ερμηνεύουν τον νόμο σύμφωνα με την ερμηνεία στην οποία προέβησαν με προηγούμενες αποφάσεις τους ΑΠ Ποιν. 512/2013 ΑΠ Ποιν. 52/2011. Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στα πρακτικά της απόφασης ΑΠ Ποιν. 52/2011. Στα πρακτικά της απόφασης πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητα του εγγράφου, διαφορετικά ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης ΑΠ Ποιν. 52/2011. Για την αιτιολογία απόφασης που απορρίπτει το αίτημα αναβολής της υπόθεσης για σημαντικά αίτια άρ.349 ΚΠολΔ αρκεί η αναφορά στην απόφαση για το αν το δικαστήριο δέχθηκε το αν συνέτρεχε ή όχι το προβαλλόμενο σημαντικό αίτιο για τη μη δυνατότητα εμφάνισης στο ακροατήριο ΑΠ Ποιν. 1362/2000. Για την αιτιολογία απόφασης που απορρίπτει το αίτημα αναβολής της υπόθεσης για να προσέλθουν μάρτυρες δεν επαρκεί η αναφορά στην απόφαση ότι "το αίτημα αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης πρέπει να απορριφθεί" ΑΠ Ποιν. 2079/2007. Τα γεγονότα ότι ο αιτών την αναβολή έλαβε και πρότερον αναβολή για την ίδια υπόθεση με τον ίδιο λόγο ως και το ότι υπάρχει κίνδυνος παραγραφής δεν συνιστούν την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του νέου αιτήματος αναβολής ΑΠ Ποιν. 823/2010 άρ.93 παρ.3 Συντάγματος άρ.139 ΚΠοινΔ. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση, με την οποία συμπροσβάλλεται και η προπαρασκευαστική απόφαση που απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης ΑΠ Ποιν. 823/2010. Η επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία δεν αφορά μόνο την κύρια απόφαση, αλλά και την παρεμπτίπτουσα απόφαση, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης ΑΠ Ποιν. 823/2010 άρ.93 παρ.3 Συντάγματος άρ.139 ΚΠοινΔ. Στην περίπτωση αυτή, η έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ιδρύει λόγο αναίρεσης ΑΠ Ποιν. 823/2010 άρ.510 παρ.1 στοιχ.Δ ΚΠοινΔ. Αν στη συνέχεια απορριφθεί η έφεση του εκκαλούντος - κατηγορουμένου ως ανυποστήρικτη, ιδρύεται λόγος αναίρεσης λόγω αρνητικής υπέρβασης εξουσίας ΑΠ Ποιν. 823/2010 άρ.510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠοινΔ. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της παρεμπτίπτουσας απόφασης, με την οποία το δικαστήριο απέρριψε αίτημα αναβολής της δίκης, συνίσταται στην αναφορά των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αποδείχθηκαν κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, των αποδείξεων που τα θεμελιώνουν, και των συλλογισμών με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος κρίση του ΑΠ Ποιν. 823/2010.