Αδικοπραξία

Αν κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημίωσει άρ.914 ΑΚ.

Ορισμένο της αγωγής

Απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία άρ.914 ΑΚ ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία άρ.932 ΑΚ είναι Αν πρόκειται για αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, απαραίτητο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής είναι και

Ζημία

Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά (περιουσιακά και μη περιουσιακά) του προσώπου ως συνέπεια της παράνομης πράξης ΑΠ 1284/2017. Ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή ΑΠ 1512/2014. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσης αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία ΑΠ 1284/2017. Η ζημία που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητά του (πχ. προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη ΑΠ 1284/2017. Η ηθική βλάβη αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης στις περιπτώσεις των άρ.57 ΑΚ έως άρ.59 ΑΚ (προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας), και του άρ.932 ΑΚ (αδικοπραξία) ΑΠ 1284/2017 άρ.57 ΑΚ άρ.58 ΑΚ άρ.59 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία ΑΠ 1512/2014.

Αποθετική ζημία

Για να είναι ορισμένη η αγωγή για απαίτηση αποθετικής ζημίας, η αγωγή πρέπει να αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του ενάγοντα και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας ΑΠ 869/2013.

Παράνομη συμπεριφορά

Παράνομη ανθρώπινη συμπεριφορά είναι η αντίθεση σε προϋπάρχοντα επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, γραπτό ή άγραφο ΑΠ 2143/2007 σκέψ.II. Για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, δηλαδή αν προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος ΑΠ 1284/2017. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης ΑΠ 1284/2017. Παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων, η οποία υποχρέωση είναι κοινωνικά επιβεβλημένη και απορρέει από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς ΑΠ 1284/2017. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται Νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας μπορεί να προκύπτει είτε Το ζημιογόνο γεγονός μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε ΑΠ 997/2012 άρ.914 ΑΚ. Αν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση, μπορεί να γεννηθεί αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012 άρ.914 ΑΚ. Αν η πράξη ή η παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ’ εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που έχει ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη ΑΠ 997/2012. Στην περίπτωση αυτή, η ενδοσυμβατική ευθύνη συνίσταται στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ.) ΑΠ 997/2012.

Δικαιοπραξία

Αν η νομική υποχρέωση προς θετική ενέργεια προκύπτει από δικαιοπραξία, μπορεί να συρρέουν δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012.
Αθέτηση σύμβασης
Μόνη η αθέτηση από τον ένα των συμβαλλομένων κάποιας από τη σύμβαση υποχρέωσης, την οποία ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το άρ.919 ΑΚ ΑΠ 997/2012. Η ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης, βάσει του άρ.919 ΑΚ, μόνο αν θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη ακόμη και αν διαπράττονταν και χωρίς τη συμβατική σχέση ΑΠ 997/2012. Η αθέτηση σύμβασης δεν αποτελεί αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η αθέτηση σύμβασης αποτελεί παράνομη πράξη, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία οφειλέτη, πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης) 980/2014 Εφ.Αθηνών. Αν η αθέτηση της σύμβασης αποτελεί ταυτόχρονα και παράβαση των συναλλακτικών ηθών (πχ. προσβολή της αρχής της εμπιστοσύνης του κοινού στους προμηθευτές), γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της σύμβασης, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου ΑΠ 504/2016. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο ΑΠ 504/2016 ΑΠ 1801/2014 ΑΠ 878/2011 ΑΠ 1901/2008 ΑΠ 555/1999.
Αδικοπραξία από παροχή υπηρεσιών
Αποζημίωση οφείλει και ο πάροχος υπηρεσιών αν παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ζημία ή ηθική βλάβη στον αποδοχέα των υπηρεσιών ν.2251/1994 άρ.8. Αν ο αποδοχέας των υπηρεσιών σύναψε τη σύμβαση ως μέρος της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν προστατεύεται με τις συγκεκριμένες διατάξεις 3884/2006 Εφ.Αθηνών 414/2013 Μον.Πρ.Λαμίας.

Ειδική διάταξη νομου

Για να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν απαιτείται η άδικη πράξη να αποτελεί και ποινικό αδίκημα ΑΠ 838/2008.
Αδικοπραξία που αποτελεί και ποινικό αδίκημα
Ειδικότερες μορφές αδικοπραξίας που αποτελούν και ποινικό αδίκημα είναι και η συκοφαντική δυσφήμηση, η ψευδής καταμήνυση, η ψευδορκία, η απάτη, και η πλαστογραφία.
Συρροή ή κατ' εξακολούθηση έγκλημα
Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.
Ηθική αυτουργία
Περισσότερα για την ηθική αυτουργία.
Αντίθεση στα χρηστά ήθη
Ειδική διάταξη νόμου που προβλέπει νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας δύναται να αποτελεί και το άρ.919 ΑΚ, αν συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης ΑΠ 997/2012. Αν κάποιος ζημιώσει άλλον με πρόθεση, και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ.919 ΑΚ. Η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ΑΠ 997/2012 άρ.919 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Η αδικοπραξία κατ' άρ.919 ΑΚ μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία κατ' άρ.914 ΑΚ Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Κύριο γνώρισμα της κατ' άρ.919 ΑΚ αδικοπραξίας είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη του υπαιτίου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια του άρ.919 ΑΚ, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου ΑΠ 997/2012. Η έννοια των χρηστών ηθών, ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, είναι νομική Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Αρχή της καλής πίστης

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια όπως απαντάται στα άρ.200 ΑΚ, άρ.281 ΑΚ και άρ.288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος ΑΠ 997/2012.

Υπαιτιότητα

Ο όρος πταίσμα είναι ταυτόσημος με τον όρο υπαιτιότητα, όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης κατά τον ΑΚ ΑΠ 1284/2017 άρ.300 ΑΚ. Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, ως αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης κατά τον ΑΚ, εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος δεσμός δικαιολογεί τη μομφή από την έννομη τάξη σε βάρος του προσώπου με τη γένεση στο πρόσωπο της ευθύνης προς αποζημίωση ΑΠ 1284/2017 άρ.300 ΑΚ. Οι δύο μορφές υπαιτιότητας είναι Στο αστικό δίκαιο, λόγος για υπαιτιότητα γίνεται Η έννοια της υπαιτιότητας, όπως ορίζεται στο άρ.330 ΑΚ, έχει εφαρμογή και επί συμβάσεων, και επί αδικοπραξιών Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας για τη θεμελίωση ευθύνης πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας ΑΠ 1284/2017. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του ζημιογόνου αποτελέσματος ΑΠ 1465/2013. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση ΑΠ 308/2019. Αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της ΑΠ 308/2019 άρ.300 ΑΚ. Η έννοια της υπαιτιότητας είναι αόριστη νομική έννοια, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 1085/2013 ΑΠ 1465/2013 άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική έννοια, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας ΑΠ 308/2019 άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος, και το ποσοστό κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, καθώς η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια ΑΠ 308/2019 άρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Δόλος

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρ.27 παρ.1 ΠΚ Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ άρ.27 παρ.1 ΠΚ. Ο δόλος διακρίνεται σε
Άμεσος δόλος
Με άμεσο δόλο πράττει
Ενδεχόμενος δόλος
Με ενδεχόμενο δόλο πράττει Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου, και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή το αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ άρ.27 παρ.1 ΠΚ. Αν ο δράστης δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, και προέβη στην πράξη, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ άρ.27 παρ.1 ΠΚ. Η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από τον βαθμό πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το αποτέλεσμα Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ άρ.27 παρ.1 ΠΚ. Αν ο βαθμός πιθανότητας αυτός αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη, και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ άρ.27 παρ.1 ΠΚ. Ακόμη και αν έννοιες που είναι κοινές στον κλάδο του αστικού και του ποινικού δικαίου επαναπροσδιορίζονται μέσω της ερμηνείας κανόνων του αστικού δικαίου, η διάταξη του άρ.1 ΠΚ και του άρ.7 παρ.1 Συντάγματος δεν περιορίζει την εφαρμογή κανόνων του αστικού δικαίου Ολομ. ΑΠ 8/2005.

Αμέλεια

Αμέλεια υπάρχει αν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ.330 ΑΚ. Αμέλεια υπάρχει αν Αν ο δράστης δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποφύγει τη ζημιογόνα ενέργειά του, υπάρχει αμέλειά του ΑΠ 1284/2017 Αν η υπό κρίση περί αμέλειας συμπεριφορά δεν αποκλίνει από την αντίστοιχη του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, δεν θεμελιώνεται υπαιτιότητα ΑΠ 1451/2014. Επί αυτοκινητικού ατυχήματος, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της σύγκρουσης ΑΠ 1465/2013 άρ.330 εδ.2 ΑΚ. Η αμέλεια, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί να μην μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής ΑΠ 846/2017 σκέψ.Β. Η συγκεκριμενοποίηση αυτή δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής ΑΠ 846/2017 σκέψ.Β άρ.224 ΚΠολΔ. Η αμέλεια διακρίνεται σε
Βαριά αμέλεια
Βαριά είναι η αμέλεια αν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων ΑΠ 1892/2014.
Ελαφρά αμέλεια
Η ελαφρά αμέλεια αποτελεί μορφή υπαιτιότητας ΑΠ 1284/2017.

Ευθύνη

Ικανότητα προς καταλογισμό
Η υπαιτιότητα έχει ως προϋπόθεση την ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα) ΑΠ 1284/2017. Για την κατάφαση της υπαιτιότητας, και περαιτέρω της κατάφασης αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι απαραίτητη η ικανότητα προς καταλογισμό ΑΠ 1284/2017. Δηλαδή απαιτείται η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στον δράστη ΑΠ 1284/2017.
Απαλλαγή από την ευθύνη
Δεν ευθύνεται σε αποζημίωση όποιος ζημίωσε άλλον, αν Αν η παραπάνω κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής οφείλονταν σε χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή παραπλήσιων μέσων, η κατάσταση πρέπει να είναι ανυπαίτια άρ.915 εδ.2 ΑΚ. Αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού, ο ως άνω μη ευθυνόμενος ζημιών μπορεί να καταδικασθεί από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση άρ.918 ΑΚ.
Γνήσια αντικειμενική ευθύνη
Γνήσια αντικειμενική ευθύνη είναι η ευθύνη που δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα, όπως επί ευθύνης απο διακινδύνευση ΑΠ 52/2016.
Μη γνήσια ή νόθος αντικειμενική ευθύνη
Μη γνήσια ή νόθος αντικειμενική ευθύνη είναι η ευθύνη αν η υπαιτιότητα τεκμαίρεται ΑΠ 1284/2017 ΑΠ 1239/2014. Στη μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη η ύπαρξη της υπαιτιότητας μπορεί να ανατραπεί ΑΠ 549/2008. Δηλαδή στη μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη γίνεται αντιστροφή του βάρους απόδειξης της υπαιτιότητας ΑΠ 549/2008.
Ευθύνη νομικού προσώπου
Το νομικό πρόσωπο έχει αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη, αν Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το άρ.71 ΑΚ, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρ.65 έως άρ.70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη, ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του νομικού προσώπου ΑΠ 1085/2013. Η πράξη ή παράλειψη πρέπει να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου ΑΠ 1085/2013. Είναι αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, κατά κατάχρηση της εξουσίας του ΑΠ 1085/2013. Αν η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και το αρμόδιο όργανο εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο ΑΠ 1312/2015 άρ.71 εδ.2 ΑΚ. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, ωστόσο, αυτής του νομικού προσώπου ΑΠ 1312/2015. Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικά του νομικού προσώπου για πράξη ή παράλειψη αφορούν στην ουσία τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτό όργανα, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις του και ενσαρκώνεται η βούλησή του ΑΠ 1085/2013. Αν το νομικό πρόσωπο φέρει αδικοπρακτική ευθύνη, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων, της ιδιότητας, και της προσωπικής στάσης καθενός μέλους της διοίκησης ή των οργάνων που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος από το αδίκημα ΑΠ 1085/2013. Επί ανώνυμης εταιρείας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρεία προσωπικώς από αδικοπραξία κατά το άρ.914 ΑΚ, καθώς η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει αν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (άρ.914 ΑΚ), οπότε υφίσταται ευθύνη τους ΑΠ 1312/2015. Ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής δεν ευθύνεται σε αποζημίωση από πράξεις των εκτελεστικών οργάνων, εκτός αν διατελεί σε πταίσμα έχοντας παραγγείλει ή εγκρίνει την παράνομη πράξη από την οποία επήλθε η ζημία, οπότε και θεωρείται ως επιφέρων αυτός τη ζημία ΑΠ 1085/2013.

Άρνηση της υπαιτιότητας και ένσταση συνυπαιτιότητας

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντα, δεν οφείλεται αποζημίωση ΑΠ 1451/2014. Αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντα, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής ΑΠ 1451/2014 άρ.300 ΑΚ. Αν η αγωγή αποζημίωσης στηρίζεται στην αδικοπραξία του εναγομένου, και ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμό ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ζημίας του παθόντος είναι ο παθών, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής ΑΠ 315/2008 άρ.914 ΑΚ. Αν η αγωγή αποζημίωσης στηρίζεται στην αδικοπραξία του εναγομένου, και ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμό ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, και συγκεκριμένα ένσταση από το άρ.300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής ΑΠ 315/2008 άρ.914 ΑΚ. Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, δηλαδή στην άρνηση της αγωγής από τον εναγόμενο ΑΠ 315/2008. Για τον λόγο αυτό, για τη θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας δεν αρκεί η απλή παράθεση πραγματικών περιστατικών, ικανών να θεμελιώσουν πταίσμα του παθόντος, αλλά απαιτείται και σαφής μνεία ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά προτείνονται προς θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας ΑΠ 315/2008 άρ.262 ΚΠολΔ. Η ένσταση συνυπαιτιότητας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ΑΠ 846/2017 σκέψ.Α.

Αιτιώδης συνάφεια

Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ' άρ.914 ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ΑΠ 1284/2017. Η αιτιώδης συνάφεια δεν ορίζεται ρητά στον νόμο ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση, προκύπτει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν την ευθύνη προς αποζημίωση ΑΠ 1284/2017. Η ζημία αποζημιώνεται, αν συνδέεται, και στην έκταση που συνδέεται, με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου ΑΠ 1512/2014. Και αυτό, γιατί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου κρατεί η αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata) ΑΠ 1512/2014. Η αιτιώδης αυτή σχέση υπάρχει, αν η ζημιογόνος πράξη δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που η ζημιογόνος πράξη έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ΑΠ 1512/2014. Αν η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων (διάφορες μορφές συμμετοχής και συναιτιότητας), και συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης, ενέχονται όλοι εις ολόκληρο