Αδικοπραξία

Αν κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημίωσει άρ.914 ΑΚ. Απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι Για τη γέννηση ευθύνης προς αποζημίωση άρ.914 ΑΚ ή χρηματική ικανοποίηση από αδικοπραξία άρ.932 ΑΚ πρέπει να υπάρχει Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει εν συνεχεία το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών ΑΠ 2099/2017. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατ' άρ.932 ΑΚ αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίστη του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης ΑΠ 2099/2017 άρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, δηλαδή ως πλημμέλειες του άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ και άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ ΑΠ 2099/2017.

Υπαιτιότητα

Η αδικοπρακτική ευθύνη βασίζεται στην υπαιτιότητα ΑΠ 2143/2007 σκέψ.II. Η υπαιτιότητα περιλαμβάνει τον δόλο και την αμέλεια ΑΠ 2143/2007 σκέψ.II.

Παράνομη συμπεριφορά

Παράνομη ανθρώπινη συμπεριφορά είναι η αντίθεση σε προϋπάρχοντα επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, γραπτό ή άγραφο ΑΠ 2143/2007 σκέψ.II. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται ή σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη, αν υπήρχε νομική υποχρέωση για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε ΑΠ 997/2012. Νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας μπορεί να προκύπτει είτε Το ζημιογόνο γεγονός μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε ΑΠ 997/2012 άρ.914 ΑΚ. Αν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση, μπορεί να γεννηθεί αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012 άρ.914 ΑΚ. Αν η πράξη ή η παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ’ εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που έχει ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη ΑΠ 997/2012. Στην περίπτωση αυτή, η ενδοσυμβατική ευθύνη συνίσταται στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ.) ΑΠ 997/2012.

Δικαιοπραξία

Αν η νομική υποχρέωση προς θετική ενέργεια προκύπτει από δικαιοπραξία, μπορεί να συρρέουν δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012.

Αθέτηση σύμβασης

Μόνη η αθέτηση από τον ένα των συμβαλλομένων κάποιας από τη σύμβαση υποχρέωσης, την οποία ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το άρ.919 ΑΚ ΑΠ 997/2012. Η ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης, βάσει του άρ.919 ΑΚ, μόνο αν θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη ακόμη και αν διαπράττονταν και χωρίς τη συμβατική σχέση ΑΠ 997/2012. Η αθέτηση σύμβασης δεν αποτελεί αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η αθέτηση σύμβασης αποτελεί παράνομη πράξη, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία οφειλέτη, πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης) 980/2014 Εφ.Αθηνών. Αν η αθέτηση της σύμβασης αποτελεί ταυτόχρονα και παράβαση των συναλλακτικών ηθών (πχ. προσβολή της αρχής της εμπιστοσύνης του κοινού στους προμηθευτές), γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της σύμβασης, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου ΑΠ 504/2016. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο ΑΠ 504/2016 ΑΠ 1801/2014 ΑΠ 878/2011 ΑΠ 1901/2008 ΑΠ 555/1999.

Αδικοπραξία από παροχή υπηρεσιών

Αποζημίωση οφείλει και ο πάροχος υπηρεσιών αν παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ζημία ή ηθική βλάβη στον αποδοχέα των υπηρεσιών ν.2251/1994 άρ.8. Αν ο αποδοχέας των υπηρεσιών σύναψε τη σύμβαση ως μέρος της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν προστατεύεται με τις συγκεκριμένες διατάξεις 3884/2006 Εφ.Αθηνών 414/2013 Μον.Πρ.Λαμίας.

Ειδική διάταξη νομου

Ειδική διάταξη νόμου που προβλέπει νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας δύναται να αποτελεί και το άρ.919 ΑΚ, αν συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης ΑΠ 997/2012. Για να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν απαιτείται να αποτελεί η άδικη πράξη και ποινικό αδίκημα ΑΠ 838/2008.

Αρχή της καλής πίστης

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια όπως απαντάται στα άρ.200 ΑΚ, άρ.281 ΑΚ και άρ.288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος ΑΠ 997/2012.

Αιτιώδης συνάφεια

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα ΑΠ 1312/2015. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας ΑΠ 1312/2015.

Αοριστία αγωγής

Αν στην αγωγή δεν εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από τον νόμο, και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στον αιτούμενο, και δεν προσδιορίζεται το αιτούμενο χρηματικό ποσό, η αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι αόριστη ΑΠ 265/2015. Στο δικόγραφο της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν απαιτείται να εκτίθενται τα προσδιοριστικά στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης ΑΠ 265/2015. Τέτοια στοιχεία αποτελούν ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών, καθώς τα παραπάνω δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις ΑΠ 265/2015. Αν στο δικόγραφο της αγωγής από αδικοπραξία με αίτημα περι εις ολόκληρον καταδίκης των εναγομένων δεν υπάρχει επίκληση ως "κοινής" της πράξης των εναγομένων, η αγωγή δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ 194/2012 άρ.914 ΑΚ. Η έλλειψη επίκλησης ως "κοινής" της πράξης των εναγομένων οδηγεί σε καταδίκη σε διαιρετή παροχή ΑΠ 194/2012 άρ.480 ΑΚ.

Ευθύνη νομικού προσώπου

Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης ΑΠ 1312/2015 άρ.71 εδ.1 ΑΚ. Αν η πράξη ή η παράλειψη του αρμοδίου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και το αρμόδιο όργανο εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο ΑΠ 1312/2015 άρ.71 εδ.2 ΑΚ. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, ωστόσο, αυτής του νομικού προσώπου ΑΠ 1312/2015. Επί ανώνυμης εταιρείας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρεία προσωπικώς από αδικοπραξία κατά το άρ.914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (άρ.914 ΑΚ), οπότε υφίσταται ευθύνη τους ΑΠ 1312/2015.

Απαλλαγή από την ευθύνη

Δεν ευθύνεται σε αποζημίωση όποιος ζημίωσε άλλον Αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού, ο ως άνω μη ευθυνόμενος ζημιών μπορεί να καταδικασθεί από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση άρ.918 ΑΚ.

Αντίθεση στα χρηστά ήθη

Αν κάποιος ζημιώσει άλλον με πρόθεση, και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ.919 ΑΚ. Η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ΑΠ 997/2012 άρ.919 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Η αδικοπραξία κατ' άρ.919 ΑΚ μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία κατ' άρ.914 ΑΚ Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Κύριο γνώρισμα της κατ' άρ.919 ΑΚ αδικοπραξίας είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη του υπαιτίου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια του άρ.919 ΑΚ, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου ΑΠ 997/2012. Η έννοια των χρηστών ηθών, ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, είναι νομική Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων

Αν κάποιος υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του άλλου, ενώ γνωρίζει ή αγνοεί υπαίτια το αναληθές τους, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ.920 ΑΚ. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρ.920 ΑΚ είναι Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας υπάρχει όταν αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις γνωρίζει ή υπαίτια, δηλαδή από αμέλεια, αγνοεί την αναλήθεια Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Κίνδυνος κατά του επαγγέλματος ή της πίστης φυσικού ή νομικού προσώπου είναι ο κίνδυνος κατά της καλής γνώμης και υπόληψης που έχουν οι τρίτοι γι' αυτό σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Το μέλλον του φυσικού ή νομικού προσώπου, κατ' άρ.920 ΑΚ, συνίσταται στην οικονομική και επαγγελματική του βελτίωση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Αποζημίωση επί προσβολής της προσωπικότητας

Αν κάποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον άρ.57 εδ.1 ΑΚ. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται άρ.57 εδ.3 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί άρ.59 εδ.1 ΑΚ άρ.57 ΑΚ. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις άρ.59 εδ.2 ΑΚ. Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης άρ.932 εδ.1 ΑΚ. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του άρ.932 εδ.2 ΑΚ. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατ' άρ.57 ΑΚ, άρ.59 ΑΚ, άρ.914 ΑΚ και άρ.932 ΑΚ, πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή ΑΠ 1750/2014. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρ.361 ΠΚ, άρ.362 ΠΚ και άρ.363 ΠΚ ΑΠ 1750/2014. Ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ΑΠ 1750/2014 άρ.367 παρ.1 ΠΚ άρ.367 παρ.2 ΠΚ. Τέτοιο ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου ΑΠ 1750/2014. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού ΑΠ 1750/2014. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή άλλου ΑΠ 1750/2014. Ο ειδικός σκοπός εξύβρισης, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ΑΠ 1750/2014. Η διάταξη του άρ.367 ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρ.57-59 ΑΚ και άρ.914 επ. ΑΚ ΑΠ 1750/2014. Όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των αξιόποινων πράξεων της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης (με την επιφύλαξη του άρ.367 παρ.2 ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου ΑΠ 1750/2014. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρ.367 παρ.1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής ΑΠ 1750/2014. Η προβολή, από τον προσβληθέντα, ισχυρισμού από τη διάταξη του άρ.367 παρ.2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της, από τη διάταξη της πρώτης παραγράφου του αυτού άρθρου, ένστασης ΑΠ 1750/2014. Αν προσβληθεί η προσωπικότητα φυσικού προσώπου ή η φήμη νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, και εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή βλάβη της φήμης, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008 άρ.57 ΑΚ άρ.59 ΑΚ άρ.299 ΑΚ άρ.914 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Για την επιδίκαση της χρηματικής αυτής ικανοποίησης αρκεί κάθε είδος υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Αποθετική ζημία

Για να είναι ορισμένη η απαίτηση αποθετικής ζημίας, η αγωγή πρέπει να αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του ενάγοντα και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας ΑΠ 869/2013.

Αδικοπραξία και συμψηφισμός

Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός έναντι απαίτησης από αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, αν η ενέργεια του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι δόλια άρ.450 ΑΚ ΑΠ 838/2008, χωρίς να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά ποινικό αδίκημα άρ.450 ΑΚ ΑΠ 838/2008. Ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του δράστη κατά του θύματος, η οποία προέρχεται από αδίκημα, απαγορεύεται, είτε η ανταπαίτηση είναι προγενέστερη είτε είναι μεταγενέστερη της κύριας απαίτησης ΑΠ 194/2012. Αν η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης θεμελιώνει παράλληλα και αξίωση αδικήματος από δόλο, οπότε υπάρχει συρροή δύο αξιώσεων, η επίκληση συμψηφισμού κατά της αξίωσης από σύμβαση επιφέρει απόσβεση και της παράλληλης αξίωσης από αδικοπραξία ΑΠ 194/2012.

Αδικοπραξία και επίσχεση

Δεν επιτρέπεται επίσχεση έναντι απαίτησης από αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, αν η ενέργεια του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι δόλια άρ.327 AK άρ.450 ΑΚ ΑΠ 838/2008, χωρίς να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά ποινικό αδίκημα άρ.327 AK άρ.450 ΑΚ ΑΠ 838/2008.

Παραγραφή

Παραγραφή απαίτησης αποζημίωσης από προσβολή στην προσωπικότητα

Η απαίτηση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή στην προσωπικότητα υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή ΑΠ 726/2015. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα της προσβολής ΑΠ 647/2011.

Παραγραφή σε εξακολουθητική ζημία

Αν η ζημία είναι εξακολουθητική, δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημίωσης εξακολουθητικά ΑΠ 28/2010. Η αξίωση αποζημίωσης γεννάται εξαρχής για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβάνουσας και της μέλλουσας, από τη στιγμή που η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, αν η ζημία μπορεί να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ΑΠ 28/2010. Από τη στιγμή της γέννησης της αξίωσης, αν δεν υπάρχει κώλυμα περί την άσκηση της αγωγής, αρχίζει να τρέχει και η παραγραφή για την όλη ζημία ΑΠ 28/2010. Αν υπάρχει αδικοπραξία, και η όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγματών, και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία από τη στιγμή εκδήλωσης του ζημιογόνου γεγονότος ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III. Αν υπάρχει αδικοπραξία, η παραγραφή της αξίωσης είναι πενταετής ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III. Αν υπάρχει αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα, ενιαίως ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III. Αν υπάρχει αδικοπραξία, η παραγραφή αρχίζει από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III. Για την έναρξη της παραγραφής, ως γνώση της ζημίας θεωρείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, χωρίς να απαιτείται και η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης ΑΠ 28/2010.

Συκοφαντική δυσφήμηση

Περισσότερα για το πότε στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση και για τη δυνατότητα άσκησης αγωγής βάσει συκοφαντικής δυσφήμησης.

Ψευδής καταμήνυση

Περισσότερα για το πότε στοιχειοθετείται ψευδής καταμήνυση.

Ψευδορκία

Περισσότερα για το πότε στοιχειοθετείται ψευδορκία.

Απάτη

Περισσότερα για το πότε στοιχειοθετείται απάτη.

Πλαστογραφία

Περισσότερα για το πότε στοιχειοθετείται πλαστογραφία.

Συρροή ή κατ' εξακολούθηση έγκλημα

Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.

Ηθική αυτουργία

Περισσότερα για την ηθική αυτουργία.