Αδικοπραξία

Έννοια αδικοπραξίας

Αν κάποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ. 914 ΑΚ.

Ορισμένο της αγωγής

Απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία άρ. 914 ΑΚ ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία άρ. 932 ΑΚ είναι Αν πρόκειται για αγωγή αποζημίωσης από αδικοπραξία, απαραίτητο στοιχείο για το ορισμένο της αγωγής είναι και Αν στην αγωγή δεν εκτίθεται με ακρίβεια η τέλεση της αδικοπραξίας από τον υπόχρεο στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης ή οι προϋποθέσεις θεμελίωσης αντικειμενικής ευθύνης από τον νόμο, και η πρόκληση της ηθικής βλάβης στον αιτούμενο, και δεν προσδιορίζεται το αιτούμενο χρηματικό ποσό, η αγωγή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι αόριστη ΑΠ 265/2015.

Ζημία

Ζημία είναι κάθε δυσμενής μεταβολή στα έννομα αγαθά (περιουσιακά και μη περιουσιακά) του προσώπου ως συνέπεια της παράνομης πράξης ΑΠ 1284/2017. Ως ζημία νοείται τόσο η περιουσιακή όσο και η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκε από την αδικοπραξία ΑΠ 1170/2019 άρ. 932 ΑΚ. Η ζημία που προξενείται στα περιουσιακής φύσης αγαθά του προσώπου, δηλαδή στα αποτιμητά σε χρήμα αγαθά, αποτελεί την περιουσιακή ζημία ΑΠ 1284/2017. Ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή ΑΠ 1512/2014. Η ζημία που προξενείται στα ηθικά αγαθά του ατόμου, δηλαδή σε εκείνα που συνδέονται στενά με την προσωπικότητά του (πχ. προσβολή της τιμής, της ελευθερίας, της σωματικής και ψυχικής υγείας του ατόμου), αποτελεί την ηθική βλάβη ΑΠ 1284/2017 άρ. 299 ΑΚ. Η ηθική βλάβη αποκαθίσταται με τη μορφή της χρηματικής ικανοποίησης στις περιπτώσεις των άρ. 57 ΑΚ, άρ. 58 ΑΚ, άρ. 59 ΑΚ (προσβολή του δικαιώματος επί της προσωπικότητας), και του άρ. 932 ΑΚ (αδικοπραξία) ΑΠ 1284/2017 άρ. 57 ΑΚ άρ. 58 ΑΚ άρ. 59 ΑΚ άρ. 932 ΑΚ. Δικαιούχος της αποζημίωσης από αδικοπραξία είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία ΑΠ 1512/2014. Η ζημία ή η ηθική βλάβη ή η ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλεται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος ΑΠ 20/2022.

Αποθετική ζημία

Για να είναι ορισμένη η αγωγή για απαίτηση αποθετικής ζημίας, η αγωγή πρέπει να αναφέρει πραγματικά περιστατικά που να πιθανολογούν τη μελλοντική ζημία του ενάγοντα και θα καταστήσουν δυνατή στον δικαστή την εκτίμηση της πιθανότητας επέλευσης της ζημίας ΑΠ 869/2013.

Παράνομη συμπεριφορά

Παράνομη ανθρώπινη συμπεριφορά είναι η αντίθεση σε προϋπάρχοντα επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, γραπτό ή άγραφο ΑΠ 2143/2007 σκέψ. II, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος ΑΠ 1849/2017. Για την κατάφαση της παρανομίας ερευνάται αν προκλήθηκε παράνομη ζημία, δηλαδή αν προσβλήθηκε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον του ζημιωθέντος ΑΠ 1284/2017. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης ΑΠ 1284/2017. Παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων, η οποία υποχρέωση είναι κοινωνικά επιβεβλημένη και απορρέει από τη θεμελιώδη δικαιϊκή αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς ΑΠ 1284/2017. Το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και σε περίπτωση που παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως "το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον" ΑΠ 1849/2017. Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως άρ. 281 ΑΚ και άρ. 288 ΑΚ) ΑΠ 1849/2017 άρ. 281 ΑΚ άρ. 288 ΑΚ. Την υποχρέωση αυτή επιβάλλει και το πνεύμα της διάταξης του άρ. 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς ΑΠ 1849/2017 άρ. 914 ΑΚ. Το κυριότερο κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται αν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβασή της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη ΑΠ 1849/2017. Η παράνομη συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται Νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας μπορεί να προκύπτει Το ζημιογόνο γεγονός μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε ΑΠ 997/2012 άρ. 914 ΑΚ. Αν το ζημιογόνο γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση, μπορεί να γεννηθεί αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012 άρ. 914 ΑΚ. Αν η πράξη ή η παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ’ εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που έχει ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη ΑΠ 997/2012. Στην περίπτωση αυτή, η ενδοσυμβατική ευθύνη συνίσταται στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση (υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ.) ΑΠ 997/2012.

Δικαιοπραξία

Αν η νομική υποχρέωση προς θετική ενέργεια προκύπτει από δικαιοπραξία, μπορεί να συρρέουν δικαιοπρακτική και αδικοπρακτική ευθύνη ΑΠ 997/2012.
Αθέτηση σύμβασης
Μόνη η αθέτηση από τον ένα των συμβαλλομένων κάποιας από τη σύμβαση υποχρέωσης, την οποία ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το άρ. 919 ΑΚ ΑΠ 997/2012 άρ. 919 ΑΚ. Η ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης, βάσει του άρ. 919 ΑΚ, μόνο αν θα ήταν αντίθετη στα χρηστά ήθη ακόμη και αν διαπράττονταν και χωρίς τη συμβατική σχέση ΑΠ 997/2012 άρ. 919 ΑΚ. Η αθέτηση σύμβασης δεν αποτελεί αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η αθέτηση σύμβασης αποτελεί παράνομη πράξη, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις περί παροχής (αδυναμία παροχής, υπερημερία οφειλέτη, πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης) 980/2014 Εφ.Αθηνών. Αν η αθέτηση της σύμβασης αποτελεί ταυτόχρονα και παράβαση των συναλλακτικών ηθών (πχ. προσβολή της αρχής της εμπιστοσύνης του κοινού στους προμηθευτές), γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία 980/2014 Εφ.ΑΘηνών. Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση για παραβίαση της σύμβασης, να επιστηρίξει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση τελούμενη, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου ΑΠ 504/2016. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει συρροή νομίμων βάσεων, μεταξύ συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δε δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωσή του για αποζημίωση είτε στη σύμβαση, είτε στην αδικοπραξία, είτε επιβοηθητικά και στις δύο ΑΠ 504/2016 ΑΠ 1801/2014 ΑΠ 878/2011 ΑΠ 1901/2008 ΑΠ 555/1999.
Αδικοπραξία από παροχή υπηρεσιών
Αποζημίωση οφείλει και ο πάροχος υπηρεσιών, αν παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ζημία ή ηθική βλάβη στον αποδοχέα των υπηρεσιών άρ. 8 ν. 2251/1994. Αν ο αποδοχέας των υπηρεσιών σύναψε τη σύμβαση ως μέρος της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν προστατεύεται με τις συγκεκριμένες διατάξεις 3884/2006 Εφ.Αθηνών 414/2013 Μον. Πρ.Λαμίας.

Ειδική διάταξη νόμου

Για να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης από αδικοπραξία, δεν απαιτείται η άδικη πράξη να αποτελεί και ποινικό αδίκημα ΑΠ 838/2008.
Αδικοπραξία που αποτελεί και ποινικό αδίκημα
Ειδικότερες μορφές αδικοπραξίας που αποτελούν και ποινικό αδίκημα είναι και η συκοφαντική δυσφήμηση, η ψευδής καταμήνυση, η ψευδορκία, η απάτη, και η πλαστογραφία.
Συρροή ή κατ' εξακολούθηση έγκλημα
Το αν περισσότερες πράξεις του ίδιου ατόμου θεωρούνται ως ένα κατ' εξακολούθηση έγκλημα ή αν πρόκειται για πραγματική συρροή καταλείπεται στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ Ποιν. 308/2016.
Ηθική αυτουργία
Περισσότερα για την ηθική αυτουργία.
Αντίθεση στα χρηστά ήθη
Ειδική διάταξη νόμου που προβλέπει νομική υποχρέωση για επιχείρηση θετικής ενέργειας δύναται να αποτελεί και το άρ. 919 ΑΚ, αν συντρέχει αντίθεση στα χρηστά ήθη και πρόθεση βλάβης ΑΠ 997/2012. Αν κάποιος ζημιώσει άλλον με πρόθεση, και κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ. 919 ΑΚ. Η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη είναι πράξη παράνομη και δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ΑΠ 997/2012 άρ. 919 ΑΚ άρ. 932 ΑΚ. Η αδικοπραξία κατ' άρ. 919 ΑΚ μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία κατ' άρ. 914 ΑΚ Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Κύριο γνώρισμα της κατ' άρ. 919 ΑΚ αδικοπραξίας είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη του υπαιτίου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, κατά την έννοια του άρ. 919 ΑΚ, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου ΑΠ 997/2012. Η έννοια των χρηστών ηθών, ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων, είναι νομική Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται το πρόσωπο να ενήργησε τη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη προς τον αποκλειστικό σκοπό της βλάβης τρίτου, αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, δηλαδή είναι επαρκές ότι τελούσε σε γνώση περί του ότι η εκδηλωθείσα συμπεριφορά του ήταν δυνατόν να προκαλέσει ζημία και παρόλα αυτά δεν απέσχε της πράξης ή παράλειψης από την οποία επήλθε η ζημία Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Αρχή της καλής πίστης

Καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια όπως απαντάται στα άρ. 200, 281 και 288 ΑΚ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος ΑΠ 997/2012 άρ. 200 ΑΚ άρ. 281 ΑΚ άρ. 288 ΑΚ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 281 ΑΚ, καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, η οποία επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας ΑΠ 1024/2018 άρ. 281 ΑΚ.

Υπαιτιότητα

Με τον όρο πταίσμα ή υπαιτιότητα, κατά τον ΑΚ, εννοείται ο ψυχικός δεσμός του προσώπου προς μια ενέργειά του ή προς το αποτέλεσμά της, ο οποίος δεσμός δικαιολογεί τη μομφή από την έννομη τάξη σε βάρος του προσώπου με τη γένεση στο πρόσωπο της ευθύνης προς αποζημίωση ΑΠ 1284/2017 άρ. 300 ΑΚ. Ο όρος πταίσμα είναι ταυτόσημος με τον όρο υπαιτιότητα, όσον αφορά τη θεμελίωση της ευθύνης κατά τον ΑΚ ΑΠ 1284/2017 άρ. 300 ΑΚ. Το πταίσμα ή υπαιτιότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ευθύνης κατά τον ΑΚ ΑΠ 1284/2017 άρ. 300 ΑΚ. Οι δύο μορφές υπαιτιότητας είναι Αν το γεγονός δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλεια, και γενικότερα σε υπατιότητα του προσώπου, εμπίπτει στην έννοια των τυχηρών (συνήθων ή γεγονότων ανώτερης βίας), για τα οποία, κατά κανόνα, δεν γεννιέται ευθύνη με βάση την αρχή της υποκειμενικής ευθύνης ΑΠ 52/2016. Στο αστικό δίκαιο, λόγος για υπαιτιότητα γίνεται Η έννοια της υπαιτιότητας, όπως ορίζεται στο άρ. 330 ΑΚ, έχει εφαρμογή και επί συμβάσεων, και επί αδικοπραξιών Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ. Η προϋπόθεση της υπαιτιότητας για τη θεμελίωση ευθύνης πληρούται, αν στο πρόσωπο του ζημιώσαντος υπάρχει οποιαδήποτε μορφή δόλου ή αμέλειας ΑΠ 1284/2017, ακόμη και ελαφράς ΑΠ 2099/2017. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του ζημιογόνου αποτελέσματος ΑΠ 1465/2013. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση ΑΠ 308/2019. Αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό της ΑΠ 308/2019 άρ. 300 ΑΚ. Η έννοια της υπαιτιότητας είναι αόριστη νομική έννοια, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 1085/2013 ΑΠ 1465/2013 άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική έννοια, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας ΑΠ 308/2019 άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος, και το ποσοστό κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου ΑΠ 308/2019 άρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια ΑΠ 308/2019 άρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Δόλος

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ. Ο δόλος διακρίνεται σε
Άμεσος δόλος
Με άμεσο δόλο πράττει
Ενδεχόμενος δόλος
Με ενδεχόμενο δόλο πράττει Η αποδοχή εκφράζει το βουλητικό στοιχείο του δόλου, και υποδηλώνει τη συγκατάθεση του δράστη στην επέλευση του αποτελέσματος, χωρίς να ασκεί επιρροή το αν το αποτέλεσμα που προέβλεψε ως πιθανό του ήταν επιθυμητό ή όχι Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ. Αν ο δράστης δεν επιθυμούσε πράγματι το αποτέλεσμα, και προέβη στην πράξη, το βουλητικό στοιχείο αναζητείται στην εκ μέρους του στάθμιση των αιτίων που τον ώθησαν και του σκοπού που επιδίωξε, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν λόγο ικανό να δικαιολογήσει την αποδοχή του Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ. Η αποδοχή αυτή, στην οποία αποτυπώνεται ο ψυχικός σύνδεσμος του δράστη με το παράνομο αποτέλεσμα, πρέπει πάντοτε να αποδεικνύεται και δεν τεκμαίρεται από τον βαθμό πιθανότητας με την οποία προβλέφθηκε το αποτέλεσμα Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ. Αν ο βαθμός πιθανότητας αυτός αξιολογείται ως ιδιαίτερα υψηλός, παρέχει ισχυρή ένδειξη για την ψυχική στάση του δράστη, και συνεκτιμάται με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο τελευταίος αποδέχθηκε το αποτέλεσμα, ουδέποτε όμως υποκαθιστά το βουλητικό στοιχείο του δόλου Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ άρ. 27 παρ. 1 ΠΚ. Ακόμη και αν έννοιες που είναι κοινές στον κλάδο του αστικού και του ποινικού δικαίου επαναπροσδιορίζονται μέσω της ερμηνείας κανόνων του αστικού δικαίου, η διάταξη του άρ. 1 ΠΚ και του άρ. 7 παρ. 1 Συντάγματος δεν περιορίζει την εφαρμογή κανόνων του αστικού δικαίου Ολομ. ΑΠ 8/2005.

Αμέλεια

Αμέλεια υπάρχει, αν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές Ολομ. ΑΠ 8/2005 άρ. 330 ΑΚ. Αμέλεια υπάρχει, αν Αν ο δράστης δεν έλαβε τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποφύγει τη ζημιογόνα ενέργειά του, υπάρχει αμέλειά του ΑΠ 1284/2017 Αν η υπό κρίση περί αμέλειας συμπεριφορά δεν αποκλίνει από την αντίστοιχη του μέσου συνετού και ευσυνείδητου ανθρώπου, δεν θεμελιώνεται υπαιτιότητα ΑΠ 1451/2014. Επί αυτοκινητικού ατυχήματος, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της σύγκρουσης ΑΠ 1465/2013 άρ. 330 εδ. 2 ΑΚ. Η αμέλεια, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτά συγκεκριμενοποιείται με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί να μην μεταβάλλεται με τον τρόπο αυτό ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής ΑΠ 846/2017 σκέψ. Β. Η συγκεκριμενοποίηση αυτή δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής ΑΠ 846/2017 σκέψ. Β άρ. 224 ΚΠολΔ. Η αμέλεια διακρίνεται σε Αν σε αγωγή από αδικοπραξία το δικαστήριο της ουσίας κατά τον προσδιορισμό της υπαιτιότητας του εναγομένου δεν ερεύνησε τυχόν αμέλεια του εναγομένου για την αδικοπραξία, αλλά περιορίστηκε μόνο στην έρευνα της ύπαρξης ή όχι δόλου ως προς τη συμπεριφορά του, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ για έλλειψη αιτιολογίας ΑΠ 247/2018 άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.
Βαριά αμέλεια
Βαριά είναι η αμέλεια, αν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων ΑΠ 1892/2014.
Ελαφρά αμέλεια
Η ελαφρά αμέλεια αποτελεί μορφή υπαιτιότητας ΑΠ 1284/2017.

Ευθύνη

Ικανότητα προς καταλογισμό
Η υπαιτιότητα έχει ως προϋπόθεση την ικανότητα προς καταλογισμό (ή ικανότητα προς αδικοπραξία ή ικανότητα προς πταίσμα) ΑΠ 1284/2017. Για την κατάφαση της υπαιτιότητας, και περαιτέρω της κατάφασης αδικοπρακτικής ευθύνης, είναι απαραίτητη η ικανότητα προς καταλογισμό ΑΠ 1284/2017. Δηλαδή απαιτείται η παράνομη συμπεριφορά να μπορεί να καταλογιστεί προσωπικά στον δράστη ΑΠ 1284/2017.
Απαλλαγή από την ευθύνη
Δεν ευθύνεται σε αποζημίωση όποιος ζημίωσε άλλον, αν Αν η παραπάνω κατάσταση ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής οφείλονταν σε χρήση οινοπνευματωδών ποτών ή παραπλήσιων μέσων, η κατάσταση πρέπει να είναι ανυπαίτια άρ. 915 εδ. 2 ΑΚ. Αν η ζημία δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού, ο ως άνω μη ευθυνόμενος ζημιών μπορεί να καταδικασθεί από το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση της κατάστασης των μερών, σε εύλογη αποζημίωση άρ. 918 ΑΚ.
Γνήσια αντικειμενική ευθύνη
Γνήσια αντικειμενική ευθύνη είναι η ευθύνη που δεν εξαρτάται από την υπαιτιότητα ΑΠ 52/2016. Γνήσια αντικειμενική ευθύνη υπάρχει, μεταξύ άλλων,
Μη γνήσια ή νόθος αντικειμενική ευθύνη
Μη γνήσια ή νόθος αντικειμενική ευθύνη είναι η ευθύνη αν η υπαιτιότητα τεκμαίρεται, και ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψης ευθύνης ΑΠ 1284/2017 ΑΠ 1239/2014. Στη μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη το τεκμήριο της υπαιτιότητας μπορεί να ανατραπεί ΑΠ 549/2008. Δηλαδή, στη μη γνήσια ή νόθο αντικειμενική ευθύνη γίνεται αντιστροφή του βάρους απόδειξης της υπαιτιότητας ΑΠ 549/2008. Μη γνήσια ή νόθος αντικειμενική ευθύνη υπάρχει, μεταξύ άλλων,
Ευθύνη νομικού προσώπου
Το νομικό πρόσωπο έχει αυτοτελή αδικοπρακτική ευθύνη, αν Ως όργανα του νομικού προσώπου, κατά το άρ. 71 ΑΚ, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρ. 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη, ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου, ακόμη και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του νομικού προσώπου ΑΠ 1085/2013. Η πράξη ή παράλειψη πρέπει να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου ΑΠ 1085/2013. Είναι αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων που του είχαν ανατεθεί, κατά κατάχρηση της εξουσίας του ΑΠ 1085/2013. Αν η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημίωσης, ευθύνεται και το αρμόδιο όργανο εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο ΑΠ 1312/2015 άρ. 71 εδ. 2 ΑΚ. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, ωστόσο, αυτής του νομικού προσώπου ΑΠ 1312/2015. Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικά του νομικού προσώπου για πράξη ή παράλειψη αφορούν στην ουσία τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτό όργανα, δηλαδή τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις του και ενσαρκώνεται η βούλησή του ΑΠ 1085/2013 άρ. 71 ΑΚ άρ. 68 ΑΚ άρ. 67 ΑΚ. Αν το νομικό πρόσωπο φέρει αδικοπρακτική ευθύνη, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων, της ιδιότητας, και της προσωπικής στάσης καθενός μέλους της διοίκησης ή των οργάνων που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο για την κατ' αρχήν θεμελίωση της δικής του υποχρέωσης προς αποζημίωση του βλαβέντος από το αδίκημα ΑΠ 1085/2013. Επί ανώνυμης εταιρείας, οι διοικούντες αυτήν δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρείας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρεία προσωπικώς από αδικοπραξία κατά το άρ. 914 ΑΚ, καθώς η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρεία κάμπτεται και δεν ισχύει αν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (άρ. 914 ΑΚ), οπότε υφίσταται ευθύνη τους ΑΠ 1312/2015. Ο επισπεύδων την εκτέλεση δανειστής δεν ευθύνεται σε αποζημίωση από πράξεις των εκτελεστικών οργάνων, εκτός αν διατελεί σε πταίσμα έχοντας παραγγείλει ή εγκρίνει την παράνομη πράξη από την οποία επήλθε η ζημία, οπότε και θεωρείται ως επιφέρων αυτός τη ζημία ΑΠ 1085/2013.

Άρνηση της υπαιτιότητας και ένσταση συνυπαιτιότητας

Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντα, δεν οφείλεται αποζημίωση ΑΠ 1451/2014. Αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντα, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής ΑΠ 1451/2014 άρ. 300 ΑΚ. Αν η αγωγή αποζημίωσης στηρίζεται στην αδικοπραξία του εναγομένου, και ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμό ότι αποκλειστικός υπαίτιος της ζημίας του παθόντος είναι ο παθών, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής ΑΠ 315/2008 άρ. 914 ΑΚ. Αν η αγωγή αποζημίωσης στηρίζεται στην αδικοπραξία του εναγομένου, και ο εναγόμενος προβάλει ισχυρισμό ότι στην επέλευση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του παθόντος, ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, και συγκεκριμένα ένσταση από το άρ. 300 ΑΚ καταλυτική εν όλω ή εν μέρει της αγωγής ΑΠ 315/2008 άρ. 914 ΑΚ. Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέχεται στον ισχυρισμό του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του παθόντος, δηλαδή στην άρνηση της αγωγής από τον εναγόμενο ΑΠ 315/2008. Για τον λόγο αυτό, για τη θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας δεν αρκεί η απλή παράθεση πραγματικών περιστατικών, ικανών να θεμελιώσουν πταίσμα του παθόντος, αλλά απαιτείται και σαφής μνεία ότι τα πραγματικά αυτά περιστατικά προτείνονται προς θεμελίωση της ένστασης συνυπαιτιότητας ΑΠ 315/2008 άρ. 262 ΚΠολΔ. Η ένσταση συνυπαιτιότητας πρέπει να προτείνεται από τον εναγόμενο με πληρότητα, δηλαδή Η ένσταση συνυπαιτιότητας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ΑΠ 846/2017 σκέψ. Α άρ. 300 ΑΚ. Η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, έστω και αν προκύπτει από τις αποδείξεις ΑΠ 999/2010 άρ. 300 ΑΚ.

Αιτιώδης συνάφεια

Προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης κατ' άρ. 914 ΑΚ είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ΑΠ 1284/2017cite> άρ. 914 ΑΚ. Η αιτιώδης συνάφεια δεν ορίζεται ρητά στον νόμο ως αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση, προκύπτει όμως από τη γενική θεώρηση των διατάξεων που καθιερώνουν την ευθύνη προς αποζημίωση ΑΠ 1284/2017. Η ζημία αποζημιώνεται, αν συνδέεται, και στην έκταση που συνδέεται, με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου ΑΠ 1512/2014. Και αυτό, γιατί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου κρατεί η αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata) ΑΠ 1512/2014. Η αιτιώδης αυτή σχέση υπάρχει, αν η ζημιογόνος πράξη δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους που η ζημιογόνος πράξη έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ΑΠ 1512/2014. Η διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου έχει ως προϋπόθεση την παρεμβολή άλλων μεταγενέστερων όλως εξαιρετικών και απρόβλεπτων γεγονότων, ιδίως δε ενεργειών τρίτων προσώπων ΑΠ 999/2010. Αν ο ζημιωθείς παραλείψει να αποτρέψει ή να περιορίσει τη ζημία του, δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά ο υπόχρεος προς αποζημίωση έχει τη δυνατότητα να προβάλει την εκ του άρ. 300 ΑΚ ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος ΑΠ 999/2010 άρ. 300 ΑΚ. Αν η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων (διάφορες μορφές συμμετοχής και συναιτιότητας), και συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης, ενέχονται όλοι εις ολόκληρο Κοινή είναι η πράξη περισσοτέρων, αν αυτοί συμμετείχαν, ταυτόχρονα ή διαδοχικά, στην τέλεση αυτής, είτε ως συναυτουργοί, είτε ως άμεσοι ή απλοί συνεργοί, και δεν έχει σημασία αν ορισμένοι από αυτούς ενήργησαν με δόλο και άλλοι από αμέλεια ΑΠ 1696/2022. Δεν έχει επίσης σημασία αν η συμμετοχή των περισσοτέρων συνέβαλε στην εκτέλεση της κυρίας πράξης ή άλλης που συνοδεύει αυτή (επιγενόμενη συμμετοχή) και έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο της κυρίας πράξης χρόνο, η οποία (μεταγενέστερη πράξη) δεν συνδέεται μεν αμέσως αιτιωδώς με την πρόκληση της ζημίας που προξενήθηκε με την προγενέστερη κυρία πράξη, έχει όμως ως αποτέλεσμα, συνδεόμενο έτσι αντικειμενικά ουσιωδώς με την κύρια πράξη, την επαύξηση ή τη διατήρηση αυτής της ζημίας ΑΠ 1696/2022. Τέτοια περίπτωση υπάρχει, ιδίως, αν με τη μεταγενέστερη πράξη αποκρύπτεται ο δράστης ή το κλοπιμαίο αντικείμενο ή εξαφανίζονται τα αποδεικτικά μέσα ως προς την τέλεση της κυρίας πράξης ή τα ίχνη της κυρίας πράξης και της ζημίας και παρεμποδίζεται η αποκάλυψη του δράστη της κυρίας πράξης, όπως και στην περίπτωση του προβλεπόμενου από το άρ. 394 ΠΚ εγκλήματος της αποδοχής προϊόντων εγκλήματος, καθώς ο δράστης του εγκλήματος αυτού με πρόθεση συμβάλλει στη διατήρηση της ζημίας που υπέστη εκείνος από την κατοχή του οποίου αφαιρέθηκε το πράγμα με αξιόποινη πράξη, που τελέστηκε προηγουμένως από άλλον ΑΠ 1696/2022 άρ. 394 ΠΚ. Ως αιτιώδης συνάφεια εννοείται η σχέση μεταξύ του νομίμου λόγου ευθύνης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του δράστη και του αποτελέσματος (ζημίας) ΑΠ 1284/2017. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, αν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα ΑΠ 1284/2017 ΑΠ 1312/2015, και επέφερε όντως τη ζημία στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 1693/2013. Αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του υπαιτίου και της προξενηθείσας ζημίας υπάρχει, αν η πράξη ή παράλειψη του υπαιτίου, εν όψει των ειδικών περιστάσεων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ήταν πρόσφορη αιτία του επιζημίου αποτελέσματος, δηλαδή ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να έχει ως συνέπεια την αξιούμενη ζημία ΑΠ 315/2008 άρ. 298 εδ. 2 ΑΚ άρ. 914 ΑΚ. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, αν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή να επιφέρει τη ζημία, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 1465/2013. Αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ορισμένης πράξης ή παράλειψης και ορισμένου επιζήμιου αποτελέσματος, υπάρχει αν Το αν η παράνομη πράξη υπήρξε αναγκαίος όρος για την παραγωγή του ζημιογόνου αποτελέσματος, ως μέρος της κρίσης περί ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ζημίας και του νόμιμου λόγου ευθύνης, στον οποίο συγκαταλέγεται και η παράνομη πράξη, αποτελεί για το δικαστήριο της ουσίας κρίση πραγματική, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ΑΠ 315/2008. Το αν η συγκεκριμένη αιτία είναι κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πρόσφορη για την πρόκληση του ζημιογόνου αποτελέσματος, αποτελεί για το δικαστήριο της ουσίας κρίση νομική, η οποία ελέγχεται αναιρετικά, ειδικότερα από την άποψη της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, και από την άποψη της έλλειψης νόμιμης βάσης ΑΠ 315/2008. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, η οποία ανάγεται στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας ΑΠ 308/2019. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι στη συγκεκριμένη ένδικη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη την οποία δέχθηκε ως αποδεδειγμένη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ΑΠ 1554/2014 σκέψ. III άρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η έννοια του αιτιώδους συνδέσμου είναι αόριστη νομική έννοια, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 1085/2013 ΑΠ 1465/2013 άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος, στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας, κρίνει το αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κυριαρχικώς διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος που επήλθε ΑΠ 846/2017 σκέψ. Β.

Στοιχεία που δεν απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής

Στο δικόγραφο της αγωγής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν απαιτείται να εκτίθενται τα προσδιοριστικά στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης ΑΠ 265/2015 σκέψ. VIII. Και αυτό, γιατί αυτά δύνανται να προκύψουν από τις αποδείξεις ΑΠ 265/2015 σκέψ. VIII. Προσδιοριστικά στοιχεία βάσει των οποίων θα καθορισθεί το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αποτελούν, μεταξύ άλλων, ο βαθμός του πταίσματος του αδικοπρακτήσαντος, και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών ΑΠ 265/2015 σκέψ. VIII. Αν κατατεθεί αγωγή με αίτημα την καταδίκη των εναγομένων σε αποζημίωση εις ολόκληρον, και στην αγωγή δεν υπάρχει επίκληση ως "κοινής" της πράξης των εναγομένων, η αγωγή δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ 194/2012 άρ. 914 ΑΚ. Και αυτό, γιατί η έλλειψη επίκλησης ως "κοινής" της πράξης των εναγομένων οδηγεί σε καταδίκη σε διαιρετή παροχή ΑΠ 194/2012 άρ. 480 ΑΚ.

Επιδίκαση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης

Το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, Σκοπός της διάταξης του άρ. 932 ΑΚ είναι να επιτυγχάνεται μια υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μια δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015. Ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "εύλογου" της χρηματικής ικανοποίησης είναι τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού της διάταξης του άρ. 932 ΑΚ, και κυρίως, Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατ' άρ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 932 ΑΚ. Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ως άνω σκοπό του άρ. 932 ΑΚ, και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 932 ΑΚ. H κρίση του δικαστηρίου της ουσίας όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεση του δικαστηρίου οι διάδικοι Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 932 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, είναι κατ' αρχήν αναιρετικά ανέλεγκτη Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 ΑΠ 2099/2017 άρ. 932 ΑΚ. Και αυτό, γιατί o προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 ΑΠ 2099/2017 άρ. 932 ΑΚ. Συνεπώς, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού χρηματικής ικανοποίησης δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια, και η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, και δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 ΑΠ 2099/2017 άρ. 932 ΑΚ. Κατ' άλλη άποψη, το "εύλογο" της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάζει το δικαστήριο λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία αποτελεί αόριστη νομική έννοια Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 (μειοψ.) άρ. 932 ΑΚ. Αν, όσον αφορά το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, ή υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, τα παραπάνω ελέγχονται αναιρετικά ως πλημμέλειες του άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 932 ΑΚ άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 25 Συντάγματος άρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ άρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί η αρχή της αναλογικότητας προβλέπεται από το άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος, και αποτελεί κανόνα δικαίου συνταγματικής βαθμίδας Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί γενική νομική αρχή, και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος κατ' άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος και άρ. 25 Συντάγματος Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας καθιερώνεται ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης, κλπ.) Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας εκφράζεται και από την υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρ. 1 πρώτ.προσθ.πρωτοκ.ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 άρ. 1 πρώτ.πρόσθετ.πρωτόκ.ΕΣΔΑ άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος. Η έννοια της αναλογικότητας κατ' άρ. 25 Συντάγματος είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" κατ' άρ. 932 ΑΚ, και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο" Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 932 ΑΚ. Κατά τον καθορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάζεται, επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 932 ΑΚ άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 25 Συντάγματος. Και αυτό, γιατί, αν η απόφαση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, επιδικάζει κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου ως δήθεν εύλογο ένα ποσό ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο, στη μεν περίπτωση ευτελούς ποσού η απόφαση ευτελίζει τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου όσον αφορά τον παθόντα, στη δε περίπτωση υπέρμετρα μεγάλου ποσού ευτελίζει το δικαίωμα της περιουσίας όσον αφορά τον υπόχρεο, ενώ το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 ΑΠ 308/2019 άρ. 932 ΑΚ. Η αρχή της αναλογικότητας, χωρίς αμφιβολία, απευθύνεται και στον δικαστή όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων για τις έννομες συνέπειες που απαγγέλονται απ' αυτόν Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 25 Συντάγματος. Κατ' άλλη άποψη, η αρχή της αναλογικότητας δεν απευθύνεται στον δικαστή, και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τον καθορισμό της οφειλόμενης χρηματικής ικανοποίησης δεν ελέγχεται αναιρετικά για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αλλά ελέγχεται αναιρετικά αν διαπιστώνεται υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου της ουσίας Πλ.Ολομ. ΑΠ 9/2015 (μειοψ.) άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 25 Συντάγματος. Η μη υπέρβαση από το δικαστήριο των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας αποτελεί γενική αρχή του δικαίου, και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015. Κατ' άλλη άποψη, αν το δικαστήριο υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αυτό συνιστά μερικότερη περίπτωση παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας Πλ.Ομολ. ΑΠ 9/2015 (μειοψ.) ΑΠ 2099/2017 άρ. 25 παρ. 1 Συντάγματος. Η έννοια, κατ' άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ, του όρου "οικογένεια του θύματος", στην οποία μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτωσης του θύματος, αποτελεί αόριστη νομική έννοια ΑΠ 870/2020 άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ. Η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος" δεν προσδιορίζεται από το άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ ΑΠ 870/2020 άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ. Και αυτό, προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικώς τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος, ως εκ της φύσης του, υφίσταται αναγκαίως τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου ΑΠ 870/2020. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ, απορρέουσα από τον σκοπό της θέσπισης της διάταξης, στην οικογένεια του θύματος ως αόριστης νομικής έννοιας περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλειά του και για την ανακούφιση του ηθικού πόνου των οποίων στοχεύει η διάταξη αυτή, αδιαφόρως αν συζούσαν μαζί του ή διέμεναν χωριστά ΑΠ 870/2020 άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ. Υπό την έννοια αυτή, μεταξύ των προσώπων της οικογένειας του θύματος περιλαμβάνεται ο σύζυγος, οι κατιόντες, οι ανιόντες, οι αδελφοί του θανόντος, καθώς και οι αγχιστείς πρώτου βαθμού, δηλαδή ο πεθερός, πεθερά, γαμπρός και νύφη ΑΠ 870/2020. Η επιδίκαση της χρηματικής ικανοποίησης, που προβλέπεται από το άρ. 932 εδ. 3 ΑΚ, στα δικαιούμενα πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της ύπαρξης, κατ' εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, αισθημάτων αγάπης και στοργής ΑΠ 870/2020. Η συνδρομή της προϋπόθεσης αυτής, συνιστά πραγματικό ζήτημα ΑΠ 870/2020. Αν, κατά την εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, δεν υπήρχαν τέτοια αισθήματα, αυτό μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων ή κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης ΑΠ 870/2020.

Συμψηφισμός κατά απαίτησης από αδικοπραξία

Δεν επιτρέπεται συμψηφισμός κατά απαίτησης αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν η ενέργεια του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι δόλια ΑΠ 838/2008 άρ. 450 ΑΚ, χωρίς να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά ποινικό αδίκημα ΑΠ 838/2008 άρ. 450 ΑΚ. Το ίδιο ισχύει και για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία άρ. 450 ΑΚ. Ο συμψηφισμός ανταπαίτησης του δράστη κατά του θύματος, η οποία προέρχεται από αδίκημα, απαγορεύεται, είτε η ανταπαίτηση είναι προγενέστερη είτε είναι μεταγενέστερη της κύριας απαίτησης ΑΠ 194/2012. Αν η ένσταση συμψηφισμού προτείνει να γίνει συμψηφισμός μιας απαίτησης με απαίτηση από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, η ένσταση είναι μη νόμιμη ΑΠ 194/2012. Αν η παραβίαση συμβατικής υποχρέωσης θεμελιώνει παράλληλα και αξίωση αδικήματος από δόλο, οπότε υπάρχει συρροή δύο αξιώσεων, η επίκληση συμψηφισμού κατά της αξίωσης από σύμβαση επιφέρει απόσβεση και της παράλληλης αξίωσης από αδικοπραξία ΑΠ 194/2012.

Επίσχεση κατά απαίτησης από αδικοπραξία

Δεν επιτρέπεται επίσχεση κατά απαίτησης αποζημίωσης από αδικοπραξία, αν η ενέργεια του υπόχρεου σε αποζημίωση είναι δόλια ΑΠ 838/2008 άρ. 327 ΑΚ άρ. 450 ΑΚ, χωρίς να είναι απαραίτητο η αδικοπραξία του υπόχρεου να συνιστά ποινικό αδίκημα ΑΠ 838/2008 άρ. 327 ΑΚ άρ. 450 ΑΚ. Το ίδιο ισχύει και κατά απαίτησης χρηματικής ικανοποίησης από αδικοπραξία άρ. 327 ΑΚ άρ. 450 ΑΚ.

Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων

Αν κάποιος υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του άλλου, ενώ γνωρίζει ή αγνοεί υπαίτια το αναληθές τους, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει άρ. 920 ΑΚ. Προϋποθέσεις εφαρμογής του άρ. 920 ΑΚ είναι Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας υπάρχει όταν αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις γνωρίζει ή υπαίτια, δηλαδή και από αμέλεια, αγνοεί την αναλήθεια Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Κίνδυνος κατά του επαγγέλματος ή της πίστης φυσικού ή νομικού προσώπου είναι ο κίνδυνος κατά της καλής γνώμης και υπόληψης που έχουν οι τρίτοι γι' αυτό σχετικά με την οικονομική και επαγγελματική του κατάσταση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008. Το μέλλον του φυσικού ή νομικού προσώπου, κατ' άρ. 920 ΑΚ, συνίσταται στην οικονομική και επαγγελματική του βελτίωση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Απαίτηση από προσβολή της προσωπικότητας

Αν κάποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον άρ. 57 εδ. 1 ΑΚ. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται άρ. 57 εδ. 3 ΑΚ άρ. 914 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί άρ. 59 εδ. 1 ΑΚ άρ. 57 ΑΚ. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις άρ. 59 εδ. 2 ΑΚ. Ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα ΑΠ 109/2012 άρ. 2 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 5 παρ. 1 Συντάγματος άρ. 5 παρ. 2 Συντάγματος. Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμη και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του ΑΠ 109/2012. Η προσβολή είναι παράνομη αν Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας ΑΠ 109/2012. Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης άρ. 932 εδ. 1 ΑΚ. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του άρ. 932 εδ. 2 ΑΚ. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας, κατ' άρ. 57 ΑΚ, άρ. 59 ΑΚ, άρ. 914 ΑΚ και άρ. 932 ΑΚ, πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή ΑΠ 1750/2014 άρ. 57 ΑΚ άρ. 59 ΑΚ άρ. 914 ΑΚ άρ. 932 ΑΚ. Έτσι, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρ. 361 ΠΚ, άρ. 362 ΠΚ και άρ. 363 ΠΚ ΑΠ 1750/2014 άρ. 361 ΠΚ άρ. 362 ΠΚ άρ. 363 ΠΚ Ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμησης αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ΑΠ 1750/2014 άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ άρ. 367 παρ. 2 ΠΚ. Τέτοιο ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου ΑΠ 1750/2014. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή, ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, αν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή αν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού ΑΠ 1750/2014. Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, αν αυτός ο τρόπος δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλει την τιμή άλλου ΑΠ 1750/2014. Ο ειδικός σκοπός εξύβρισης, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ΑΠ 1750/2014. Η διάταξη του άρ. 367 ΠΚ, για την ενότητα της έννομης τάξης, εφαρμόζεται αναλογικά και στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρ. 57, άρ. 58 ΑΚ, άρ. 59 ΑΚ και άρ. 914 επ. ΑΚ ΑΠ 1750/2014 άρ. 57 ΑΚ άρ. 58 ΑΚ άρ. 59 ΑΚ άρ. 914 ΑΚ. Όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των αξιόποινων πράξεων της απλής δυσφήμησης και της εξύβρισης (με την επιφύλαξη του άρ. 367 παρ. 2 ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιου συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου ΑΠ 1750/2014. Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής ΑΠ 1750/2014. Η προβολή, από τον προσβληθέντα, ισχυρισμού από τη διάταξη του άρ. 367 παρ. 2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της ένστασης από το άρ. 367 παρ. 1 ΠΚ ΑΠ 1750/2014. Αν προσβληθεί η προσωπικότητα φυσικού προσώπου ή η φήμη νομικού προσώπου από παράνομη και υπαίτια πράξη του προσβάλλοντος, και εξαιτίας της προσβολής αυτής επήλθε οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας ή βλάβη της φήμης, μπορεί να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008 άρ. 57 ΑΚ άρ. 59 ΑΚ άρ. 299 ΑΚ άρ. 914 ΑΚ άρ. 932 ΑΚ. Για την επιδίκαση της χρηματικής αυτής ικανοποίησης αρκεί κάθε είδος υπαιτιότητας, από δόλο ή από αμέλεια Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2008.

Παραγραφή

Περισσότερα για την παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία. Περισσότερα για την παραγραφή απαίτησης από προσβολή της προσωπικότητας.