Παραγραφή

Παραγραφή είναι ο θεσμός του δικαίου, εξαιτίας του οποίου μια αξίωση παραλύει, επειδή ο δικαιούχος της παρέλειψε να την ασκήσει εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος που προβλέπεται στον νόμο ΑΠ 148/2017.

Έναρξη της παραγραφής

Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η απαίτηση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της ΑΠ 192/2008 άρ.251 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης δεν είναι δυνατή αν, από νομικούς λόγους, αποκλείεται η άσκηση της αγωγής από τον δικαιούχο ΑΠ 192/2008. Η παραγραφή των αξιώσεων που αναφέρονται στο άρ.250 ΑΚ αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο συμπίπτει η έναρξη της παραγραφής που ορίζεται στο άρ.251 ΑΚ και άρ.252 ΑΚ άρθρα ΑΠ 623/2011 άρ.253 ΑΚ άρ.250 ΑΚ άρ.251 ΑΚ άρ.252 ΑΚ.

Αναστολή της παραγραφής

Η παραγραφή αναστέλλεται Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής άρ.255 εδ.1 ΑΚ. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης ΑΠ 1802/2008. Ανώτερη βία συνιστά και η κατάθεση της έκθεσης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, κατ' άρ.368 επ. ΚΠολΔ, σε χρόνο πέραν εκείνου της βραχυπρόθεσμης παραγραφής, καθώς ο διάδικος δεν έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει κάποια διαδικαστική πράξη, η οποία θα μπορούσε να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής ΑΠ 148/2017.

Διακοπή της παραγραφής

Η παραγραφή διακόπτεται Αν δεν έχει αρχίσει η παραγραφή, δεν νοείται διακοπή της ΑΠ 1091/2006.

Διακοπή της παραγραφής λόγω άσκησης αγωγής

Αν ασκηθεί αγωγή για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία ΑΠ 52/2018 άρ.261 παρ.1 εδ.1 ΑΚ άρ.221 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ. Αν ασκήσει την αγωγή ο πραγματικός δικαιούχος της αξίωσης, η άσκηση της αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής ΑΠ 190/2008 Αν ασκήσει την αγωγή ο μη δικαιούχος διάδικος, ο οποίος νομιμοποιείται στην άσκηση της αγωγής, η άσκηση της αγωγής επιφέρει διακοπή της παραγραφής υπέρ του πραγματικού δικαιούχου και κατά του πραγματικού υποχρέου της διαγνωστέας οφειλής ΑΠ 190/2008. Αν η παραγραφή διακοπεί με την άσκηση της αγωγής, η νέα παραγραφή αρχίζει από την άσκηση της αγωγής, ακόμη και στις αξιώσεις του άρ.250 ΑΚ ΑΠ 190/2008 άρ.250 ΑΚ. Αν η παραγραφή διακοπεί με την άσκηση της αγωγής, και διακοπεί εκ νέου μετά από νέα διαδικαστική πράξη, η διακοπή αρχίζει εκ νέου από τη διαδικαστική πράξη ΑΠ 190/2008.

Διακοπή της παραγραφής με άσκηση αγωγής από 20-03-2013 και μετά

Αν η αγωγή ασκήθηκε από 20-03-2013 και μετά, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής άρ.261 εδ.1 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Αν η αγωγή ασκήθηκε από 20-03-2013 και μετά, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης ΑΠ 148/2017 άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Αν η αγωγή ασκήθηκε από 20-03-2013 και μετά, και εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση ή περατωθεί η δίκη κατ' άλλον τρόπο, η παραγραφή που διακόπηκε από την άσκηση της αγωγής συνεχίζει από την έκδοση της απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης ΑΠ 148/2017 άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Με τον όρο "τελεσίδικη απόφαση" εννοείται η επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως πχ. οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχή της απόφασης, αποδοχή της αγωγής ΑΠ 148/2017. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου και με την περάτωση της δίκης με τρόπο πέραν της τελεσιδικίας, δηλαδή λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, ή με παραίτηση από το δικόγραφο, ή με παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής ΑΠ 148/2017 άρ.293 ΚΠολΔ άρ.294 ΚΠολΔ άρ.296 ΚΠολΔ. Επί παραίτησης από το δικόγραφο εφαρμόζεται το άρ.263 ΑΚ ΑΠ 148/2017 άρ.263 ΑΚ. κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μην έγινε άρ.263 εδ.1 ΑΚ. η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή άρ.263 εδ.2 ΑΚ. Κατά την έννοια του νόμου, απόρριψη της αγωγής για λόγους μη ουσιαστικούς υπάρχει σε κάθε περίπτωση κατά την οποία απορρίπτεται η αγωγή για λόγο που δεν ανάγεται στη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της υπό διάγνωση απαίτησης ΑΠ 190/2008. Μη ουσιαστικός λόγος απόρριψης της αγωγής μπορεί να είναι Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η άσκηση νέας αγωγής από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου, η οποία βασίζεται στην ίδια με την προηγούμενη νομική και ιστορική αιτία ΑΠ 190/2008. Το διακοπτικό αποτέλεσμα της παραγραφής δεν επηρεάζεται Αίτημα που συνάπτεται με την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος προς παροχή δικαστικής προστασίας και δεν διαφοροποιεί την ταυτότητα της διαγνωστεάς ουσιαστικής αξίωσης είναι και το αίτημα του ενάγοντος μηχανικού - μέλους του ΤΕΕ περί καταβολής στο ΤΕΕ της αμοιβής που οφείλει σ' αυτόν ο εναγόμενος πελάτης του, το οποίο υποβάλλει με την ασκούμενη εκ νέου από τον ίδιο αγωγή, αντί του αιτήματος της αρχικής αγωγής του περί καταβολής απευθείας στον ίδιο της ίδιας αμοιβής, παρά την έλλειψη στο πρόσωπό του εξουσίας για απευθείας είσπραξη της αμοιβής και αντίστοιχης δυνατότητας για τη δικαστική επιδίωξη και καταβολή αυτής στον ίδιο, η οποία πρώτη αγωγή απορρίφθηκε γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, χωρίς να ερευνηθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητα της σχετικής απαίτησης ΑΠ 190/2008. Η απόρριψη και της επανασκηθείσας αγωγής για μη ουσιαστικούς λόγους παρέχει στον ενάγοντα δικαίωμα άσκησης και νέας (τρίτης) αγωγής πριν παρέλθει εξάμηνο από την τελεσίδικη απόρριψη της δεύτερης αγωγής, οπότε η παραγραφή λογίζεται ότι διακόπηκε με την άσκηση της πρώτης αγωγής, εκτός αν αυτό γίνεται σκόπιμα για την επιμήκυνση της παραγραφής, οπότε μπορεί να αποκρουσθεί ως καταχρηστική κατά το άρ.281 ΑΚ ΑΠ 190/2008 άρ.281 ΑΚ. Θα συμβουλευτείτε τον ΑΚ; Η νέα παραγραφή αρχίζει από την επομένη της τελεσιδικίας της αποφασης ή της περάτωσης της δίκης με άλλο τρόπο ΑΠ 148/2017 άρ.261 ΑΚ άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013) άρ.270 ΑΚ.

Διακοπή της παραγραφής με άσκηση αγωγής έως και 19-03-2013

Αν μέχρι και 19-03-2013 δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής ΑΠ 148/2017 άρ.261 εδ.1 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Αν μέχρι και 19-03-2013 δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, η παραγραφή αναστέλλεται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης ΑΠ 148/2017 άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Αν μέχρι και 19-03-2013 δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, η παραγραφή συνεχίζει από την έκδοση της απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης ΑΠ 148/2017 άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Αν μέχρι και 19-03-2013 δεν είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, και ο χρόνος παραγραφής είχε συμπληρωθεί εν επιδικία μέχρι και 19-03-2013, η παραγραφή λογίζεται ότι είχε ανασταλεί με την άσκηση της αγωγής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης ΑΠ 148/2017 άρ.261 παρ.1 εδ.2 ΑΚ άρ.261 παρ.3 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Με τον όρο "τελεσίδικη απόφαση" εννοείται η επερχόμενη με οποιοδήποτε τρόπο τελεσιδικία, όπως πχ. οριστική απόφαση που καθίσταται τελεσίδικη λόγω παρέλευσης των προθεσμιών για την άσκηση τακτικών ενδίκων μέσων, παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής τους, αποδοχή της απόφασης, αποδοχή της αγωγής ΑΠ 148/2017. Η παραγραφή αρχίζει εκ νέου και με την περάτωση της δίκης με τρόπο πέραν της τελεσιδικίας, δηλαδή λόγω κατάργησης της δίκης με δικαστικό συμβιβασμό, ή με παραίτηση από το δικόγραφο, ή με παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής ΑΠ 148/2017 άρ.293 ΚΠολΔ άρ.294 ΚΠολΔ άρ.296 ΚΠολΔ. Αν μέχρι και 19-03-2013 είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, η παραγραφή διακόπτεται με την άσκηση της αγωγής άρ.261 εδ.1 ΑΚ. Αν μέχρι και 19-03-2013 είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί ήδη ασκηθείσας αγωγής, η παραγραφή αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου άρ.261 εδ.2 ΑΚ. Αν μέχρι και 19-03-2013 είχε εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για αξίωση που ήδη είχε καταστεί επίδικη, η παραγραφή στην οποία υπόκειτο η αξίωση μπορούσε να συμπληρωθεί κατά τη διάρκεια της επιδικίας ΑΠ 148/2017 άρ.261 ΑΚ. Ως διαδικαστική πράξη κατά την έννοια του άρ.261 ΑΚ νοείται κάθε πράξη των διαδίκων, ή των νομίμων αντιπροσώπων και πληρεξουσίων τους, ή της δικαστικής αρχής, που περιείχε τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και ήταν αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης ΑΠ 148/2017. Για να αρχίσει εκ νέου η παραγραφή που διακόπηκε από την τελευταία διαδικαστική πράξη του δικαστηρίου, θα έπρεπε να είναι δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης με πράξεις των διαδίκων ΑΠ 148/2017. Και αυτό γιατί ο θεσμός της παραγραφής της αξίωσης αποτελεί τη νομοθετικά προβλεπόμενη κύρωση στην αδράνεια του δανειστή να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του και επομένως δεν ήταν νοητή η παραγραφή της αξίωσης όταν αυτός είχε ενεργήσει ό,τι ήταν αναγκαίο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να μη χρειάζεται να επιχειρήσει κάτι ιδιαίτερο ΑΠ 148/2017.

Διακοπή της παραγραφής με νέα αγωγή

Αν η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, και ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, και δεν εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι δεν διακόπηκε άρ.263 ΑΚ. Αν η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, και ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, και εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή άρ.263 ΑΚ. Αν η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, και η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, και ο δικαιούχος δεν εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι δεν διακόπηκε άρ.263 ΑΚ Αν η παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της αγωγής, και η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς, και ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή άρ.263 ΑΚ. Για να έχει το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα η αρχική αγωγή, πρέπει το αίτημά της να ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική του βάση με αυτό της νέας αγωγής ΑΠ 1117/2000. Η διακοπή της παραγραφής στην περίπτωση αυτή αφορά μόνο την επίδικη αξίωση, δηλαδή την αξίωση της οποίας η πραγματική και νομική βάση ταυτίζεται με την αντίστοιχη βάση της αξίωσής του, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της αρχικής αγωγής ΑΠ 1802/2008. Αν ασκηθεί νέα αγωγή, και η πραγματική και νομική βάση της και το αντικείμενό της δεν ταυτίζεται με τη βάση και το αντικείμενο της πρώτης, η άσκηση της νέας αγωγής δεν επιφέρει διακοπή των αξιώσεων που προβάλλονται με τη νέα αγωγή ΑΠ 1802/2008.

Διακοπή της παραγραφής με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής στην ποινική διαδικασία

Άσκηση αγωγής που διακόπτει την παραγραφή συνιστά και η εισαγωγή προς δικαστική κρίση, κατά την ποινική διαδικασία, της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής ΑΠ Ποιν. 601/2017 ΑΠ Ποιν. 617/2010 ΑΠ Ποιν. 116/2010. Η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής διακόπτει την παραγραφή της αξίωσης αν γίνει κατά οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ΑΠ 1366/2008. Η νομότυπη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής εξομοιούται με την άσκηση αγωγής για το ποσό το οποίο αιτείται ο πολιτικώς ενάγων ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Από 20-03-2013, η νομοτύπως δηλωθείσα (και με την έγκληση) παράσταση πολιτικής αγωγής διακόπτει την παραγραφή, η οποία δεν αρχίζει να μετρά εκ νέου από την επομένη της διακοπής, αλλά αναστέλλεται και δεν "τρέχει" μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ' άλλον τρόπο περάτωση της δίκης επί της εγερθείσας πολιτικής αγωγής ΑΠ Ποιν. 1217/2017 άρ.261 εδ.1 ΑΚ άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική αγωγή που είναι εκκρεμής κατά την ποινική διαδικασία στις 20-03-2013 ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Ο χρόνος της παραγραφής είναι δυνατόν να επανεκκινήσει μόνο αν συντρέξουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρ.261 εδ.3 ΑΚ, δηλαδή αδράνεια διαδίκου να επισπεύσει την πρόοδο της δίκης πέραν των 6 μηνών, και μη ύπαρξη άλλης προθεσμίας για τη διενέργεια της απαραίτητης διαδικαστικής πράξης εκ μέρους του ΑΠ Ποιν. 1217/2017 άρ.261 εδ.3 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Η τελεσίδικη περάτωση της εγερθείσας πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη (δια της επιδίκασης ή απόρριψης της αιτηθείσας αστικής αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντος), ως απολύτως παρεπόμενη της κύριας επί της κατηγορίας κρίσης, ανήκει αποκλειστικά και μόνο στην κυριαρχική εξουσία της Εισαγγελικής και δικαστικής αρχής ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Η Εισαγγελική και δικαστική αρχή είναι η μόνη αρμόδια, υπεύθυνη αλλα και υποχρεωμένη να επισπεύδει την προώθηση της εγερθείσας πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη μέχρι την αμετάκλητη περάτωσή της, σύμφωνα με την αρχή της αυτεπάγγελτης διεξαγωγής της δίκης ή της "δημόσιας επιμέλειας" ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Η τελεσίδικη περάτωση της εγερθείσας πολιτικής αγωγής στην ποινική δίκη εκφεύγει παντελώς της δυνατότητας προώθησης της δίκης από τον πολιτικώς ενάγοντα ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Η διακοπή και αναστολή της παραγραφής μέχρι την τελεσίδικη περάτωση της δίκης εφαρμόζεται και στην πολιτική αγωγή που κρίνεται στο πλαίσιο της αυτεπαγγέλτως προωθούμενης ποινικής (προδικαστικής και κύριας) διαδικασίας ΑΠ Ποιν. 1217/2017 άρ.261 εδ.1 ΑΚ άρ.261 εδ.2 ΑΚ άρ.101 παρ.1 ν.4139/2013 άρ.104 ν.4139/2013 (ΦΕΚ Α 74/20-03-2013). Συνεπώς, ο πολιτικώς ενάγων που διέκοψε νομίμως και εμπροθέσμως την παραγραφή της εισαχθείσας στο ποινικό δικαστήριο αξίωσής του με τη νομότυπη δήλωση παράστασης της πολιτικής αγωγής δεν απαιτείται πλέον να προβεί σε καμία απολύτως ενέργεια ή διαδικαστική πράξη ώστε να διακόψει εκ νέου την παραγραφή της απαίτησής του ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Υπό το προϊσχύσαν καθεστώς, από την επομένη της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής ξεκινούσε (ισόχρονη) προθεσμία παραγραφής ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Πλέον δεν επαπειλείται η παραγραφή εν επιδικία της αξίωσης του πολιτικώς ενάγοντα λόγω καθυστέρησης εκδίκασης της υπόθεσης από το ποινικό δικαστήριο, καθώς ισχύει απόλυτα η "αναστολή" του χρόνου παραγραφής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Η παραγραφή της πολιτικής αγωγής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το ποινικό δικαστήριο, έστω και αν προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό ΑΠ Ποιν. 1217/2017 ΑΠ Ποιν. 601/2017 άρ.277 ΑΚ. Αν η ένσταση της παραγραφής διατυπώνεται από τον κατηγορούμενο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (άρ.262 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο υποχρεούται να απαντήσει επ' αυτής, αφού η τυχόν βασιμότητά της συνεπάγεται την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικής αγωγής, και τη μη δυνατότητα αυτής να παρασταθεί στο ποινικό δικαστήριο προς ικανοποίηση των αξιώσεών της ΑΠ Ποιν. 908/2018 ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Αν η αξίωση του πολιτικώς ενάγοντος έχει υποκύψει σε παραγραφή κατά το αστικό δίκαιο (άρ.937 ΑΚ) κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτόδικο δικαστήριο, η ένσταση παραγραφής πρέπει να προβάλλεται κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, και πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ΑΠ Ποιν. 908/2018 ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Στην περίπτωση αυτή, αν η ένσταση παραγραφής δεν προβλήθηκε με λόγο έφεσης του κατηγορουμένου, η ένσταση της παραγραφής δεν μπορεί να προβληθεί σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στο ακροατήριο, το πρώτον, κατά τη συζήτηση στο εφετείο της υπόθεσης, μέσα στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης που ασκήθηκε, από τον κατηγορούμενο, αφού κατά το άρ.502 παρ.2 ΚΠοινΔ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνο των μερών της πρωτόδικης απόφασης στα οποία αναφέρονται οι λόγοι έφεσης ΑΠ Ποιν. 908/2018 ΑΠ Ποιν. 1217/2017. Αν ο κατηγορούμενος είναι παρών στο πρωτόδικο δικαστήριο, πρέπει να προβάλει την παραγραφή της πολιτικής αγωγής μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ΑΠ Ποιν. 1217/2017 ΑΠ Ποιν. 601/2017. Αν ο κατηγορούμενος ήταν απών στον πρώτο βαθμό, πρέπει να προβάλει την παραγραφή της πολιτικής αγωγής με ειδικό λόγο έφεσης κατά της ερήμην καταδικαστικής απόφασης ΑΠ Ποιν. 1217/2017 ΑΠ Ποιν. 601/2017. Και αυτό γιατί το ποινικό δικαστήριο ερευνά μεν την ενεργητική νομιμοποίηση του δικαιούχου, κατά το κεφάλαιο όμως της απόφασης με το οποίο επιλαμβάνεται της πολιτικής αγωγής και επιδικάζει αυτήν, ενεργεί ως πολιτικό δικαστήριο και δεν έχει εξουσία αυτεπάγγελτης ενέργειας, αλλά ενεργεί κατ' ένσταση του υπόχρεου ΑΠ Ποιν. 1217/2017 ΑΠ Ποιν. 601/2017. Περισσότερα για την παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία που αποτελεί και ποινικά κολάσιμη πράξη.

Διακοπή της παραγραφής λόγω αναγνώρισης της αξίωσης

Η παραγραφή διακόπτεται αν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο άρ.260 ΑΚ. Τέτοια αναγνώριση αποτελεί οποιαδήποτε ενέργεια ΑΠ 1802/2008 ή πραγματική συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, και θεωρεί ότι υπάρχει η απαίτηση ΑΠ 1043/2010. Τέτοια αναγνώριση αποτελεί η διαβεβαίωση του οφειλέτη στον δανειστή ότι θα του καταβάλει την απαίτηση ΑΠ 1043/2010. Για να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής η αναγνώριση, πρέπει να γίνει πριν από τη συμπλήρωση της παραγραφής ΑΠ 1802/2008. Η πρόταση του ηττημένου διαδίκου να πληρώσει το κεφάλαιο, τους τόκους και τη δικαστική δαπάνη όπως αναφέρονται στην απόφαση δεν αποτελεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης ΑΠ 880/2007.

Επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής

Αν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρ.937 παρ.1 ΑΚ, από την τελεσιδικία της απόφασης αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης για αποκατάσταση της αποθετικής ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση ΑΠ 52/2018 άρ.268 εδ.1 ΑΚ. Και αυτό, γιατί, παρότι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, το μέρος αυτό της αξίωσης θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) στην περίπτωση αυτή με την παρεμπίπτουσα κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία ΑΠ 52/2018. Αν η αξίωση δεν έχει ασκηθεί κατά ένα μέρος, και το μέρος αυτό της αξίωσης έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής (όπως αν ο χρόνος της παραγραφής διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρ.261 ΑΚ), και η αξίωση επιδικαστεί τελεσίδικα, η τελεσίδικη επιδίκαση της αξίωσης δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης κατά το μέρος αυτό ΑΠ 52/2018. Αν ο εναγόμενος προτείνει ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης από αδικοπραξία, και ο ενάγων προβάλει ισχυρισμό περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής της αξίωσής του λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης του εναγομένου, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα αποτελεί αντένσταση ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II ΑΠ 415/2015 άρ.937 ΑΚ.

Συνέπειες της παραγραφής

Αν συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, η αξίωση δεν αποσβήνεται, αλλά εξακολουθεί να εκδηλώνει σημεία ζωής, υπάρχουσα ως φυσική ή ατελής ενοχή ΑΠ 148/2017. Αν συμπληρωθεί η παραγραφή, ο υπόχρεος μπορεί να αρνηθεί να εκπληρώσει την παροχή ΑΠ 148/2017 άρ.272 εδ.1 ΑΚ. Η παραγραφή της αξίωσης ενεργεί έναντι κάθε ενός των οφειλετών υποκειμενικά ΑΠ 72/2007.

Παραγραφή και αναγνωριστική αγωγή

Αναγνωριστική αγωγή μπορεί να εγείρει όποιος έχει έννομο συμφέρον για τη δικαστική αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.70 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση έννομης σχέσης, και μόνο αν η διαγνωστέα έννομη σχέση ταυτίζεται με την πραγματική βάση της αξίωσης που αποτελεί το αντικείμενο της μη ασκηθείσας καταψηφιστικής αγωγής, η άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής διακόπτει την παραγραφή της αξίωσης ΑΠ 190/2008. Η αναγνωριστική αγωγή δεν υπόκειται σε παραγραφή ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II ΑΠ 310/2007. Αν, όμως, η αξίωση έχει υποκύψει σε παραγραφή ή αποκλειστική προθεσμία ή γενικά έχει αποσβεσθεί, και ζητείται η αναγνώριση της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η παραγεγραμμένη αξίωση, και δεν συντρέχουν ειδικοί λόγοι, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής ΑΠ 310/2007. Αν η καταψηφιστική αγωγή έχει υποπέσει σε παραγραφή, η αντίστοιχη αναγνωριστική αγωγή είναι απορριπτέα ΑΠ 192/2008.

Ένσταση παραγραφής

Αν ο οφειλέτης δεν προτείνει την παραγραφή στο δικαστήριο, το δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη την παραγραφή ΑΠ 148/2017 άρ.277 ΑΚ. Η ένσταση παραγραφής υπόκειται στους περιορισμούς της παραδεκτής προβολής αυτής κατά τα άρ.527 ΚΠολΔ και άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ, καθώς δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να προβλέπει τη δυνατότητα προβολής της σε κάθε στάση της δίκης ΑΠ 1087/2014. Για να είναι ορισμένη η ένσταση της παραγραφής, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος αυτής και το αφετήριο σημείο της ΑΠ 761/2014 ΑΠ 611/2006 άρ.262 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.249 ΑΚ άρ.251 επ. ΑΚ άρ.277 ΑΚ. Στην περίπτωση των άρ.251 ΑΚ και άρ.937 ΑΚ, η επίκληση των στοιχείων αυτών εμπεριέχει και τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση της έναρξης της παραγραφής, χωρίς άλλη ειδική αναφορά στα νομικά κωλύματα τα οποία αποκλείουν στον δικαιούχο τη δυνατότητα της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης, και συνακόλουθα την έναρξη της παραγραφής ΑΠ 611/2006 άρ.251 ΑΚ άρ.937 ΑΚ. Για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρ.250 ΑΚ αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων, το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής ΑΠ 7/2015 ΑΠ 1096/2008 άρ.250 ΑΚ. Αν από την ένσταση προκύπτει ο προτεινόμενος χρόνος παραγραφής (όπως πενταετία) για την ένδικη αξίωση, και στοιχεία με βάση τα οποία μπορεί να συναχθεί περαιτέρω ο χρόνος έναρξης και συμπλήρωσης της παραγραφής, η ένσταση είναι ορισμένη ΑΠ 761/2014. Αφετήριο χρονικό σημείο της παραγραφής είναι, κατ' άρ.251 ΑΚ, το έτος εντός του οποίου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της ΑΠ 7/2015 ΑΠ 1096/2008. Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής επί αδικοπραξίας είναι διαφορετικός από τον χρόνο έναρξης της παραγραφής επί αδικαιολογήτου πλουτισμού κατ' άρ.904 AK ΑΠ 7/2015. Αν πρόκειται για αξίωση από αδικοπραξία, η ένσταση παραγραφής είναι ορισμένη αν ο ενιστάμενος επικαλεστεί: Αν η ένσταση παραγραφής δεν αναφέρει τον χρόνο γέννησης της αξίωσης ή εκάστης των αξιώσεων, και το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής, η ένσταση είναι αόριστη ΑΠ 1441/2017. Αν η ένσταση παραγραφής δεν αναφέρει με τρόπο σαφή και ορισμένο τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, και δεν περιλαμβάνει αίτηση απόρριψης του σχετικού αιτήματος της αγωγής, είναι αόριστη ΑΠ 192/2008. Αν οι τόκοι που συνιστούν την περιοδική παροχή δεν εξάγονται για όλη τη μελλοντική περίοδο βάσει σταθερού κεφαλαίου (όπως επί ανατοκισμού, δηλαδή τόκου επί τόκων), για να είναι ορισμένη η ένσταση παραγραφής τόκων, Κατ' άλλη άποψη, δεν απαιτείται για το παραδεκτό της ένστασης η αναφορά του χρόνου λήξης της παραγραφής κάθε επιμέρους περιοδικής παροχής αν προκύπτει ο χρόνος παραγραφής (όπως πενταετία) ΑΠ 623/2011. Για να θεωρηθεί εμπροθέσμως ασκηθείσα, και επομένως παραδεκτή, η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια ΑΠ 488/2008 άρ.269 ΚΠολΔ άρ.527 ΚΠολΔ άρ.262 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός αν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες από το άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ και άρ.527 ΚΠολΔ ΑΠ 488/2008. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν η συμπλήρωση το πρώτο με την έφεση των ελλειπόντων στοιχείων της ένστασης έγινε χωρίς να υπάρχει δικαιολογημένη αιτία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ΑΠ 1096/2008. Η παράλειψη αναφοράς των περιστατικών που θεμελιώνουν την ένσταση δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο έγγραφο, στο οποίο τυχόν αναγράφονται ΑΠ 1383/2008 άρ.262 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του ΑΠ 90/2005 άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση παραγραφής γίνει δεκτή, το σχετικό αίτημα της αγωγής απορρίπτεται ως ουσία αβάσιμο ΑΠ 992/2017 σκέψ.5.

Αντένσταση μακρότερης παραγραφής

Αν ο εναγόμενος προτείνει ένσταση πενταετούς παραγραφής της αξίωσης από αδικοπραξία, και ο ενάγων προβάλει ισχυρισμό περί μακρότερης παραγραφής της αξίωσής του λόγω του κακουργηματικού χαρακτήρα της πράξης του εναγομένου, ο ισχυρισμός αυτός του ενάγοντα αποτελεί αντένσταση ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II ΑΠ 415/2015 άρ.937 ΑΚ. Στην αντένσταση μακρότερης παραγραφής αξίωσης από αδικοπραξία, ο ενάγων επικαλείται και αποδεικνύει

Αντένσταση αναστολής της παραγραφής

Για να είναι ορισμένη η αντένσταση αναστολής της παραγραφής, ο αντενιστάμενος ενάγων πρέπει κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της υπόθεσης

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν η παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί βάσει του ισχύοντος νόμου, και νεότερος νόμος ορίζει διαφορετικό χρονικό σημείο για τη συμπλήρωση της παραγραφής, και ο παλαιότερος νόμος ορίζει συντομότερο χρονικό σημείο συμπλήρωσης της παραγραφής από ότι ο νεότερος νόμος, για τη συμπλήρωση της παραγραφής εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος ΑΠ 1546/1986 άρ.18 εδ.4 ΕισΝΑΚ. Αν ο νόμος ορίζει προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης υιοθεσίας ή τριτανακοπής νδ.610/1970 άρ.17, και ταυτόχρονα ορίζει καταληκτική αποκλειστική προθεσμία 3 ετών από την τελεσιδικία της απόφασης, και δεν ορίζει καταληκτική προθεσμία για τις ήδη υφιστάμενες υιοθεσίες, η καταληκτική προθεσμία για τις ήδη υφιστάμενες υιοθεσίες θα πρέπει να είναι 3ετής από την έναρξη ισχύος του νόμου ΑΠ 1213/1986.

Παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία

Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά από πενταετία αφότου ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση ΑΠ 28/2010 άρ.937 εδ.1 υποεδ.1 ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση, η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο 20 ετών από την πράξη άρ.937 εδ.1 υποεδ.2 ΑΚ. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατ' άρ.937 εδ.1 ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος 5 ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου ΑΠ 932/2014 ΑΠ 141/2007. Για την έναρξη της παραγραφής, ως γνώση της ζημίας θεωρείται η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως, χωρίς να απαιτείται και η γνώση της ακριβούς έκτασης της ζημίας ΑΠ 52/2018 ΑΠ 28/2010 ή του ποσού της αποζημίωσης ΑΠ 28/2010. Όσον αφορά την προϋπόθεση της γνώσης του υποχρέου προς αποζημίωση, αυτή δικαιολογείται γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μια αγωγή με ελπίδες επιτυχίας ΑΠ 141/2007. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημίωσης γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά, ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας ΑΠ 932/2014 ΑΠ 141/2007. Δεν αρκούν για την εν λόγω γνώση απλές εικασίες, ή υποψίες, ή εξ αμελείας άγνοια ΑΠ 932/2014 ΑΠ 141/2007, ή υπόνοια ΑΠ 932/2014. Το πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό, εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης ΑΠ 932/2014 ΑΠ 141/2007. Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υποχρέου σε αποζημίωση προσώπου, ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υποχρέου σε αποζημίωση κατά τον χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί ΑΠ 141/2007. Το βάρος απόδειξης ότι ο δικαιούχος της αποζημίωσης γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξίωσης, δηλαδή ο εναγόμενος ΑΠ 141/2007 άρ.937 εδ.1 ΑΚ άρ.388 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής, και όχι αντένσταση κατ' αυτής ΑΠ 141/2007 άρ.937 εδ.1 ΑΚ άρ.388 ΚΠολΔ.. Αν η ζημία είναι εξακολουθητική, δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημίωσης εξακολουθητικά ΑΠ 28/2010 άρ.937 εδ.1 υποεδ.1 ΑΚ άρ.247 επ. ΑΚ άρ.251 ΑΚ άρ.268 εδ.1 ΑΚ άρ.297 ΑΚ άρ.298 ΑΚ άρ.914 ΑΚ. Αν η ζημία μπορεί να προβλεφθεί κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, η αξίωση αποζημίωσης γεννάται εξαρχής για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβάνουσας και της μέλλουσας, από τη στιγμή που η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες ΑΠ 28/2010 άρ.247 επ. ΑΚ άρ.251 ΑΚ άρ.268 εδ.1 ΑΚ άρ.297 ΑΚ άρ.298 ΑΚ άρ.914 ΑΚ. Αν δεν υπάρχει κώλυμα περί την άσκηση της αγωγής, από τη στιγμή της γέννησης της αξίωσης αρχίζει να τρέχει και η παραγραφή για την όλη ζημία ΑΠ 28/2010 άρ.247 επ. ΑΚ άρ.251 ΑΚ άρ.268 εδ.1 ΑΚ άρ.297 ΑΚ άρ.298 ΑΚ άρ.914 ΑΚ. Σε περίπτωση αδικοπραξίας, αν η όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μελλουσα, είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, γεννάται από τη στιγμή εκδήλωσης του ζημιογόνου γεγονότος αξίωση αποζημίωσης υπέρ του ζημιωθέντος για την όλη ζημία ΑΠ 52/2018 ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III άρ.247 ΑΚ άρ.251 ΑΚ άρ.298 ΑΚ. Η παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής, και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίαιες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υποχρέου προς αποζημίωση ΑΠ 52/2018 ΑΠ 2143/2007 σκέψ.III άρ.914 ΑΚ άρ.937 ΑΚ. Αν η ζημία μπορούσε εξ αρχής να προβλεφθεί, η ασκούμενη με τη μεταγενέστερη αγωγή αξίωση καταβολής αποζημίωσης δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απόφασης που έχει ήδη εκδοθεί ΑΠ 52/2018. Αν η ζημία είναι απρόβλεπτη, ισχύει νέα παραγραφή για εκείνες τις δυσμενείς συνέπειες που δεν μπορούσαν από την αρχή να προβλεφθούν κατά τους Κοινούς Κανόνες, η οποία παραγραφή αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση των νέων δυσμενών συνεπειών και της αιτιώδους συνάφειάς τους με το ατύχημα ΑΠ 52/2018. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη αποτελεί άρνηση της ένστασης παραγραφής, και όχι αντένσταση ΑΠ 52/2018. Ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί τον χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, γιατί αυτό είναι το περιεχόμενο της ένστασής του ΑΠ 52/2018.

Παραγραφή απαίτησης από αδικοπραξία που αποτελεί και ποινικά κολάσιμη πράξη

Αν η αδικοπραξία αποτελεί ταυτόχρονα και ποινικά κολάσιμη πράξη, η οποία κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, η μακρότερη αυτή παραγραφή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης άρ.937 εδ.2 ΑΚ. Στην παραπάνω παραγραφή του άρ.937 εδ.2 ΑΚ υπόκειται και η, κατ' άρ.932 ΑΚ, αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ΑΠ 932/2014 ΑΠ Ποιν. 617/2010 ή ψυχικής οδύνης ΑΠ 932/2014. Η διάταξη του άρ.937 εδ.2 ΑΚ υπαγορεύθηκε από τον λόγο ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση, μέσω της παραγραφής, της αστικής απαίτησης προς αποζημίωση, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην βαρύτερα πλήττουσα αυτόν ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II. Για την εφαρμογή του άρ.937 εδ.2 ΑΚ πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις: Η προηγούμενη άσκηση ποινικής δίωξης και η τιμωρία του δράστη δεν αποτελούν προϋποθέσεις εφαρμογής του άρ.937 εδ.2 ΑΚ Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II. Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξης είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαίτησης από την αδικοπραξία, θα ληφθεί υπόψη Για τη διακρίβωση αν η ποινική παραγραφή είναι μακρότερη σε σύγκριση με την αστική παραγραφή, το διάστημα της αναστολής της ποινικής παραγραφής δεν αυξάνει τη διάρκεια της ποινικής παραγραφής Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.113 παρ.2 ΠΚ άρ.113 παρ.3 ΠΚ. Αυτό ισχύει και επί πλημμελημάτων Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III, και επί κακουργημάτων ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II ΑΠ 415/2015. Και αυτό γιατί η ασφάλεια δικαίου ως έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου επιβάλλει να είναι από την αρχή προσδιορισμένη η διάρκεια της παραγραφής, ενώ η αναστολή της ποινικής παραγραφής προϋποθέτει έναρξη της κύριας διαδικασίας, η οποία εκ των προτέρων δεν είναι γνωστό πότε θα επέλθει, και δεν χωρεί αυτοδικαίως εκ του νόμου Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III. Η αρχή του κράτους δικαίου δεν ικανοποιείται με την άποψη περί συνυπολογισμού στη βασική (in abstracto) ποινική παραγραφή και του διαστήματος της αναστολής Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II. Άλλωστε, ο συνυπολογισμός του μέγιστου διαστήματος της ποινικής αναστολής, προκαλεί και σύγχυση με τη διακοπή και την αναστολή της αστικής παραγραφής της απαίτησης αποζημίωσης, όπως οι θεσμοί αυτοί ρυθμίζονται στα άρ.255 επ. ΑΚ και άρ.260 επ. ΑΚ, καθώς θα προκληθεί το φαινόμενο στην αστική παραγραφή να εφαρμόζονται παράλληλα τόσο η ποινική αναστολή όσο και η αναστολή-διακοπή της παραγραφής του ΑΚ Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III. Η ποινική παραγραφή και η αστική παραγραφή αποτελούν συστήματα κανόνων δικαίου, στα οποία οι πράξεις που επιφέρουν διακοπή ή αναστολή της παραγραφής κρίνονται αυτόνομα στο πλαίσιο καθενός από τα συστήματα αυτά Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III. Επομένως, ο νομοθέτης, αναφερόμενος στη μακρότερη ποινική παραγραφή κατ' άρ.937 εδ.2 ΑΚ, προδήλως αποβλέπει στην προβλεπόμενη in abstracto ποινική παραγραφή χωρίς συνυπολογισμό σ' αυτή και του διαστήματος της αναστολής Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III. Επί πλημμελημάτων, η ποινική παραγραφή κατ' άρ.111 ΠΚ ανέρχεται σε 5 έτη Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.111 παρ.3 ΠΚ. Επί κακουργημάτων, αν δεν προβλέπεται γι' αυτά ποινή ισόβιας κάθειρξης ή θανάτου, η ποινική παραγραφή κατ' άρ.111 ΠΚ ανέρχεται σε 15 έτη ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II ΑΠ 415/2015 άρ.111 παρ.2 ΠΚ. Επί κακουργημάτων, αν προβλέπεται γι' αυτά ποινή ισόβιας κάθειρξης ή θανάτου, η ποινική παραγραφή κατ' άρ.111 ΠΚ ανέρχεται σε 20 έτη άρ.111 παρ.2 ΠΚ. Η ποινική παραγραφή αρχίζει από τον χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.17 ΠΚ. Η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής απαίτησης από αδικοπραξία όπως αυτή προβλέπεται στο άρ.937 εδ.1 ΑΚ Ολομ. ΑΠ 21/2003 σκέψ.III ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.937 εδ.1 ΑΚ. Αν ο εναγόμενος προέβη σε πλημμεληματική πράξη και σε κακουργηματική πράξη, και η κακουργηματική πράξη αποτελεί μη τιμωρητή υστέρα πράξη της πλημμεληματικής, ως μη κολάσιμη πράξη δεν υπόκειται στη μακρότερη παραγραφή του άρ.937 εδ.2 ΑΚ ΑΠ 415/2015. Αν μετά την τέλεση της πράξης προστεθεί επιβαρυντική περίσταση, ώστε η πράξη που θεωρούνταν με τον παλαιότερο νόμο πλημμέλημα να θεωρείται με τον νεότερο νόμο κακούργημα, η νεότερη ρύθμιση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και να καταστήσει αναδρομικά την αρχικά πλημμεληματική πράξη κακούργημα ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.7 παρ.1 Συντάγματος άρ.1 ΠΚ. Και αυτό γιατί η καθιερούμενη στο άρ.7 παρ.1 Συντάγματος και άρ.1 ΠΚ αρχή "nullum crimen nulla poene sine lege" απαιτεί η πράξη να τιμωρείται βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης, και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει αναδρομικής εφαρμογής οποιοσδήποτε μεταγενέστερος ουσιαστικός κανόνας δικαίου που συνεπάγεται δυσμενέστερα αποτελέσματα για τον δράστη ΑΠ 1041/2017 σκέψ.II άρ.7 παρ.1 Συντάγματος άρ.1 ΠΚ. Θα συμβουλευτείτε τον ΑΚ;

Παραγραφή απαίτησης από προσβολή της προσωπικότητας

Η απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή ΑΠ 726/2015. Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα της προσβολής ΑΠ 647/2011.

Παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.4270/2014

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-2015, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ. Κάθε απαίτηση κατά του Δημοσίου, εκτός από απαιτήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται ο Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας (ν.4174/2013), παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας, εκτός αν από άλλη γενική ή ειδική διάταξη ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής ν.4270/2014 άρ.140 παρ.1. Η απαίτηση κατά του Δημοσίου προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ή παρά τον νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά από 3 έτη από την καταβολή ν.4270/2014 άρ.140 παρ.1 εδ.1. Για τα τελωνειακά έδοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρ.32 του Τελωνειακού Κώδικα (ν.2960/2001) ν.4270/2014 άρ.140 παρ.1 εδ.2. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων ν.4270/2014 άρ.140 παρ.1 εδ.3. Η απαίτηση υπαλλήλου του Δημοσίου κατά του Δημοσίου, που αφορά σε αποδοχές, ή άλλης κάθε φύσης απολαβή του, ή αποζημίωση, παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γέννησή της ν.4270/2014 άρ.140 παρ.3. Αυτό ισχύει για οποιονδήποτε υπάλληλο του Δημοσίου, είτε πολιτικό είτε στρατιωτικό, είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού δικαίου ν.4270/2014 άρ.140 παρ.3. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η απαίτηση βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ν.4270/2014 άρ.140 παρ.3. Η παραγραφή του δικαιώματος των απαιτήσεων υπαλλήλου του Δημοσίου κατά του Δημοσίου είναι 10 ετών ν.4270/2014 άρ.140 παρ.4. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι 2 ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα ν.4270/2014 άρ.140 παρ.5 εδ.1. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθήματος παραγράφονται σε 2 χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης ν.4270/2014 άρ.140 παρ.5 εδ.2. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την τελεσιδικία ν.4270/2014 άρ.140 παρ.6. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την αναγνώριση ν.4270/2014 άρ.140 παρ.6. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την έκδοση του τίτλου πληρωμής ν.4270/2014 άρ.140 παρ.6.

Έναρξη της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.4270/2014

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-2015, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1 ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ. Αν άλλη ειδική διάταξη του ν.4270/2014 δεν προβλέπει διαφορετικά, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη ν.4270/2014 άρ.141 εδ.1. Προκειμένου περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών ν.4270/2014 άρ.141 εδ.2.

Αναστολή της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.4270/2014

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-2015, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1 ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ. Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρ.257 AK, άρ.258 ΑΚ, και άρ.259 ΑΚ, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον ν.4270/2014, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ν.4270/2014 άρ.142 εδ.1. Η παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση έχει εμποδιστεί λόγω ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής ν.4270/2014 άρ.142 εδ.2.

Διακοπή της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.4270/2014

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-2015, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1 ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ. Η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: Αν η υπόθεση υποβληθεί στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών ν.4270/2014 άρ.143 περ.α. Αν υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαίτησης, και ο διατάκτης ή η αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης αρχή απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής ν.4270/2014 άρ.143 περ.β εδ.1. Αν υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαίτησης, και ο διατάκτης ή η αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης αρχή δεν απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο 6 μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης ν.4270/2014 άρ.143 περ.β εδ.2. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή ν.4270/2014 άρ.143 περ.β εδ.3. Αν υποβληθεί αίτηση προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, και εκδοθεί πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία θεώρησης ή έγκρισης του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ν.4270/2014 άρ.143 περ.γ εδ.1. Αν υποβληθεί αίτηση προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, και δεν εκδοθεί πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου, η παραγραφή αρχίζει μετά την πάροδο 6 μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης ν.4270/2014 άρ.143 περ.γ εδ.2. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή ν.4270/2014 άρ.143 περ.γ εδ.3. Οι κατά την παρούσα περίπτωση διατάξεις εφαρμόζονται και για τις αιτήσεις που είχαν ήδη υποβληθεί προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους στις 28-06-2014, και η σχετική προθεσμία των 6 μηνών αρχίζει από την 01-01-2015 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ υποπερ.ββ ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1. Αν εκδοθεί τίτλος πληρωμής, η ολική ή μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή ν.4270/2014 άρ.143 περ.ε. Η ως άνω αναγνώριση από το Δημόσιο της απαίτησης κατά του Δημοσίου ισχύει επί οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό ν.4270/2014 άρ.143 περ.στ εδ.2.

Συνέπειες της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.4270/2014

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-2015, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.1 ν.4270/2014 ν.4270/2014 άρ.183 παρ.2 περ.γ. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό ν.4270/2014 άρ.144 εδ.1. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την απαίτηση μετά την παραγραφή, έστω και αν γνώριζε την παραγραφή, το Δημόσιο δικαιούται να αναζητήσει το ποσό ν.4270/2014 άρ.144 εδ.2. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο παραιτηθεί από τη συμπληρωμένη παραγραφή, η παραίτηση είναι άκυρη ν.4270/2014 άρ.144 εδ.3. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο αναγνωρίσει με οποιονδήποτε τρόπο την απαίτηση, η αναγνώριση είναι άκυρη ν.4270/2014 άρ.144 εδ.3. Η παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια ν.4270/2014 άρ.144 εδ.4. Για τη λήψη υπόψη αυτεπαγγέλτως της ένστασης παραγραφής μιας απαίτησης πρέπει και αρκεί να έχουν τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνάγεται Για τη λήψη υπόψη της ένστασης παραγραφής αυτεπαγγέλτως, τα παραπάνω περιστατικά δύναται να έχουν προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου εν μέρει με την αγωγή και εν μέρει με τις προτάσεις του εναγομένου ΑΠ 522/2018 ΑΠ 992/2017 σκέψ.5. Για τη λήψη υπόψη της ένστασης παραγραφής αυτεπαγγέλτως, δεν απαιτείται η προβολή ένστασης παραγραφής με σαφή τρόπο από τον εναγόμενο ΑΠ 992/2017 σκέψ.5. Η συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής είναι ζήτημα απλής εφαρμογής του εν χρήσει ημερολογίου ΑΠ 522/2018 ΑΠ 992/2017 σκέψ.3. Η ένσταση λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως αν λαμβάνεται υπόψη χωρίς την υποβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους των διαδίκων ΑΠ 522/2018.

Παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.2362/1995

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-1996, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.1 ν.2362/1995 άρ.119. Κάθε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά από πενταετία, εκτός αν από άλλη γενική ή ειδική διάταξη ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής ν.2362/1995 άρ.90 παρ.1. Η απαίτηση κατά του Δημοσίου προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ή παρά τον νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά από 3 έτη από την καταβολή ν.2362/1995 άρ.90 παρ.2 εδ.1. Για τα τελωνειακά έσοδα ισχύουν οι ειδικές διατάξεις του άρ.30 του ν.1165/1928 του Τελωνειακού Κώδικα ν.2362/1995 άρ.90 παρ.2 εδ.2. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί ποσών που εισπράττονται από το Δημόσιο για λογαριασμό τρίτων ν.2362/1995 άρ.90 παρ.2 εδ.3. Η απαίτηση υπαλλήλου του Δημοσίου κατά του Δημοσίου, που αφορά σε αποδοχές, ή άλλης κάθε φύσης απολαβή του, ή αποζημίωση, παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γέννησή της ν.2362/1995 άρ.90 παρ.3. Αυτό ισχύει για οποιονδήποτε υπάλληλο του Δημοσίου, είτε πολιτικό είτε στρατιωτικό, είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού δικαίου ν.2362/1995 άρ.90 παρ.3. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η απαίτηση βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου, ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις ν.2362/1995 άρ.90 παρ.3. Χρόνος έναρξης της παραγραφής των σχετικών αξιώσεων, ως ειδική ρύθμιση έναντι της γενικής παραγραφής απαιτήσεων κατά του Δημοσίου, είναι ο χρόνος γέννησης της κάθε αντίστοιχης αξίωσης ΑΕΔ 32/2008 (ΦΕΚ ΑΕΔ 1/2009). Η θέσπιση διετούς παραγραφής για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, κατ' άρ.4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας, κατ' άρ.20 παρ.1 του Συντάγματος και άρ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας, κατ' άρ.20 παρ.1 του Συντάγματος και άρ.4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας, κατ' άρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ΑΕΔ 1/2012 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2012) Η θέσπιση διετούς παραγραφής για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Και κατά την ισχύ παλαιότερων διατάξεων του νδ.321/1969, η θέσπιση διετούς παραγραφής για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, κατ' άρ.4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας, κατ' άρ.20 παρ.1 του Συντάγματος και άρ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, ούτε στην αρχή της (δικονομικής) ισότητας, κατ' άρ.20 παρ.1 του Συντάγματος και άρ.4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο δικαίωμα σεβασμού της περιουσίας, κατ' άρ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ΑΕΔ 2/2012 (ΦΕΚ ΑΕΔ 3/2012) άρ.91 παρ.1 νδ.321/1969 άρ.91 παρ.3 νδ.321/1969. Η διετής παραγραφή των ως άνω αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατά του Δημοσίου αποτελεί ουσιαστικού περιεχομένου προνόμιο Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Η παραγραφή του δικαιώματος των απαιτήσεων υπαλλήλου του Δημοσίου κατά του Δημοσίου είναι 10 ετών ν.2362/1995 άρ.90 παρ.4. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι 2 ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα ν.2362/1995 άρ.90 παρ.5 εδ.1. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα ή επιδόματα κατά την εκτέλεση, το πρώτο, πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης ή βοηθήματος παραγράφονται σε 2 χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης ν.2362/1995 άρ.90 παρ.5 εδ.2. Το προνόμιο του Δημοσίου περί διετούς παραγραφής των οφειλών του προς τους ως άνω δικαιούχους είναι ουσιαστικού χαρακτήρα Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την τελεσιδικία ν.2362/1995 άρ.90 παρ.6. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, που έχει αναγνωρισθεί σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την αναγνώριση ν.2362/1995 άρ.90 παρ.6. Χρηματική απαίτηση κατά του Δημοσίου, για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την έκδοση του τίτλου πληρωμής ν.2362/1995 άρ.90 παρ.6.

Έναρξη της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.2362/1995

Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου γεννήθηκε μετά την 01-01-1996, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.1 ν.2362/1995 άρ.119. Αν άλλη ειδική διάταξη του ν.2362/1995 δεν προβλέπει διαφορετικά, η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη ν.2362/1995 άρ.91 εδ.1. Προκειμένου περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών ν.2362/1995 άρ.91 εδ.2. Αν πρόκειται για αξίωση κατά του Δημοσίου από αδικοπραξία, ο χρόνος παραγραφής υπολογίζεται κατά τον ν.2362/1995, με ανώτατο χρονικό όριο την πενταετία, ανεξάρτητα από τον χρόνο κατά τον οποίο αυτός που ζημιώθηκε έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υποχρέου ΑΠ 1372/2010.

Αναστολή της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.2362/1995

Αν η απαίτηση γεννήθηκε μετά την 01-01-1996, για την αναστολή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.1 ν.2362/1995 άρ.119. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1996, και τα επαγόμενα την αναστολή της παραγραφής γεγονότα συντελέσθηκαν μετά την 01-01-1996, για την αναστολή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.2 ν.2362/1995 άρ.119. Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρ.257 ΑΚ, άρ.258 ΑΚ, και άρ.259 ΑΚ, αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον ν.2362/1995, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά του Δημοσίου ν.2362/1995 άρ.92 εδ.1. Η παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση έχει εμποδιστεί λόγω ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής ν.2362/1995 άρ.92 εδ.2.

Διακοπή της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.2362/1995

Αν η απαίτηση γεννήθηκε μετά την 01-01-1996, για τη διακοπή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.1 ν.2362/1995 άρ.119. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1996, και τα επαγόμενα τη διακοπή της παραγραφής γεγονότα συντελέσθηκαν μετά την 01-01-1996, για τη διακοπή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.2 ν.2362/1995 άρ.119. Η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: Αν η υπόθεση υποβληθεί στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών ν.2362/1995 άρ.93 περ.α. Αν υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαίτησης, και ο διατάκτης ή η αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης αρχή απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαίτησης αρχής ν.2362/1995 άρ.93 περ.β εδ.1. Αν υποβληθεί αίτηση στην αρμόδια δημόσια αρχή για την πληρωμή της απαίτησης, και ο διατάκτης ή η αρμόδια για την πληρωμή της απαίτησης αρχή δεν απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο 6 μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης ν.2362/1995 άρ.93 περ.β εδ.2. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή ν.2362/1995 άρ.93 περ.β εδ.3. Αν υποβληθεί αίτηση προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για την αναγνώριση της απαίτησης, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία έγκρισης ή μη από τον Υπουργό Οικονομικών του οικείου πρακτικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ν.2362/1995 άρ.93 περ.γ εδ.1. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή ν.2362/1995 άρ.93 περ.γ εδ.2. Αν εκδοθεί τίτλος πληρωμής, η ολική ή μερική συμψηφιστική εξόφληση δεν διακόπτει την παραγραφή ν.2362/1995 άρ.93 περ.ε εδ.2. Η ως άνω αναγνώριση από το Δημόσιο της απαίτησης κατά του Δημοσίου ισχύει επί οποιασδήποτε απαίτησης κατά του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένης και της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό ν.2362/1995 άρ.93 περ.στ εδ.2.

Συνέπειες της παραγραφής απαίτησης κατά του Δημοσίου κατά τον ν.2362/1995

Αν η απαίτηση γεννήθηκε μετά την 01-01-1996, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις του ν.2362/1995 ν.2362/1995 άρ.107 παρ.1 εδ.1 ν.2362/1995 άρ.119. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1996, οι διατάξεις του ν.2362/1995 περί συνεπειών της συμπληρωθείσας παραγραφής εφαρμόζονται και επί αυτών των απαιτήσεων, ανεξάρτητα από τον χρόνο συμπλήρωσης της παραγραφής ν.2362/1995 άρ.107 παρ.2 ν.2362/1995 άρ.119. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό ν.2362/1995 άρ.94 εδ.1. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την απαίτηση μετά την παραγραφή, έστω και αν γνώριζε την παραγραφή, το Δημόσιο δικαιούται να αναζητήσει το ποσό ν.2362/1995 άρ.94 εδ.2. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο παραιτηθεί από τη συμπληρωμένη παραγραφή, η παραίτηση είναι άκυρη ν.2362/1995 άρ.94 εδ.3. Αν η απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφηκε, και το Δημόσιο αναγνωρίσει με οποιονδήποτε τρόπο την απαίτηση, η αναγνώριση είναι άκυρη ν.2362/1995 άρ.94 εδ.3. Η παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια, αν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά ΑΠ 1366/2012 ΑΠ 187/2009 ΣτΕ 4024/2010 ν.2362/1995 άρ.94 εδ.4. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως, της παραγραφής οφειλής του Δημοσίου αποτελεί ουσιαστικού περιεχομένου προνόμιο Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014.

Παραγραφή απαίτησης κατά ΝΠΔΔ

Αν η απαίτηση κατά του ΝΠΔΔ γεννήθηκε από 01-01-1975 και μετά, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.1 νδ.496/1974 άρ.62. Αν δεν ορίζεται διαφορετικά από το νδ.496/1974, κάθε απαίτηση κατά Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) παραγράφεται μετά από πενταετία νδ.496/1974 άρ.48 παρ.1. Η απαίτηση κατά του ΝΠΔΔ προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος ή παρά τον νόμο καταβληθέντος σ' αυτό χρηματικού ποσού παραγράφεται μετά από 3 έτη από την καταβολή νδ.496/1974 άρ.48 παρ.2. Η απαίτηση υπαλλήλου του ΝΠΔΔ κατά του ΝΠΔΔ, που αφορά σε καθυστερούμενες αποδοχές, ή άλλης κάθε φύσης απολαβή του, παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γέννησή της νδ.496/1974 άρ.48 παρ.3. Αυτό ισχύει για οποιονδήποτε υπάλληλο του ΝΠΔΔ, είτε με σχέση δημοσίου δικαίου είτε ιδιωτικού δικαίου νδ.496/1974 άρ.48 παρ.3. Αυτό ισχύει ακόμη και αν η απαίτηση βασίζεται στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις νδ.496/1974 άρ.48 παρ.3. Η θέσπιση διετούς παραγραφής για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων ΝΠΔΔ δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, κατ' άρ.4 παρ.1 του Συντάγματος ΑΕΔ 9/2009 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2009). Η παραγραφή του δικαιώματος των απαιτήσεων υπαλλήλου του ΝΠΔΔ κατά του ΝΠΔΔ είναι 10 ετών νδ.496/1974 άρ.48 παρ.4. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του ΝΠΔΔ, καθώς και των κληρονόμων αυτών από καθυστερούμενες συντάξεις, μερίσματα, επιδόματα και βοηθήματα είναι 2 ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα νδ.496/1974 άρ.48 παρ.5 εδ.1. Οι εντελλόμενες δεδουλευμένες συντάξεις, μερίσματα, βοηθήματα ή επιδόματα, κατά την εκτέλεση, το πρώτον, πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού σύνταξης, μερίσματος, επιδόματος ή βοηθήματος παραγράφονται σε 2 χρόνια, που αρχίζουν μετά την παρέλευση τριμήνου από τη χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξης ή απόφασης νδ.496/1974 άρ.48 παρ.5 εδ.2. Χρηματική απαίτηση κατά του ΝΠΔΔ, που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την τελεσιδικία νδ.496/1974 άρ.48 παρ.6. Χρηματική απαίτηση κατά του ΝΠΔΔ, για την οποία έχει εκδοθεί τίτλος πληρωμής, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την έκδοση του τίτλου πληρωμής νδ.496/1974 άρ.48 παρ.6.

Έναρξη της παραγραφής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ

Αν η απαίτηση κατά του ΝΠΔΔ γεννήθηκε από 01-01-1975 και μετά, για την παραγραφή της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.1 νδ.496/1974 άρ.62. Η παραγραφή οποιασδήποτε απαίτησης κατά ΝΠΔΔ αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη νδ.496/1974 άρ.49.

Αναστολή της παραγραφής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ

Αν η απαίτηση γεννήθηκε από 01-01-1975 και μετά, για την αναστολή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.1 νδ.496/1974 άρ.62. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1975, για την αναστολή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.2 νδ.496/1974 άρ.62. Οι περί αναστολής της παραγραφής διατάξεις των άρ.257 ΑΚ, άρ.258 ΑΚ, και άρ.259 ΑΚ, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, εφαρμόζονται και επί απαιτήσεων κατά ΝΠΔΔ νδ.496/1974 άρ.50 εδ.1. Η παραγραφή απαίτησης κατά ΝΠΔΔ αναστέλλεται για όσο χρόνο ο έχων την απαίτηση έχει εμποδιστεί λόγω ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωση μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής νδ.496/1974 άρ.50 εδ.2. Αν υποβληθεί αίτηση προς το ΝΠΔΔ για την πληρωμή της απαίτησης πριν τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η απαίτηση, η έναρξη της παραγραφής της αξίωσης αναστέλλεται επί ένα εξάμηνο από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους της υποβολής της αίτησης ΑΕΔ 9/2009 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2009) νδ.496/1974 άρ.49 νδ.496/1974 άρ.51 περ.β.

Διακοπή της παραγραφής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ

Αν η απαίτηση γεννήθηκε από 01-01-1975 και μετά, για τη διακοπή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.1 νδ.496/1974 άρ.62. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1975, για τη διακοπή της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.2 νδ.496/1974 άρ.62. Η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά ΝΠΔΔ διακόπτεται μόνο: Η παραγραφή της χρηματικής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ δεν διακόπτεται από άτυπη αναγνώριση της απαίτησης 90/2014 Εφ.Πειραιώς (παρ. εργασίας). Αν η υπόθεση υποβληθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ή σε διαιτητές, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών νδ.496/1974 άρ.51 περ.α. Αν υποβληθεί αίτηση προς το ΝΠΔΔ για την πληρωμή της απαίτησης, και η αρμόδια αρχή για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας αρχής νδ.496/1974 άρ.51 περ.β εδ.1. Αν υποβληθεί αίτηση προς το ΝΠΔΔ για την πληρωμή της απαίτησης, και η αρμόδια αρχή για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαίτησης δεν απαντήσει εγγράφως, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο εξαμήνου από τη χρονολογία υποβολής της αίτησης νδ.496/1974 άρ.51 περ.β εδ.2. Αν η αίτηση υποβληθεί πριν τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η απαίτηση, θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ότι η αίτηση υποβλήθηκε κατά την πρώτη ημέρα μετά την έναρξη του επομένου έτους ΑΕΔ 9/2009 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2009) νδ.496/1974 άρ.49 νδ.496/1974 άρ.51 περ.β. Αν η αίτηση υποβληθεί πριν τη λήξη του οικονομικού έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η απαίτηση, η έναρξη της παραγραφής της αξίωσης αναστέλλεται επί ένα εξάμηνο από την κατά πλάσμα δικαίου υποβολή της αίτησης ΑΕΔ 9/2009 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2009) νδ.496/1974 άρ.49 νδ.496/1974 άρ.51 περ.β. Η διάταξη ερμηνεύεται ως έχουσα την άνω έννοια, προκειμένου να αποφευχθεί, επί τη βάσει αυστηρής και τυπικής ερμηνείας του όλου πλέγματος των σχετικών διατάξεων, ανεπιεικές αποτέλεσμα για τον επιμελή διοικούμενο, ο οποίος υπέβαλε αίτηση, ζητώντας την ικανοποίηση της απαίτησής του, πριν το τέλος του οικονομικού έτους εντός του οποίου η σχετική αξίωσή του γεννήθηκε, και ο οποίος περιέρχεται σε χειρότερη θέση από εκείνον που υποβάλει την αίτησή του προς το νομικό πρόσωπο έστω και ελάχιστο χρόνο μετά την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, χωρίς να συντρέχει λόγος που να δικαιολογεί τη διαφοροποίηση αυτή ΑΕΔ 9/2009 (ΦΕΚ ΑΕΔ 2/2009) νδ.496/1974 άρ.49 νδ.496/1974 άρ.51 περ.β. Υποβολή δεύτερης αίτησης δεν διακόπτει εκ νέου την παραγραφή νδ.496/1974 άρ.51 περ.β εδ.3. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει ορισμένα τις απαιτήσεις στις οποίες αναφέρεται ΑΠ 187/2009.

Συνέπειες της παραγραφής απαίτησης κατά ΝΠΔΔ

Αν η απαίτηση γεννήθηκε από 01-01-1975 και μετά, για τις συνέπειες της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις περί παραγραφής του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.1 νδ.496/1974 άρ.62. Αν η απαίτηση γεννήθηκε πριν την 01-01-1975, για τις συνέπειες της παραγραφής της απαίτησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του νδ.496/1974 νδ.496/1974 άρ.54 παρ.2 νδ.496/1974 άρ.62. Αν η απαίτηση κατά ΝΠΔΔ παραγράφηκε, δεν αντιτάσσεται για συμψηφισμό νδ.496/1974 άρ.52 εδ.1. Αν η απαίτηση κατά ΝΠΔΔ παραγράφηκε, και το ΝΠΔΔ κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για την απαίτηση μετά την παραγραφή, έστω και αν γνώριζε την παραγραφή, το ΝΠΔΔ δικαιούται να αναζητήσει το ποσό νδ.496/1974 άρ.52 εδ.1. Αν η απαίτηση κατά ΝΠΔΔ παραγράφηκε, και το ΝΠΔΔ παραιτηθεί από τη συμπληρωμένη παραγραφή, η παραίτηση είναι άκυρη νδ.496/1974 άρ.52 εδ.2. Η παραγραφή απαίτησης κατά ΝΠΔΔ λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από τα δικαστήρια ΑΠ 1752/2008 νδ.496/1974 άρ.52 εδ.3.

Παραγραφή απαίτησης κατά ΟΤΑ

Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου ν.3463/2006 άρ.πρώτο άρ.276 παρ.2 εδ.1. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ έχει καταργηθεί ν.3463/2006 άρ.πρώτο άρ.276 παρ.2 εδ.3. Η ισχύς του προνομίου αυτού κατά τον ν.3463/2006 αρχίζει από 01-01-2007 ν.3463/2006 άρ.τέταρτο. Οι ΟΤΑ δεν απολαμβάνουν τα προνόμια των ΝΠΔΔ περί παραγραφής της απαίτησης κατά αυτών άρ.56 παρ.1 περ.α νδ.496/1974 άρ.15 ν.369/1976 (ΦΕΚ Α 164/29-06-1976) άρ.56 παρ.1 νδ.496/1974 (ΦΕΚ Α 204/19-07-1974).

Παραγραφή απαίτησης κατά του ΙΚΑ

Το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) απολαμβάνει τα προνόμια του Δημοσίου για την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου άρ.19 παρ.1 αν.1846/1951 ΑΠ 522/2018 Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Και αυτό γιατί το ΙΚΑ απολαμβάνει και τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου, και στα δικαστικά προνόμια αυτά περιλαμβάνεται και κάθε ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου, όπως το προνόμιο περί παραγραφής κατ' άρ.91 παρ.1 ν.2362/1995 και άρ.94 ν.2362/1995 ΑΠ 522/2018. Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει από την παραπάνω ρύθμιση τα ουσιαστικά προνόμια, δεν θα αναφερόταν στο κείμενο της διάταξης του άρ.19 παρ.1 αν.1846/1951 ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όχι μόνο των "δικαστικών" αλλά και των "δικονομικών" προνομίων του Δημοσίου, αποδίδοντας έτσι στα δικαστικά προνόμια έννοια διαφορετική από εκείνη των δικονομικών ΑΠ 522/2018. Το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών, καθώς και των δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών προνομίων του Δημοσίου άρ.19 παρ.1 αν.1846/1951. Το προνόμιο του Δημοσίου περί διετούς παραγραφής απαιτήσεων υπαλλήλων του Δημοσίου αποτελεί ουσιαστικού περιεχομένου προνόμιο Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Το ΙΚΑ δεν απολαμβάνει τα προνόμια των ΝΠΔΔ περί παραγραφής της απαίτησης κατά αυτών πδ.437/1977 άρ.56 παρ.2 νδ.496/1974 άρ.2 ν.578/1977.

Παραγραφή απαίτησης κατά του ΟΓΑ

Ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΟΓΑ) απολαμβάνει τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια του Δημοσίου για την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014 Ολομ. ΣτΕ 482/2018 άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 άρ.29 παρ.4 ν.3232/2004 άρ.77 παρ.1 Συντάγματος άρ.77 παρ.2 Συντάγματος. Και αυτό γιατί ο ΟΓΑ απολαμβάνει και τα δικαστικά προνόμια του Δημοσίου, και στα δικαστικά προνόμια αυτά περιλαμβάνεται και κάθε ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου, όπως το προνόμιο περί παραγραφής κατ' άρ.91 παρ.1 ν.2362/1995 και άρ.94 ν.2362/1995 Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποκλείσει από την παραπάνω ρύθμιση τα ουσιαστικά προνόμια, δεν θα αναφερόταν στο κείμενο της διάταξης του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 ότι ο ΟΓΑ απολαμβάνει όχι μόνο των "δικαστικών" αλλά και των "δικονομικών" προνομίων του Δημοσίου, αποδίδοντας έτσι στα δικαστικά προνόμια έννοια διαφορετική από εκείνη των δικονομικών Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Ο ΟΓΑ απολαμβάνει όλων ανεξαιρέτως των ατελειών, καθώς και των δικαστικών, διοικητικών και δικονομικών προνομίων του Δημοσίου άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961. Η έννοια της διάταξης του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 είναι ότι ο ΟΓΑ απολαύει ανεξαιρέτως όλων των ατελειών και ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου άρ.29 παρ.4 ν.3232/2004. Η διάταξη του άρ.29 παρ.4 ν.3232/2004 είναι γνήσια ερμηνευτική (και όχι ψευδοερμηνευτική), και καλύπτει αναδρομικά και την ερμηνευόμενη διάταξη του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014 Ολομ. ΣτΕ 482/2018. Η διάταξη του άρ.29 παρ.4 ν.3232/2004 έχει αναδρομική ισχύ, και καλύπτει το εξ υπαρχής περιεχόμενο της ερμηνευόμενης (ασαφούς) διάταξης του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014 Ολομ. ΣτΕ 482/2018 άρ.77 παρ.1 Συντάγματος άρ.77 παρ.2 Συντάγματος. Στην έννοια των δικαστικών προνομίων της ατελούς διάταξης του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Ο ΟΓΑ απολαμβάνει και των ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου, αναδρομικά από την ισχύ του άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014 άρ.18 παρ.1 ν.4169/1961 άρ.29 παρ.4 ν.3232/2004 άρ.77 παρ.1 Συντάγματος άρ.77 παρ.2 Συντάγματος. Το προνόμιο του Δημοσίου περί διετούς παραγραφής απαιτήσεων υπαλλήλων του Δημοσίου κατά του Δημοσίου αποτελεί ουσιαστικού περιεχομένου προνόμιο Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Το προνόμιο του Δημοσίου περί λήψης υπόψη, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, της παραγραφής οφειλής του Δημοσίου είναι ουσιαστικού περιεχομένου προνόμιο Πλ.Ολομ. ΑΠ 1/2014 Πλ.Ολομ. ΑΠ 2/2014. Ο ΟΓΑ δεν απολαμβάνει τα προνόμια των ΝΠΔΔ περί παραγραφής της απαίτησης κατά αυτών πδ.437/1977 άρ.56 παρ.2 νδ.496/1974 άρ.2 ν.578/1977.

Παραγραφή απαίτησης του ζημιωθέντος κατά ασφαλιστή

Η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή επέρχεται σε 5 έτη ν.489/1976 άρ.10 παρ.2 πδ.237/1986 άρ.10 παρ.2 ν.3557/2007 άρ.7. Η παραγραφή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος ΑΠ 1043/2010. Εντός της προθεσμίας παραγραφής πρέπει να γίνει τόσο η κατάθεση της αγωγής όσο και η επίδοση της αγωγής ΑΠ 1043/2010, διαφορετικά γίνεται δεκτή η τυχόν προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής ΑΠ 1043/2010.

Παραγραφή ενοχικής σχέσης

Ο όρος "ενοχική σχέση" είναι διαφορετικός του όρου "ενοχή" ΑΠ 310/2007. Με τον όρο "ενοχική σχέση" δηλούται συνήθως ευρύτερη και περιεκτικότερη ενιαία έννομη σχέση (πχ. η όλη σύμβαση), από την οποία γεννώνται ειδικότερες ενοχές, δηλαδή οι διάφορες κατ’ ιδίαν υποχρεώσεις (ή απαιτήσεις) για κάθε ένα από τα μέρη ΑΠ 310/2007. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ' αυτής εκδοθησομένης απόφασης, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα ΑΠ 134/2015. Δεν αποτελούν έννομη σχέση υπό την άνω έννοια τα απλά πραγματικά περιστατικά ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας η προστασία ζητείται με την αγωγή ΑΠ 134/2015. Δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, ακόμη και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στα οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά ΑΠ 134/2015. Για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής απαιτείται ο ενάγων να έχει έννομο συμφέρον ΑΠ 134/2015. Έννομο συμφέρον υφίσταται αν η προκαλούμενη με την αναγνωριστική αγωγή δικαστική απόφαση είναι σε θέση να διαλευκάνει την αμφισβητούμενη ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης, να άρει τη σχετική αβεβαιότητα, και να αποτρέψει σχετικές μ' αυτό παρούσες ή μέλλουσες δικαστικές διενέξεις και μάλιστα οριστικά και με δύναμη δεδικασμένου ΑΠ 134/2015. Αν η απόφάση δεν διαλευκαίνει οριστικά την έννομη σχέση, αλλά μόνο στοιχεία αυτής ή προδικαστικά της ζητήματα, δεν είναι ικανή για παραγωγή δεδικασμένου και άρα ούτε και για αναγνώριση των εν λόγω μεμονωμένων στοιχείων, γιατί πρέπει να προστεθούν και άλλα γεγονότα για την οριστική απόφαση επί της όλης έννομης σχέσης ΑΠ 134/2015. Κάθε σύμβαση αποτελεί μεν ενιαία ενοχική σχέση, αλλά δεν εκφράζεται δια του όρου "ενοχή" ΑΠ 310/2007. Η διάκριση αυτή καταφαίνεται στη γέννηση, μεταβίβαση, παραγραφή και εν γένει απόσβεση των ενοχών ΑΠ 310/2007. Η παραγραφή της όλης ενοχικής σχέσης, όπως της σύμβασης, δεν είναι νοητή, διότι σε παραγραφή υπόκεινται οι αξιώσεις, δηλαδή οι κατ’ ιδίαν ενοχές (απαιτήσεις) ΑΠ 310/2007. Όπου ο νόμος ομιλεί περί απόσβεσης ενοχής, εννοεί την κατ’ ιδίαν υποχρέωση (ή απαίτηση), ενώ απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσης χωρεί όπου και όπως ορίζει ο νόμος, όπως στο άρ.389 παρ.2 ΑΚ, άρ.509 ΑΚ ΑΠ 310/2007 άρ.389 παρ.2 ΑΚ άρ.509 ΑΚ. Απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσης σημαίνει απόσβεση της όλης σύμβασης ΑΠ 310/2007. Επί συμβάσεως εργασίας, η παραγραφή των πηγαζουσών εξ αυτής κατ’ ιδίαν αξιώσεων αποδοχών από διάφορες αιτίες, δεν συνεπάγεται και απόσβεση της όλης ενοχικής σχέσης που συνδέει τα μέρη, όταν συντρέχουν ειδικοί λόγοι ΑΠ 310/2007. Ειδικός λόγος συντρέχει και στην περίπτωση που ζητείται η αναγνώριση χρόνου υπηρεσίας χρονικού διαστήματος εμπίπτοντος στην έγκυρη διάρκεια της σύμβασης, δηλαδή της κατ’ αυτό υπάρξεως της έννομης σχέσης, από την οποία απέρρεαν παραγεγραμμένες αξιώσεις του μισθωτού για το ίδιο χρονικό διάστημα ΑΠ 310/2007. Ο μισθωτός έχει έννομο συμφέρον προς τούτο, εγκείμενο στην προσμέτρηση του χρόνου αυτού για την ένταξή του στο προσήκον μισθολογικό κλιμάκιο και συνακόλουθα στη μισθολογική προαγωγή του, όταν μάλιστα η σύμβασή του, ως έννομη σχέση, συνεχίζεται και είναι ενεργός ΑΠ 310/2007.

Αποσβεστική προθεσμία

Αν για την άσκηση του δικαιώματος τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, και παρέλθει η αποσβεστική προθεσμία, επέρχεται έκπτωση από το ουσιαστικό δικαίωμα ΑΠ 490/2001 σκέψ.VIII. Τέτοια προθεσμία υπάρχει και στην περίπτωση αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών για την άσκηση αίτησης - προσφυγής προς ανατροπή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου σωματείου περί αποβολής μέλους του σωματείου μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης στο μέλος ΑΠ 490/2001 σκέψ.VIII άρ.88 ΑΚ άρ.3 παρ.2 ΕισΝΚΠολΔ. Αν για την άσκηση του δικαιώματος ορίζεται ορισμένη προθεσμία, και η παραμέληση της προθεσμίας συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται η εκ νέου έναρξη της προθεσμίας από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου μετά την έγερση της αγωγής ΑΠ 194/2012 άρ.279 ΑΚ άρ.280 ΑΚ άρ.261 εδ.2 ΑΚ. Η άσκηση του δικαιώματος για το οποίο προβλέπεται αποσβεστική προθεσμία μέσα στην αποσβεστική αυτή προθεσμία συντελεί στη διατήρηση του δικαιώματος ΑΠ 194/2012. Ο σκοπός θέσπισης αποσβεστικής προθεσμίας συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας που προκλήθηκε με την προσβολή του δικαιώματος ΑΠ 194/2012. Η αποσβεστική προθεσμία μπορεί να συμπληρωθεί ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από τον δικαιούχο ΑΠ 194/2012. Η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την αποσβεστική προθεσμία άρ.634 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν επιδοθεί διαταγή πληρωμής, και ασκηθεί ανακοπή κατά αυτής, και η διαταγή πληρωμής ακυρωθεί με τελεσίδικη απόφαση, η αποσβεστική προθεσμία θεωρείται ότι έχει ανασταλεί από την επίδοση της διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης για την ανακοπή άρ.634 παρ.2 ΚΠολΔ. Με τη διάταξη του άρ.157 εδ.1 ΑΚ, περί απόσβεσης του δικαιώματος για ακύρωση δικαιοπραξίας δύο χρόνια από αυτή, τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, και όχι παραγραφή ΑΠ 194/2012 άρ.157 εδ.1 ΑΚ.