Μάρτυρες

Οι μάρτυρες είναι αποδεικτικά μέσα άρ.339 ΚΠολΔ.

Κατάθεση του μάρτυρα

Η κατάθεση του μάρτυρα εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν βασίζεται σε πληροφορίες ή διηγήσεις τρίτων ή και των ίδιων των διαδίκων ΑΠ 3/1993. Αν η κατάθεση του μάρτυρα είναι ημιτελής γιατί δεν ολοκλήρωσε το δικαστήριο τις ερωτήσεις του προς αυτόν, ή δεν ολοκλήρωσε τις ερωτήσεις του ο δικηγόρος του ενάγοντος ή του εναγομένου, η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 1232/1994 5821/1998 Εφ.ΑΘηνών. Η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ενέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ 983/2007 άρ.340 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του ενός διαδίκου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων άλλου διαδίκου ΑΠ 983/2007 άρ.340 ΚΠολΔ.

Απόδειξη σύναψης σύμβασης με μάρτυρες

Αν η αξία της προς απόδειξη σύμβασης είναι πάνω από το όριο του άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ, η κατάθεση μαρτύρων είναι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 394/2011 άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ο ισχυρισμός έπρεπε να αποδειχθεί μόνο εγγράφως, η κατάθεση μαρτύρων είναι μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 394/2011 άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες, αν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 € άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.δεύτερο ν.4335/2015. Κατά το άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρ.38 ν.3994/2011, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, αν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 20.000 € άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.38 ν.3994/2011. Κατά το άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρ.14 παρ.5 ν.2915/2001, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, αν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 5.900 € ΑΠ 402/2012 άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.14 παρ.5 ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001 άρ.3 ν.2943/2001 άρ.4 ν.2943/2001 άρ.5 παρ.5 ν.2943/2001. Κατά το άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του από το άρ.7 παρ.6 ν.2145/1994, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, αν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 500.000 δρχ. άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.7 παρ.6 ν.2145/1993. Κατά το άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τη θέση σε ισχύ του ΚΠολΔ, συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες, αν η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις 120.000 δρχ. άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατ' εξαίρεση, η απόδειξη με μάρτυρες επιτρέπεται, Κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ΑΠ 2162/2013 σκέψ.I άρ.650 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, δεν ισχύει ο συμβατικός αποκλεισμός των αποδεικτικών μέσων ΑΠ 2162/2013 σκέψ.I άρ.650 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέτοιος συμβατικός αποκλεισμός είναι και η συμφωνία ότι κάθε τροποποίηση της σύμβασης θα αποδεικνύεται εγγράφως ΑΠ 2162/2013 σκέψ.I άρ.650 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν με τη σύμβαση ορίστηκε σαν αποδεικτικός τύπος το έγγραφο, το δικαστήριο, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα απο τον νόμο αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και τους μάρτυρες, για την απόδειξη της σύστασης ή τροποποίησης της δικαιοπραξίας ΑΠ 2162/2013 σκέψ.I άρ.650 παρ.1 ΚΠολΔ.

Αρχή έγγραφης απόδειξης

Αν υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης που πηγάζει από έγγραφο που έχει αποδεικτική δύναμη, επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το άρ.393 ΚΠολΔ οριζόμενο ποσό ΑΠ 394/2011 άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.394 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ. Το πότε υπάρχει αρχή έγγραφης απόδειξης αποτελεί ζήτημα πραγματικό και απόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ 394/2011.

Φυσική ή ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου

Αν υπήρχε φυσική ή ηθική αδυναμία να αποκτηθεί έγγραφο, επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες της σύναψης σύμβασης ποσού άνω του ορίου του άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 402/2012 άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.394 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου υπάρχει, αν κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης τα μέρη είχαν τόσο στενό δεσμό, ώστε σύμφωνα με τις κρατούσες στις συναλλαγές αντιλήψεις η αξίωση σύνταξης εγγράφου για τη συγκεκριμένη σύμβαση θα παρίστατο αδικαιολόγητη ή θα ενείχε μη ανεκτή δυσπιστία ΑΠ 402/2012. Ο δεσμός αυτός μεταξύ των μερών μπορεί να είναι στενή συγγένεια, μνηστεία, ερωτικός ή στενός φιλικός δεσμός κλπ. ΑΠ 402/2012. Ηθική αδυναμία απόκτησης του εγγράφου υπάρχει και όταν κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω σχέσεων φιλίας, συγγένειας, εταιρικής ή συναδελφικής συνεργασίας, υπηρεσιακής ή οικονομικής εξάρτησης κλπ., η απαίτηση λήψης αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα παρίστατο ως αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις 887/2013 Πολ.Πρ.Αθηνών.

Φύση της δικαιοπραξίας ή ειδικές συνθήκες

Αν από τη φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες, κάτω από τις οποίες έγινε, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες, η απόδειξη αυτής με μάρτυρες επιτρέπεται ΑΠ 394/2011 άρ.394 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ.

Εξαίρεση μάρτυρα

Ο διάδικος οφείλει να προτείνει τον λόγο της μη εξέτασης του μάρτυρα κατά το άρ.400 ΚΠολΔ πριν εκείνος ορκιστεί άρ.403 παρ.2 ΚΠολΔ. Όταν περατωθεί η εξέταση του μάρτυρα, ο λόγος εξαίρεσης για τη μη εξέτασή του μπορεί να προταθεί μόνο κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση, αν αποδεικνύεται εγγράφως ΑΠ 194/2012. Ο λόγος εξαίρεσης δικηγόρου ως μάρτυρα άρ.400 περ.1 ΚΠολΔ, για πραγματικά περιστατικά για τα οποία έχει καθήκον εχεμύθειας άρ.38 ΚώδΔικ, θεσπίζεται υπέρ του εντολέα του δικηγόρου, και όχι υπέρ του αντιδίκου του εντολέα ΑΠ 862/2015 ΑΠ 11/2004. Η μαρτυρία του δικηγόρου για τα πραγματικά περιστατικά αυτά είναι δυνατόν να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα ΑΠ 862/2015 άρ.140 παρ.2 περ.δ ΚώδΔικ, αλλά ο δικηγόρος δεν είναι εξαιρετέος ως μάρτυρας αν δίνει ένορκη βεβαίωση με επιμέλεια του εντολέα του ΑΠ 862/2015 ή μαρτυρία στο ακροατήριο υπέρ του εντολέα του ΑΠ 11/2004. Αν ο ένας μάρτυρας εξαιρεθεί, και άλλος μάρτυρας αντλεί τις πληροφορίες του από τον εξαιρετέο μάρτυρα, δεν ιδρύεται ο κατ' άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ΑΠ 897/2000 σκέψ.2. Κατά το άρ.400 περ.3 ΚΠολΔ, μέχρι και 31-12-2015, εξαιρετέοι μάρτυρες είναι, πλην άλλων, και τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη ΑΠ 11/2004 άρ.400 περ.3 ΚΠολΔ άρ.1 άρ.δεύτερο παρ.1 ν.4335/2015 άρ.1 άρ.ένατο παρ.4 ν.4335/2015. Πρόσωπο που μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη είναι αυτός που προσδοκά ωφέλεια ή ελπίζει σε αποτροπή βλάβης η οποία είναι αναγκαία συνέπεια της συγκεκριμένης δίκης ΑΠ 11/2004. Το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, και υπάρχει όταν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης επεκτείνονται και στον μάρτυρα ΑΠ 11/2004, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο μάρτυρας είναι απλός συγγενής ή σύζυγος διαδίκου, ούτε αν είναι αναγκαίος κληρονόμος αυτού ΑΠ 11/2004.

Μαρτυρική κατάθεση στα πλαίσια άλλης δίκης

Η κατάθεση μάρτυρα που περιλαμβάνεται στα πρακτικά άλλης δίκης αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη, από το οποίο το δικαστήριο μπορεί να συνάγει δικαστικά τεκμήρια ΑΠ 883/2007. Η χρήση της κατάθεσης αυτής, στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, ως δικαστικό τεκμήριο μπορεί να γίνει μόνο αν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες ΑΠ 254/2013.

Μαρτυρική κατάθεση και προβολή ισχυρισμών

Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο η έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών από το περιεχόμενο των καταχωρούμενων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων Ολομ. ΑΠ 2/2005 άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, στις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα, περί προτάσεων και δηλώσεων, των πρακτικών της απόφασης Ολομ. ΑΠ 2/2005 άρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ.

Ανυπόστατη ένορκη κατάθεση μάρτυρα

Αν δώσει ένορκη κατάθεση ως μάρτυρας πρόσωπο που κατά τον χρόνο της κατάθεσης είναι ο ίδιος διάδικος, ή αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου που είναι διάδικος, ή νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου (για τις ανώνυμες εταιρείες τέτοιος είναι ο διευθύνων σύμβουλος άρ.18 ν.2190/1920 άρ.22 ν.2190/1920), ή μέλος της διοίκησης του νομικού προσώπου αυτού, η ένορκη αυτή κατάθεση είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 908/2017 σκέψ.II άρ.62 ΚΠολΔ άρ.64 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.409 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.409 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.410 ΚΠολΔ άρ.415 ΚΠολΔ άρ.416 ΚΠολΔ άρ.417 ΚΠολΔ άρ.418 ΚΠολΔ άρ.419 ΚΠολΔ άρ.420 ΚΠολΔ άρ.61 ΑΚ άρ.65 ΑΚ άρ.67 ΑΚ άρ.70 ΑΚ. Και αυτό γιατί ο διάδικος, και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και οι υπόλοιποι των παραπάνω, δεν είναι τρίτος, και δεν μπορεί γι' αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου ΑΠ 908/2017 σκέψ.II. Αν ληφθεί υπόψη η ένορκη κατάθεση διαδίκου ή άλλου προσώπου, ο οποίος για την ταυτότητα του νομικού λόγου εξομοιώνεται με διάδικο, και δεν προκύπτει από την απόφαση ότι κατά τον χρόνο της κατάθεσης ο μάρτυρας είχε την ιδιότητα του διαδίκου ή αντίστοιχη, δεν ιδρύεται ο κατ' άρ.559 αριθ.11 περ.α ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί λήψης υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου ΑΠ 908/2017 σκέψ.II.

Εξέταση των διαδίκων

Η εξέταση των διαδίκων αποτελεί αποδεικτικό μέσο άρ.339 ΚΠολΔ άρ.415 παρ.1 ΚΠολΔ. Η εξέταση των διαδίκων αποτελεί επώνυμο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από εκείνο των μαρτύρων ΑΠ 1096/2008 σκέψ.III. Οι καταθέσεις των διαδίκων εκτιμούνται ελεύθερα ΑΠ 1096/2008 σκέψ.III. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, κατά την ενώπιόν του προφορική διαδικασία συζήτησης της αγωγής, ζητεί τις αναγκαίες πληροφορίες και διασαφήσεις από τους παρισταμένους διαδίκους ή τους εκπροσώπους του και τους εξετάζει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, έστω και αν δεν συντρέχουν οι όροι του άρ.415 ΚΠοΛΔ, δηλαδή η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών ΑΠ 1096/2008 σκέψ.III άρ.270 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.415 ΚΠολΔ άρ.420 ΚΠολΔ. Δεν αποτελεί προϋπόθεση της εξέτασης των διαδίκων η μη απόδειξη ή η ατελής απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης πραγματικών περιστατικών από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα που προσκομίζουν οι διάδικοι ΑΠ 1096/2008 σκέψ.III άρ.270 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.415 ΚΠολΔ άρ.420 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να εξεταστεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο μέλος της διοίκησής του άρ.415 παρ.3 ΚΠολΔ. Κατά παλαιότερη μορφή του άρθρου, η κατάθεση του διαδίκου αποτελούσε αποδεικτικό μέσο μόνο αν ο διάδικος ομολογούσε ΑΠ 338/2007, διαφορετικά η ένορκη κατάθεση διαδίκου ως μάρτυρα ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 1386/2005. Σκοπός της εξέτασης των διαδίκων ήταν η διασάφιση των ισχυρισμών τους, όχι η απόδειξή τους ΑΠ 338/2007. Ο νόμιμος εκπρόσωπος του διαδίκου δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας, γιατί εξομοιωνόταν με τον διάδικο, ο οποίος δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας ΑΠ 1386/2006.

Διασαφήσεις των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους

Οι διασαφήσεις που δίδονται από τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο δικαστήριο δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 631/2006 άρ.245 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ. Οι διασαφήσεις που δίδονται από τους διαδίκους κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο δικαστήριο προβλέπονται ρητά ως διαδικαστική πράξη που "... μπορεί να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς ..." με την απαραίτητη για τη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης αποσαφήνιση των ισχυρισμών των διαδίκων ΑΠ 631/2006 άρ.245 παρ.1 ΚΠολΔ. Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο των διασαφήσεων των διαδίκων κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους στο δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του δικαστηρίου δεν ιδρύει τον κατ' άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, παρά μόνο αν το δικαστήριο διαμορφώνει την πεποίθησή του αποκλειστικά με βάση τις διασαφήσεις των διαδίκων ΑΠ 631/2006 άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ.

Άλλα αποδεικτικά μέσα

Άλλα αποδεικτικά μέσα είναι τα έγγραφα, οι ένορκες βεβαιώσεις, η ομολογία, τα δικαστικά τεκμήρια, η πραγματογνωμοσύνη και η αυτοψία άρ.339 ΚΠολΔ.