Συνηθέστερα

αποδεικτικά μέσα

στην πρακτική είναι τα έγγραφα, οι μάρτυρες και οι ένορκες βεβαιώσεις.

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο

Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ΑΠ 1386/2006. Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα μπορούν να γίνουν δεκτά στην εκούσια δικαιοδοσία ΑΠ 769/2015.

Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο

Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην τακτική διαδικασία ΑΠ 1627/2010. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 1627/2010 άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στις διαδικασίες κατά τις οποίες επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ΑΠ 1627/2010. Κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης ΑΠ 1645/1995. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης Ολομ. ΑΠ 40/1988 ΑΠ 660/1992. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, η δύναμη των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης ΑΠ 197/1986. Αν πρόκειται για απόδειξη γεγονότων, και τα γεγονότα συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται, κατά κανόνα, βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα προς απόδειξη γεγονότα ΑΠ 1475/1983. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ικανός και μη εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ανίκανος και εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος ΑΠ 1475/1983. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ανίκανος και εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ικανός και μη εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος ΑΠ 1475/1983. Από 07-02-2019, οι έννομες συνέπειες από τη δημοσίευση των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) επέρχονται από την καταχώριση των ΦΕΚ στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου άρ.13 παρ.4 εδ.1 ν.3469/2006 άρ.55 ν.4590/2019 άρ.83 ν.4590/2019. Από 07-02-2019, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν δεν είναι δυνατή η καταχώριση στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου, για λόγους τεχνικούς ή ανωτέρας βίας, οι έννομες συνέπειες επέρχονται από τη δημοσίευση των ΦΕΚ σε έντυπη μορφή άρ.13 παρ.4 εδ.2 ν.3469/2006 άρ.55 ν.4590/2019 άρ.83 ν.4590/2019 (ΦΕΚ Α 17/07-02-2019).

Ένορκη βεβαίωση

Ενημέρωση για ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν

Προθεσμία κλήτευσης σε ένορκη βεβαίωση

Αν κατά τη συζήτηση ακολουθείται η
Η ειδική διαδικασία αφορά σε
Στην τακτικήειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών των διαφορών από σχέσεις γονέων και τέκνου των πιστωτικών τίτλων των μισθωτικών διαφορών των εργατικών διαφορών των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας των διαφορών από ζημίες από αυτοκίνητο ή σύμβαση ασφάλισης των διαφορών από διατροφή ή επιμέλεια τέκνων των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές των ασφαλιστικών μέτρων (είτε προς λήψη ασφαλιστικού μέτρου είτε προς οριστική επίλυση της διαφοράς) της εκούσιας δικαιοδοσίας, η προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου είναι δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του αντιδίκου2 εργάσιμες ημέρες24 ώρες πριν τη βεβαίωση άρ.592 ΚΠολΔ άρ.592 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 ΚΠολΔ άρ.592 περ.2 ΚΠολΔ άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.614 περ.8 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.17 περ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.614 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.2 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ άρ.614 περ.3 ΚΠολΔ άρ.614 περ.4 ΚΠολΔ άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.5 ΚΠολΔ άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.614 περ.6 ΚΠολΔ άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.592 περ.3 ΚΠολΔ άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.7 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 1857/2011.
Η προθεσμία ξεκινά από την επομένη της επίδοσης της κλήσης24 ώρες πριν τη βεβαίωση 115/2006 Εφ.Λάρισας άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.145 παρ.4 ΚΠολΔ.

Η προθεσμία των 24 ωρών υπολογίζεται από στιγμή σε στιγμή, και όχι κατά το άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 1574/2001
Η ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και η ένορκη κατάθεση μάρτυρα στο ακροατήριο είναι ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ΑΠ 579/2011. Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ελεύθερα το αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα στο ακροατήριο ΑΠ 579/2011. Αν υπάρχει προθεσμία κλήτευσης και δεν τηρηθεί, και ο αντίδικος δεν παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 381/2010, η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, όχι απλά άκυρη, και δεν λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο ΑΠ 579/2011 ΑΠ 381/2010 ΑΠ 85/2001. Αν το δικαστήριο λαβει υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου ΑΠ 1707/2009 ΑΠ 682/2000 άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Αν η προθεσμία κλήτευσης είναι 2 ημερών, για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από τον διάδικο, πρέπει, σωρευτικά, Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 579/2011 άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρ.339 ΚΠολΔ και άρ.342 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα ΑΠ 579/2011. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μόνο αν συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης μετά από προηγούμενη κλήτευση πριν από 24 τουλάχιστον ώρες του αντιδίκου του διαδίκου που επικαλείται την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 579/2011 άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ΑΠ 579/2011. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν σε όλους τους απλούς ομόδικους ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1093/2008, και κλητευθούν όλοι οι απλοί ομόδικοι, μόνο τότε η κλήτευση καθενός των απλών ομοδίκων είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ 1608/2007. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε κάποιους από τους απλούς ομόδικους ΑΠ 381/2010, και κλητεύθηκαν οι απλοί ομόδικοι στους οποίους αφορούν τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκαν οι υπόλοιποι απλοί ομόδικοι, η κλήτευση των απλών ομοδίκων στους οποίους αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1608/2007. Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυράς του προσήλθαν, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν των 15 λεπτών από την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, και ο κλητευθείς δεν παρέστη κατά την ένορκη βεβαίωση, η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον διάδικο που δεν εμφανίστηκε Ολομ. ΑΠ 20/2004. Αν η καθυστέρηση της έναρξης της ένορκης βεβαίωσης οφείλεται σε υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, και το γεγονός αυτό αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση, η καθυστέρηση αυτή δεν οδηγεί σε ακυρότητα της ένορκης βεβαίωσης Ολομ. ΑΠ 20/2004. Ο κλητευθείς οφείλει να αναμείνει το πέρας της υπηρεσιακής απασχόλησης του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου Ολομ. ΑΠ 20/2004. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με τις νόμιμες προϋποθέσεις στα πλαίσια άλλης δίκης, και δεν λήφθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσό στην παρούσα δίκη ΑΠ 381/2010, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη και συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1506/2003. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, και δεν κλητεύθηκε ο αντίδικος, και ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση και σε επόμενη δίκη τακτικής διαδικασίας, και το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την ένορκη βεβαίωση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως απλό έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 1989/2009 άρ.559 αριθμ.11 περ.γ ΚΠολΔ. Αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η ένορκη βεβαίωση δεν έχει την αποδεικτική δύναμη ένορκης βεβαίωσης, αλλά υπάρχει πιθανότητα μόνο να συνεκτιμηθεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 1633/2002 Ποιν.Τμ. ΑΠ 120/2010 Ποιν.Τμ.. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε χωρίς να κλητευθεί ο αντίδικος, και χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, και χρησιμοποιηθεί και σε επόμενη δίκη, η ένορκη βεβαίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην συγκεκριμένη επόμενη δίκη μόνο ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο δεν την κάνει δεκτή γιατί κρίνει ότι έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη ΑΠ 254/2013 άρ.339 ΚΠολΔ άρ.395 ΚΠολΔ. Η κλήση δεν είναι απαραίτητο να αναγράφει το όνομα του μάρτυρα που θα δώσει την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 1901/2009 ΑΠ 197/2000. Αν αυτός που έδωσε την ένορκη βεβαίωση είναι άλλος από αυτόν τον οποίο ανέφερε η κλήση προς τον αντίδικο, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι άκυρη από τον λόγο αυτό και μόνο ΑΠ 1901/2009 ΑΠ 197/2000. Στην κλήση του διαδίκου προς τον αντίδικό του πρέπει να περιλαμβάνεται Αν η κλήση δεν περιλαμβάνει τα παραπάνω στοιχεία δεν λαμβάνεται υπόψη καθόλου από το δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.424 ΚΠολΔ. Αν από την κλήση για εξέταση μαρτύρων δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων, και δεν παρασταθεί ο καλούμενος, οι ένορκες βεβαιώσεις είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα ΑΠ 375/2013. Αν στην κλήση προσδιορίζονται διαζευκτικά περισσότεροι τόποι και χρόνοι για την εξέταση των μαρτύρων, ο προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ΑΠ 375/2013. Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διάρκεια της βεβαίωσης, αν το επιθυμούν άρ.422 παρ.2 ΚΠολΔ. Ενστάσεις, και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το δικαστήριο άρ.423 παρ.2 ΚΠολΔ. Τα άρ.393 ΚΠολΔ, άρ.394, άρ.398 παρ.2, άρ.399, άρ.400, άρ.402, άρ.405, άρ.407, άρ.408, άρ.409 παρ.2, άρ.411 και άρ.413 ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην ένορκη βεβαίωση άρ.423 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο βεβαιών παραδώσει γραπτό σημείωμα στον συμβολαιογράφο, και ο συμβολαιογράφος αντιγράψει το γραπτό σημείωμα αυτό στην ένορκη βεβαίωση, ώστε όλη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα να αποτελεί αντίγραφο του περιεχομένου του γραπτού σημειώματος, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 394/2009 Εφ.Δωδεκανήσου. Το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση αν αυτή προσκομίζεται από τον διάδικο, και την επικαλείται με τις προτάσεις του ΑΠ 832/2011. Η προσκόμιση απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης ΑΠ 96/2008. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου ΑΠ 211/2004. Η σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαιώσης γίνεται όταν Κατά την ως άνω διατύπωση μπορεί να γίνει επίκληση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένορκης βεβαίωσης που είχε προσκομιστεί πρωτόδικα ΑΠ 96/2008. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης στην δευτεροβάθμια συζήτηση δεν είναι νόμιμη αν η επίκληση γίνεται με απλή ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης Ολομ. ΑΠ 23/2008. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου δεν αρκεί η βεβαίωση εντός της ένορκης βεβαίωσης από τον συμβολαιογράφο για την κλήτευση του αντιδίκου ΑΠ 708/2015. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου απαιτείται η προσκομιδή της έκθεσης επίδοσης της κλήσης ΑΠ 708/2015. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και έχει προσκομιστεί έστω 1 ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους έδωσαν ένορκη βεβαίωση άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και δεν έχει προσκομιστεί ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους προτείνει η διάδικη πλευρά άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με τις προτάσεις, πέραν των τριώνπέντε (κατά τη σειρά επίκλησής τους με τις προτάσεις) για κάθε πλευράδιάδικο, είναι απαράδεκτες ΑΠ 3/2015 άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με την προσθήκη, πέραν του αριθμού (κατά τη σειρά επίκλησής τους με την προσθήκη) των ενόρκων βεβαιώσεων τις οποίες επικαλείται ο αντίδικος με τις προτάσεις του, είναι απαράδεκτες ΑΠ 3/2015. Στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των μισθωτικών διαφορών άρ.647 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των εργατικών διαφορών άρ.663 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των αυτοκινητιστικών διαφορών άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011 και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, δεν ισχύει ο περιορισμός του αριθμού των προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, και μπορούν να προσκομιστούν μετ' επικλήσεως και περισσότερες από 3 ένορκες βεβαιώσεις. Στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών άρ.592 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ και των διαφορών περί σχέσεων γονέων και τέκνου άρ.614 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ, ισχύει ο περιορισμός περί του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων όπως στην τακτική διαδικασία ΑΠ 318/2011. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε πλευράς σε 3διαδίκου σε 5 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, δηλαδή και επί αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ή ανταγωγής ΑΠ 3/2015. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, αν κατά τη συζήτηση προσκομίστηκαν ένορκες βεβαιώσεις, προς αντίκρουσή τους μπορούν να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις με την προσθήκη των προτάσεων, το πολύ ίσου αριθμού με τις αντικρουόμενες άρ.270 παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.237 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.238 εδ.3 ΚΠολΔ ΑΠ 3/2015μέχρι 3 στον αριθμό άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε αντιδίκου σε 35 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει και στο Εφετείο, ακόμη και αν οι 35 πρωτόδικα προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις προσκομίζονται μετ' επίκλησης στο Εφετείο ΑΠ 3/2015. Αν όμως οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν αφορούν τη συγκεκριμένη δίκη, δεν λαμβάνονται υπόψη ως ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ως έγγραφα ΑΠ 504/2014, και δεν μειώνουν τον αριθμό των επιτρεπόμενων ενόρκων βεβαιώσεων ΑΠ 2076/2014. Αν κατατεθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και στα πλαίσια της έφεσης επιδοθεί κλήση προς ένορκη βεβαίωση στον δικηγόρο που παραστάθηκε πρωτόδικα για τον αντίδικο, και ο δικηγόρος δεν έχει οριστεί αντίκλητος και για τη δίκη στο εφετείο, η κλήτευση δεν είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010. Η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε μετά την πρωτόβάθμια συζήτηση, ακόμη και κατά την προθεσμία αντίκρουσης των προτάσεων στην πρωτοβάθμια συζήτηση ΑΠ 1187/1997, και πριν την κατ' έφεση συζήτηση, προσκομίζεται έγκυρα στην κατ' έφεση δίκη ΑΠ 221/1993 ΑΠ 1187/1997. Το αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται υπόψη προς απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος το έχει προσκομίσει άρ.346 ΚΠολΔ ΑΠ 1707/2009.

Αιτιολογία απόφασης

Αν η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτής στην απόφαση, αλλά απλό έγγραφο, που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση ΑΠ 1989/2009. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η απόφαση του δικαστηρίου απαιτείται να αναφέρει Στη διαδικασία εργατικών διαφορών, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, και ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 579/2011 άρ.559 αριθμ.11 ΚΠολΔ. Στις υποθέσεις αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζομένων κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας όπως ίσχυαν μετά την ισχύ του άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 και άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 και πριν την 01-01-2002, οπότε εκδίδεται προδικαστική απόφαση, δεν είναι επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ΑΠ 1989/2009άρ.226 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 άρ.341 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 άρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.336 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.341 ΚΠολΔ άρ.395-398 ΚΠολΔ άρ.406-409 ΚΠολΔ ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Αν το Εφετείο δικάζει έφεση κατά απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, υπό το αμέσως πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή της έκδοσης προδικαστικής απόφασης, και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης λήφθηκε ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου για να χρησιμοποιηθεί στην κατ' έφεση δίκη, ακόμη και αν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά την 01-01-2002 (έναρξη ισχύος του ν.2915/2001), το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαιώση, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς αυτή αποτελεί αποδεικτικό μέσο που στερείται οποιοασδήποτε αποδεικτικής ισχύος ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Και αυτό γιατί το Εφετείο εφαρμόζει τον νόμο όπως ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση ΑΠ 1989/2009 άρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ.

Αρνητικό γεγονός

Κατά μια άποψη, ο αρνητικός χαρακτήρας ισχυρισμού που περιλαμβάνει αρνητικό γεγονός δεν επιτρέπει σχετική απόδειξη 10613/1990 Εφ.Αθηνών (αυτοκινητικών διαφ.). Αρνητικό γεγονός αποτελεί και η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης 10613/1990 Εφ.Αθηνών (αυτοκινητικών διαφ.). Επί αγωγής αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης ομόρρυθμης εταιρείας ορισμένου χρόνου μετά από άκαιρη καταγγελία αυτής χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθεί ο ενάγων να αποδείξει την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, αφού πρόκειται για αρνητικό γεγονός ΑΠ 536/2002. Στην ίδια περίπτωση, ο εναγόμενος, που κατήγγειλε την εταιρεία, για να απαλλαγεί από την υποχρέωση προς αποζημίωση, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου, καθώς αυτός άσκησε την καταγγελία ένεκα ορισμένου λόγου, τον οποίο αυτός γνωρίζει και ο οποίος αποτελεί γι' αυτόν θετικό γεγονός, ενώ ο ενάγων δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει τον λόγο αυτό, αφού βρίσκεται εκτός της σφαίρας γνώσης αυτού ΑΠ 536/2002 άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο οφειλέτης ανέλαβε με συμβολαιογραφικό έγγραφο να εκπληρώσει την παροχή του σε συγκεκριμένη ημέρα, και σε περίπτωση μη εκπλήρωσης αυτής να καταβάλει χρηματικό ποσό ως ποινική ρήτρα μόνο με την πάροδο της ημέρας αυτής, ο δανειστής μπορεί με το συμβόλαιο, το οποίο αποτελεί εκτελεστό τίτλο, να επισπεύσει σε βάρος του οφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση για το ποσό της καταπίπτουσας ποινικής ρήτρας εξαιτίας της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας εκτέλεσης της κύριας παροχής, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει ότι η κύρια παροχή δεν εκτελέστηκε ή τους λόγους της υπερημερίας του οφειλέτη, καθώς δεν πρέπει να επιβάλλεται στον δανειστή επισπεύδοντα να αποδείξει το αρνητικό γεγονός της μη εκπλήρωσης της κύριας παροχής, απόδειξη που είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη 145/2006 Μον.Πρ.Ρόδου. Ο οφειλέτης έχει πλέον το βάρος της απόδειξης, ασκώντας ανακοπή κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, ισχυριζόμενος ότι η μη εκτέλεση της παροχής του ή ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη 145/2006 Μον.Πρ.Ρόδου. Κατά μια άποψη, ο πραγματογνώμονας δεν μπορεί να βεβαιώσει με γραφολογική πραγματογνωμοσύνη το αρνητικό γεγονός ότι συγκεκριμένο άτομο δεν έβαλε την υπογραφή του επί εγγράφου 1724/2011 Πεντ.Εφ.Θεσσαλονίκης ΑΠ Ποιν. 587/2013.

Αιτιολογημένη άρνηση

Αν ο ισχυρισμός συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση ΑΠ 768/2000. Η αιτιολογημένη άρνηση αποκρούεται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή ή την ένσταση ΑΠ 768/2000. Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι ανύπαρκτη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις θεώρησης της σύμβαση από τη ΔΟΥ, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ΑΠ 768/2000.

Άρνηση παθητικής νομιμοποίησης

Αν ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με τον νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ΑΠ 26/2005. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από τον νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου ΑΠ 26/2005. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή δίκης αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή ότι ο ενάγων είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος, και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης ΑΠ 2102/2007. Το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής δεν ασκεί, κατ' αρχήν, έννομη επιρροή για τη νομιμοποίηση 1960/2014 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ΑΠ 825/2015 ΑΠ 529/2009. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 825/2015 ΑΠ 529/2009. Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τα περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής, και όχι ένσταση ΑΠ 2102/2007. Αν επιβλήθηκε κατάσχεση κατά ΟΤΑ, και ο ΟΤΑ δεν ήταν οφειλέτης της απαίτησης, υπάρχει έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του ΟΤΑ στην αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε σε βάρος του ο επισπεύδων την εκτέλεση ΑΠ 1846/2017.

Απαράδεκτο

Απαράδεκτο νοείται κυρίως στις διατάξεις εκείνες, στις οποίες καθιερώνεται οριστικός αποκλεισμός ορισμένης διαδικαστικής ενέργειας και στις οποίες επιπλέον η επανόρθωση του ελαττώματος της πράξης δεν είναι δυνατή ΑΠ 394/2011. Η καθιέρωση του απαραδέκτου γίνεται κατ' αρχήν ρητά όταν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη διαδικαστική ενέργεια με την έκφραση "απαράδεκτος" ΑΠ 394/2011. Το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής ΑΠ 288/2014. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται (βάσει ελεύθερης απόδειξης) κατά τον χρόνο συζήτησης (αλλά και σε κάθε στάση της δίκης) ΑΠ 288/2014. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο μέσο για την εξάλειψη της αβεβαιότητας που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του ΑΠ 288/2014.

Χρόνος προβολής ένστασης

Η ένσταση πρέπει να προτείνεται κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό ΑΠ 1703/2008 άρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης για το επιτρεπτό πρότασης της ένστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.527 ΚΠολΔ, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη ΑΠ 1703/2008. Κατά μια άποψη, αν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση, και προς υποστήριξη της ένστασης είχε υποβάλλει και αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, και η ένστασή του απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο εναγόμενος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς προβολή του αιτήματος περί επίδειξης εγγράφων, και το αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο 580/2012 Εφ.Πειραιώς. Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 310/2007.

Ένσταση αοριστίας της αγωγής

Για το ορισμένο, και κατά συνέπεια το παραδεκτό, της αγωγής αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα ΑΠ 577/2016 άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου ΑΠ 488/2010 άρ.106 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.335 ΚΠολΔ άρ.337 ΚΠολΔ άρ.338 ΚΠολΔ άρ.559 περ.1 ΚΠολΔ. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, συντελείται με την παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη θεμελίωση του εκάστοτε αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος ΑΠ 866/2009 σκέψ.II. Ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης ΑΠ 329/2007 ΑΠ 954/2011 άρ.216 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ. Η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση ΑΠ 488/2010. Η μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο ΑΠ 488/2010. Αν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής, η αγωγή είναι νομικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Αν στην αγωγή εξειδικεύονται ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 402/2012. Αν στην αγωγή γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, η αγωγή είναι ποιοτικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 402/2012. Ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία της αγωγής ΑΠ 1087/2014 άρ.224 ΚΠολΔ άρ.236 ΚΠολΔ. Αν στην αγωγή δεν περιέχεται το βασιμό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης, η αγωγή είναι νομικά αόριστη ΑΠ 1087/2014. Στην εκούσια δικαιοδοσία, επιτρέπεται η συμπλήρωση των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρ.747 παρ.2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματός της, με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ΑΠ 1384/2018 άρ.747 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.115 παρ.3 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση αοριστίας της αγωγής αναφέρει γενικά ότι η αγωγή είναι αόριστη, και δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, η ένσταση είναι απαράδεκτη ΑΠ 571/2004. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, και δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπτίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ΑΠ 329/2007 ΑΠ 954/2011. Αν η ιστορική βάση της προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος ήταν ο προσεπικαλούμενος τρίτος, η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμω αβάσιμη ΑΠ 415/2010. Αν η ένσταση συμψηφισμού προτείνει να γίνει συμψηφισμός μιας απαίτησης με απαίτηση από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, η ένσταση είναι μη νόμιμη ΑΠ 194/2012. Η αοριστία της ένστασης δεν θεραπεύεται με την επίκληση εγγράφων ΑΠ 880/2010. Η αγωγή δεν είναι αόριστη αν δεν αναφέρει Αν η αξία του αντικειμένου της δίκης δεν αναφέρεται στην αγωγή, μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις 163/2013 Εφ.Δωδεκανήσου 2369/2007 Εφ.Αθηνών.

Αοριστία επί αγωγής εργολαβικής αμοιβής

Αν η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, είναι ορισμένη: Η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο

Αοριστία επί αγωγής αυτοκινητικής διαφοράς

Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας ΑΠ 1465/2013 άρ.10 ν.ΓΠΝ/1911 άρ.297 ΑΚ άρ.298 ΑΚ άρ.299 ΑΚ άρ.914 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της σύγκρουσης ΑΠ 1465/2013 άρ.330 εδ.2 ΑΚ. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή να επιφέρει τη ζημία, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 1465/2013. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μετραξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του ζημιογόνου αποτελέσματος ΑΠ 1465/2013. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 1465/2013 άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ.

Ορισμένο αγωγής δανείου

Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται: Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν αν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου ΑΠ 402/2012.

Ένσταση δεδικασμένου

Αν η αγωγή απορριφθεί για τυπικό λόγο, όπως νομική ή ποιοτική αοριστία, και η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής ΑΠ 1802/2008. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων κρίνονται σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων ΑΠ 1316/1987.

Ένσταση καταλυτική της αγωγής

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, σε αντίκρουση αγωγής περί καταβολής ΦΠΑ που αναλογεί σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ότι στην τελική συμφωνημένη αμοιβή περιλαμβάνονταν και ο ΦΠΑ, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγή ΑΠ 90/2005 άρ.361 ΑΚ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του ΑΠ 90/2005 άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ένσταση εξόφλησης από τρίτο

Κατά μια άποψη, αν η ένσταση εξόφλησης της οφειλής από τρίτο δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε το ποσό στο όνομά του, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατά την καταβολή γνώριζε ότι υπήρχε οφειλή του οφειλέτη προς τον δανειστή, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε προς το σκοπό απόσβεσης αυτής της οφειλής, η ένσταση είναι αόριστη 206/1988 Εφ.Αθηνών.

Ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας

Το κύριο αίτημα της αγωγής είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας ΑΠ 1750/2014. Αν το κύριο αίτημα της αγωγής ανήκει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο ΑΠ 1750/2014. Αν στην αγωγή υπάρχει αίτημα αναγνώρισης υποχρέωσης των εναγομένων σε καταβολή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, και ταυτόχρονα αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε ενεστώσα και μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, κύριο αίτημα της αγωγής είναι το αναγνωριστικό ΑΠ 1750/2014. Η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα ρυθμίζονται από τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά ΑΠ 566/1986 άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν νεότερος νόμος ορίζει ότι, μέχρι την "πλήρη εκκαθάριση" των έννομων σχέσεων που καταρτίστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιότερου νόμου, τότε και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα επί των σχέσεων αυτών ισχύει ο παλαιότερος δικονομικός νόμος ΑΠ 566/1986.

Ένσταση αντισυνταγματικότητας

Αν ο δικαστής κρίνει ότι ο νόμος δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, οφείλει να μην εφαρμόσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό Ολομ. ΑΠ 27/2008 άρ.25 παρ.1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται Η κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν όταν το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο Ολομ. ΑΠ 27/2008. Η κρατική παρέμβαση είναι αναλογική εν στενή εννοία όταν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται Ολομ. ΑΠ 27/2008. Αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική ΑΠ 106/2008 άρ.4 παρ.1 Συντάγματος. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της αρχής της ισότητας ΑΠ 106/2008 άρ.4 παρ.1 Συντάγματος. Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, δεσμεύει για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις ΑΠ 9/2014. Αν η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου κηρύσσει νόμο ως αντισυνταγματικό, αποτελεί λόγο αναψηλάφησης κάθε απόφασης, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής, και ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή, και επάγεται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας ΑΠ 9/2014.

Αίτημα διαγραφής ανάρμοστων εκφράσεων

Αν το δικόγραφο περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις, ο αντίδικος μπορεί να αιτηθεί τη διαγραφή τους ΑΠ 1602/2005 ΑΠ 1406/2004 άρ.206 ΚΠολΔ.

Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής

Ο ενάγων έχει δικαίωμα να περιορίσει το αίτημά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις άρ.223 εδ.2 ΚΠολΔ ή και με την προσθήκη των προτάσεων ΑΠ 315/2010, ή και με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία της προσθήκης, αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ΑΠ 315/2010. Έχει επίσης το δικαίωμα να περιορίσει το αίτημα της αγωγής με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά ΑΠ 315/2010. Για δικόγραφα που συζητούνται από 01-01-2016 και μετά, η δυνατότητα περιορισμού του αιτήματος με δήλωση στα πρακτικά προκύπτει από τον νόμο άρ.297 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος αποτελεί μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής 218/2001 Εφ.Λάρισας. Αν το αίτημα της αγωγής αποτελεί άθροισμα διαφόρων κονδυλίων, και ο ενάγων περιορίσει το αίτημα της αγωγής, και δεν προσδιορίζεται σε ποια συγκεκριμένα κονδύλια έγινε ο περιορισμός και κατά ποιο πόσο ή δεν προσδιορίζεται ποσοστό κατά το οποίο περιορίζεται σύμμετρα κάθε κονδύλιο, η αγωγή μετά τον περιορισμό του αιτήματος είναι αόριστη ΑΠ 337/2003. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και ο διάδικος περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ακόμη και αν η διαφορά υπάγεται μετά τον περιορισμό σε κατώτερο δικαστήριο, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο 218/2001 Εφ.Λάρισας 708/1992 Εφ.Θεσσαλονίκης άρ.45 ΚΠολΔ άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και στη διάρκεια της δίκης μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο άρ.45 ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, αλλά σε καθ' ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, και από τη στιγμή της κατάθεσης μέχρι τη στιγμή της συζήτησης μεταβληθεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα, και το δικαστήριο καταστεί καθ' ύλην αρμόδιο κατά τη στιγμή της συζήτησης, το δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο και οφείλει να μην παραπέμψει την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας 218/2001 Εφ.Λάρισας.

Μεταβολή της βάσης της αγωγής

Μεταβολή της βάσης της αγωγής, η οποία αποτελεί και ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της αρχής της προδικασίας της δίκης, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής ΑΠ 1859/2011 Ολομ. ΑΠ 19/2003. Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατ' άρ.216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης ΑΠ 1087/2014. Η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής δεν είναι επιτρεπτή, αν η μεταβολή αυτής αναφέρεται σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ΑΠ 1087/2014. Ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής είναι περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα ΑΠ 1087/2014. Είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (είτε είναι οψιγενή είτε όχι), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας, ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή ΑΠ 1087/2014. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (πχ. αμέλεια, δόλος) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια ΑΠ 1087/2014. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής ΑΠ 1087/2014. Η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, και όχι από τoν νομικό τους χαρακτηρισμό ΑΠ 1891/2014. Η μεταβολή της σειράς εξέτασης των βάσεων της αγωγής, από επικουρική σε κύρια και αντίστροφα, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής 242/2014 Ειρ.Ρεθύμνου. Ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις του ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής άρ.224 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην αγωγή ότι ο υπογράφων τη σύμβαση ήταν πληρεξούσιος της εταιρείας, ενώ με την προσθήκη μεταβάλλεται ο ισχυρισμός στο ότι ήταν de facto διαχειριστής της εταιρείας, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ΑΠ 1859/2011.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη, τότε η γέννηση ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, το περιεχόμενο ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, η έκταση ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, η ενέργεια ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ και τα αποτελέσματα 81/1985 Πολ.Πρ.Βέροιας του δικαιώματος διέπεται από το δίκαιο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συντελέστηκαν τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα. Αν τα γεγονότα που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα συντελέστηκαν υπό την ισχύ παλαιότερου νόμου, αλλά η αίτηση συνταξιοδότησης υποβλήθηκε υπό την ισχύ νεότερου νόμου, ακόμη και αν οι νεότερες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τον δικαιούχο, ισχύουν οι νεότερες διατάξεις ΑΕΔ 19/1979. Ο ουσιαστικού δικαίου νόμος καταργεί σιωπηρώς προηγούμενο κανόνα δικαίου όταν από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι ο νεότερος νόμος έχει σκοπό την κατάργηση του προγενέστερου αντίθετου, γενικού ή ειδικού, νομοθετικού κανόνα, και μάλιστα με τη ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση του παλαιού ΑΠ 263/1982. Αν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιότερος ειδικός, και από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει σκοπό να καταργήσει και τον ειδικό νόμο, ο νεότερος γενικός νόμος δεν καταργεί τον παλαιότερο ειδικό νόμο Ολομ. ΑΠ 40/1988 ΑΠ 263/1982.