Συνηθέστερα

αποδεικτικά μέσα

στην πρακτική είναι τα έγγραφα, οι μάρτυρες και οι ένορκες βεβαιώσεις. Τα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών ανεξάρτητα του από ποιον διάδικο έχουν προσκομιστεί 1707/2009 ΑΠ άρ.346 ΚΠολΔ.

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο

Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1386/2006 ΑΠ. Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα μπορούν να γίνουν δεκτά στην εκούσια δικαιοδοσία 769/2015 ΑΠ.

Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο

Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην τακτική διαδικασία 1627/2010 ΑΠ. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης 1627/2010 ΑΠ άρ.559 αρ.11 ΚΠολΔ. Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στις διαδικασίες κατά τις οποίες επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα 1627/2010 ΑΠ. Κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 1645/1995 ΑΠ. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 40/1988 ΑΠ Ολομέλεια 660/1992 ΑΠ. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, η δύναμη των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 197/1986 ΑΠ. Αν πρόκειται για απόδειξη γεγονότων, και τα γεγονότα συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται, κατά κανόνα, βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα προς απόδειξη γεγονότα 1475/1983 ΑΠ. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ικανός και μη εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ανίκανος και εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος 1475/1983 ΑΠ. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ανίκανος και εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ικανός και μη εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος 1475/1983 ΑΠ.

Μάρτυρες

Η κατάθεση των διαδίκων μπορεί να αποτελέσει μέσο απόδειξης άρ.415 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να εξεταστεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο μέλος της διοίκησής του άρ.415 παρ.3 ΚΠολΔ. Η μαρτυρία του μάρτυρα εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, έστω και αν βασίζεται σε πληροφορίες ή διηγήσεις τρίτων ή και των ίδιων των διαδίκων 3/1993 ΑΠ. Η κατάθεση μάρτυρα που περιλαμβάνεται στα πρακτικά άλλης δίκης αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη, από το οποίο το δικαστήριο μπορεί να συνάγει δικαστικά τεκμήρια 883/2007 ΑΠ. Η χρήση της κατάθεσης αυτής, στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, ως δικαστικο τεκμήριο μπορεί να γίνει μόνο αν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες 254/2013 ΑΠ. Αν η κατάθεση του μάρτυρα είναι ημιτελής, γιατί δεν ολοκλήρωσε το δικαστήριο τις ερωτήσεις του προς αυτόν, ή δεν ολοκλήρωσε τις ερωτήσεις του ο δικηγόρος του ενάγοντος ή του εναγομένου, η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 1232/1994 ΑΠ 5821/1998 Εφ.ΑΘηνών. Η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την απόδειξη σύναψης σύμβασης ποσού άνω των 20.000 €, αν υπάρχει ηθική αδυναμία απόκτησης του αποδεικτικού εγγράφου 887/2013 Πολ.Πρ.Αθηνών άρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.394 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Ηθική αδυναμία απόκτησης του εγγράφου υπάρχει και όταν κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω σχέσεων φιλίας, συγγένειας, εταιρικής ή συναδελφικής συνεργασίας, υπηρεσιακής ή οικονομικής εξάρτησης κλπ., η απαίτηση λήψης αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα παρίστατο ως αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις 887/2013 Πολ.Πρ.Αθηνών. Κατά την παλιότερη μορφή του άρθρου, η κατάθεση του διαδίκου αποτελούσε αποδεικτικό μέσο μόνο αν ο διάδικος ομολογούσε 338/2007 ΑΠ, διαφορετικά η ένορκη κατάθεση διαδίκου ως μάρτυρα ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο 1386/2005 ΑΠ. Σκοπός της εξέτασης των διαδίκων ήταν η διασάφιση των ισχυρισμών τους, όχι η απόδειξή τους 338/2007 ΑΠ. Ο νόμιμος εκπρόσωπος του διαδίκου δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας, γιατί εξομοιωνόταν με τον διάδικο, ο οποίος δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας 1386/2006 ΑΠ. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο η έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών από το περιεχόμενο των καταχωρούμενων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, στις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα, περί προτάσεων και δηλώσεων, των πρακτικών της απόφασης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς άρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Ο λόγος εξαίρεσης δικηγόρου ως μάρτυρα άρ.400 περ.1 ΚΠολΔ, για πραγματικά περιστατικά για τα οποία έχει καθήκον εχεμύθειας άρ.38 ΚωδΔικ, θεσπίζεται υπέρ του εντολέα του δικηγόρου, και όχι υπέρ του αντιδίκου του εντολέα 862/2015 ΑΠ 11/2004 ΑΠ. Η μαρτυρία του δικηγόρου για τα πραγματικά περιστατικά αυτά είναι δυνατόν να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα 862/2015 ΑΠ άρ.140 παρ.2 περ.δ ΚωδΔικ, αλλά ο δικηγόρος δεν είναι εξαιρετέος ως μάρτυρας αν δίνει ένορκη βεβαίωση με επιμέλεια του εντολέα του 862/2015 ΑΠ ή μαρτυρία στο ακροατήριο υπέρ του εντολέα του 11/2004 ΑΠ. Εξαιρετέοι μάρτυρες είναι, πλην άλλων, και τα πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη 11/2004 ΑΠ άρ.400 περ.3 ΚΠολΔ. Πρόσωπο που μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη είναι αυτός που προσδοκά ωφέλεια ή ελπίζει σε αποτροπή βλάβης η οποία είναι αναγκαία συνέπεια της συγκεκριμένης δίκης 11/2004 ΑΠ. Το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, και υπάρχει όταν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης επεκτείνονται και στον μάρτυρα 11/2004 ΑΠ, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο μάρτυρας είναι απλός συγγενής ή σύζυγος διαδίκου, ούτε αν είναι αναγκαίος κληρονόμος αυτού 11/2004 ΑΠ. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να συνάγει ομολογία του διαδίκου περί συγκεκριμένου ισχυρισμού του αντιδίκου του, παρά τη γενική άρνηση του διαδίκου περί των γεγονότων 369/2008 ΑΠ που στηρίζουν την αγωγή ή την ένσταση του αντιδίκου του 1203/2009 ΑΠ. Το δικαστήριο συνάγει την έμμεση αυτή ομολογία αν ο διάδικος αρνείται γενικά την αγωγή ή την ένσταση 1203/2009 ΑΠ, αν δεν αρνείται ειδικώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αντιδίκου του 369/2008 ΑΠ, και το δικαστήριο κρίνει από το συνδυασμό τυχόν γενικής άρνησης και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων ότι συνάγεται ομολογία 369/2008 ΑΠ.

Δικαστική ομολογία

Δικαστική ομολογία είναι μόνο η ομολογία που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη 1237/2013 ΑΠ. Η δικαστική ομολογία παρέχει πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε 11/2004 ΑΠ άρ.352 παρ.1 ΚΠολΔ. Κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως 11/2004 ΑΠ άρ.352 παρ.2 ΚΠολΔ. Εξώδικη είναι και η ομολογία που έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκλησή της ως αποδεικτικό μέσο 11/2004 ΑΠ. Δικαστική ομολογία αποτελεί και η αναφορά γεγονότων στην αγωγή, όταν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση η οποία στηρίζεται στα γεγονότα αυτά 192/2008 ΑΠ.

Εξώδικη ομολογία

Εξώδικη ομολογία είναι η ομολογία η οποία γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, εκτός του δικάζοντος την υπόθεση, ή η οποία περιέχεται σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από τον διάδικο 768/2000 ΑΠ. Αν η εξώδικη ομολογία περιέχεται σε έγγραφο του διαδίκου, η επίκλησή της γίνεται με προσκόμιση και επίκληση του εγγράφου 768/2000 ΑΠ. Η εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο 768/2000 ΑΠ άρ.352 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ένορκη βεβαίωση

Ενημέρωση για ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν

Προθεσμία κλήτευσης σε ένορκη βεβαίωση

Κατά τη συζήτηση ακολουθείται η
Η ειδική διαδικασία αφορά σε
Στην τακτικήειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών των διαφορών από σχέσεις γονέων και τέκνου των πιστωτικών τίτλων των μισθωτικών διαφορών των εργατικών διαφορών των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας των διαφορών από ζημίες από αυτοκίνητο ή σύμβαση ασφάλισης των διαφορών από διατροφή ή επιμέλεια τέκνων των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές των ασφαλιστικών μέτρων (είτε προς λήψη ασφαλιστικού μέτρου είτε προς οριστική επίλυση της διαφοράς) της εκούσιας δικαιοδοσίας, η προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου είναι δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του αντιδίκου2 εργάσιμες ημέρες24 ώρες πριν τη βεβαίωση άρ.592 ΚΠολΔ άρ.592 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 ΚΠολΔ άρ.592 περ.2 ΚΠολΔ άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.614 περ.8 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.17 περ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.614 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.2 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ άρ.614 περ.3 ΚΠολΔ άρ.614 περ.4 ΚΠολΔ άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.5 ΚΠολΔ άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.614 περ.6 ΚΠολΔ άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.592 περ.3 ΚΠολΔ άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.7 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ 1857/2011 ΑΠ.
Η προθεσμία ξεκινά από την επομένη της επίδοσης της κλήσης24 ώρες πριν τη βεβαίωση 115/2006 Εφ.Λάρισας άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.145 παρ.4 ΚΠολΔ.

Η προθεσμία των 24 ωρών υπολογίζεται από στιγμή σε στιγμή, και όχι κατά το άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ 1574/2001 ΑΠ
Η ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και η ένορκη κατάθεση μάρτυρα στο ακροατήριο είναι ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα 579/2011 ΑΠ. Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ελεύθερα το αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα στο ακροατήριο 579/2011 ΑΠ. Αν υπάρχει προθεσμία κλήτευσης και δεν τηρηθεί, και ο αντίδικος δεν παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση 381/2010 ΑΠ, η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, όχι απλά άκυρη, και δεν λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο 579/2011 ΑΠ 381/2010 ΑΠ 85/2001 ΑΠ. Αν το δικαστήριο λαβει υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου 1707/2009 ΑΠ 682/2000 ΑΠ άρ.559 περ.11 ΚΠολΔ. Αν η προθεσμία κλήτευσης είναι 2 ημερών, για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από τον διάδικο, πρέπει, σωρευτικά, Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 579/2011 ΑΠ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρ.339 ΚΠολΔ και άρ.342 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα 579/2011 ΑΠ. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μόνο αν συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης μετά από προηγούμενη κλήτευση πριν από 24 τουλάχιστον ώρες του αντιδίκου του διαδίκου που επικαλείται την ένορκη βεβαίωση 579/2011 ΑΠ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη 579/2011 ΑΠ. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν σε όλους τους απλούς ομόδικους 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ, και κλητευθούν όλοι οι απλοί ομόδικοι, μόνο τότε η κλήτευση καθενός των απλών ομοδίκων είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ 1608/2007 ΑΠ. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε κάποιους από τους απλούς ομόδικους 381/2010 ΑΠ, και κλητεύθηκαν οι απλοί ομόδικοι στους οποίους αφορούν τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκαν οι υπόλοιποι απλοί ομόδικοι, η κλήτευση των απλών ομοδίκων στους οποίους αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ 1608/2007 ΑΠ. Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυράς του προσήλθαν, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν των 15 λεπτών από την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, και ο κλητευθείς δεν παρέστη κατά την ένορκη βεβαίωση, η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον διάδικο που δεν εμφανίστηκε 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Αν η καθυστέρηση της έναρξης της ένορκης βεβαίωσης οφείλεται σε υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, και το γεγονός αυτό αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση, η καθυστέρηση αυτή δεν οδηγεί σε ακυρότητα της ένορκης βεβαίωσης 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Ο κλητευθείς οφείλει να αναμείνει το πέρας της υπηρεσιακής απασχόλησης του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με τις νόμιμες προϋποθέσεις στα πλαίσια άλλης δίκης, και δεν λήφθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσό στην παρούσα δίκη 381/2010 ΑΠ, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη και συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 381/2010 ΑΠ 1506/2003 ΑΠ. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, και δεν κλητεύθηκε ο αντίδικος, και ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση και σε επόμενη δίκη τακτικής διαδικασίας, και το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την ένορκη βεβαίωση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως απλό έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης 1989/2009 ΑΠ άρ.559 αριθμ.11 περ.γ ΚΠολΔ. Αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η ένορκη βεβαίωση δεν έχει την αποδεικτική δύναμη ένορκης βεβαίωσης, αλλά υπάρχει πιθανότητα μόνο να συνεκτιμηθεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 1633/2002 ΑΠ Ποιν.Τμ. 120/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε χωρίς να κλητευθεί ο αντίδικος, και χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, και χρησιμοποιηθεί και σε επόμενη δίκη, η ένορκη βεβαίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην συγκεκριμένη επόμενη δίκη μόνο ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο δεν την κάνει δεκτή γιατί κρίνει ότι έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη 254/2013 ΑΠ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.395 ΚΠολΔ. Η κλήση δεν είναι απαραίτητο να αναγράφει το όνομα του μάρτυρα που θα δώσει την ένορκη βεβαίωση 1901/2009 ΑΠ 197/2000 ΑΠ. Αν αυτός που έδωσε την ένορκη βεβαίωση είναι άλλος από αυτόν τον οποίο ανέφερε η κλήση προς τον αντίδικο, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι άκυρη από τον λόγο αυτό και μόνο 1901/2009 ΑΠ 197/2000 ΑΠ. Στην κλήση του διαδίκου προς τον αντίδικό του πρέπει να περιλαμβάνεται Αν η κλήση δεν περιλαμβάνει τα παραπάνω στοιχεία δεν λαμβάνεται υπόψη καθόλου από το δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.424 ΚΠολΔ. Αν από την κλήση για εξέταση μαρτύρων δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων, και δεν παρασταθεί ο καλούμενος, οι ένορκες βεβαιώσεις είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα 375/2013 ΑΠ. Αν στην κλήση προσδιορίζονται διαζευκτικά περισσότεροι τόποι και χρόνοι για την εξέταση των μαρτύρων, ο προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος 375/2013 ΑΠ. Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διάρκεια της βεβαίωσης, αν το επιθυμούν άρ.422 παρ.2 ΚΠολΔ. Ενστάσεις, και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το δικαστήριο άρ.423 παρ.2 ΚΠολΔ. Τα άρ.393 ΚΠολΔ, άρ.394, άρ.398 παρ.2, άρ.399, άρ.400, άρ.402, άρ.405, άρ.407, άρ.408, άρ.409 παρ.2, άρ.411 και άρ.413 ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην ένορκη βεβαίωση άρ.423 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο βεβαιών παραδώσει γραπτό σημείωμα στον συμβολαιογράφο, και ο συμβολαιογράφος αντιγράψει το γραπτό σημείωμα αυτό στην ένορκη βεβαίωση, ώστε όλη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα να αποτελεί αντίγραφο του περιεχομένου του γραπτού σημειώματος, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 394/2009 Εφ.Δωδεκανήσου. Το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση αν αυτή προσκομίζεται από τον διάδικο, και την επικαλείται με τις προτάσεις του 832/2011 ΑΠ. Η προσκόμιση απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης 96/2008 ΑΠ. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου 211/2004 ΑΠ. Η σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαιώσης γίνεται όταν Κατά την ως άνω διατύπωση μπορεί να γίνει επίκληση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένορκης βεβαίωσης που είχε προσκομιστεί πρωτόδικα 96/2008 ΑΠ. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης στην δευτεροβάθμια συζήτηση δεν είναι νόμιμη αν η επίκληση γίνεται με απλή ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης 23/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου δεν αρκεί η βεβαίωση εντός της ένορκης βεβαίωσης από τον συμβολαιογράφο για την κλήτευση του αντιδίκου 708/2015 ΑΠ. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου απαιτείται η προσκομιδή της έκθεσης επίδοσης της κλήσης 708/2015 ΑΠ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και έχει προσκομιστεί έστω 1 ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους έδωσαν ένορκη βεβαίωση άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και δεν έχει προσκομιστεί ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους προτείνει η διάδικη πλευρά άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με τις προτάσεις, πέραν των τριώνπέντε (κατά τη σειρά επίκλησής τους με τις προτάσεις) για κάθε πλευράδιάδικο, είναι απαράδεκτες 3/2015 ΑΠ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με την προσθήκη, πέραν του αριθμού (κατά τη σειρά επίκλησής τους με την προσθήκη) των ενόρκων βεβαιώσεων τις οποίες επικαλείται ο αντίδικος με τις προτάσεις του, είναι απαράδεκτες 3/2015 ΑΠ. Στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των μισθωτικών διαφορών άρ.647 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των εργατικών διαφορών άρ.663 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των αυτοκινητιστικών διαφορών άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, δεν ισχύει ο περιορισμός του αριθμού των προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, και μπορούν να προσκομιστούν μετ' επικλήσεως και περισσότερες από 3 ένορκες βεβαιώσεις. Στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών άρ.592 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ και των διαφορών περί σχέσεων γονέων και τέκνου άρ.614 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ, ισχύει ο περιορισμός περί του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων όπως στην τακτική διαδικασία 318/2011 ΑΠ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε πλευράς σε 3διαδίκου σε 5 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, δηλαδή και επί αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ή ανταγωγής 3/2015 ΑΠ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, αν κατά τη συζήτηση προσκομίστηκαν ένορκες βεβαιώσεις, προς αντίκρουσή τους μπορούν να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις με την προσθήκη των προτάσεων, το πολύ ίσου αριθμού με τις αντικρουόμενες άρ.270 παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.237 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.238 εδ.3 ΚΠολΔ 3/2015 ΑΠμέχρι 3 στον αριθμό άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε αντιδίκου σε 35 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει και στο Εφετείο, ακόμη και αν οι 35 πρωτόδικα προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις προσκομίζονται μετ' επίκλησης στο Εφετείο 3/2015 ΑΠ. Αν όμως οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν αφορούν τη συγκεκριμένη δίκη, δεν λαμβάνονται υπόψη ως ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ως έγγραφα 504/2014 ΑΠ, και δεν μειώνουν τον αριθμό των επιτρεπόμενων ενόρκων βεβαιώσεων 2076/2014 ΑΠ. Αν κατατεθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και στα πλαίσια της έφεσης επιδοθεί κλήση προς ένορκη βεβαίωση στον δικηγόρο που παραστάθηκε πρωτόδικα για τον αντίδικο, και ο δικηγόρος δεν έχει οριστεί αντίκλητος και για τη δίκη στο εφετείο, η κλήτευση δεν είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ. Η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε μετά την πρωτόβάθμια συζήτηση, ακόμη και κατά την προθεσμία αντίκρουσης των προτάσεων στην πρωτοβάθμια συζήτηση 1187/1997 ΑΠ, και πριν την κατ' έφεση συζήτηση, προσκομίζεται έγκυρα στην κατ' έφεση δίκη 221/1993 ΑΠ 1187/1997 ΑΠ.

Αιτιολογία απόφασης

Αν η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτής στην απόφαση, αλλά απλό έγγραφο, που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση 1989/2009 ΑΠ. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η απόφαση του δικαστηρίου απαιτείται να αναφέρει . Στη διαδικασία εργατικών διαφορών, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, και ιδρύεται λόγος αναίρεσης 579/2011 ΑΠ άρ.559 αριθμ.11 ΚΠολΔ. Στις υποθέσεις αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζομένων κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας όπως ίσχυαν μετά την ισχύ του άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 και άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 και πριν την 01-01-2002, οπότε εκδίδεται προδικαστική απόφαση, δεν είναι επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου 1989/2009 ΑΠάρ.226 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 άρ.341 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 άρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.336 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.341 ΚΠολΔ άρ.395-398 ΚΠολΔ άρ.406-409 ΚΠολΔ ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Αν το Εφετείο δικάζει έφεση κατά απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, υπό το αμέσως πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή της έκδοσης προδικαστικής απόφασης, και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης λήφθηκε ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου για να χρησιμοποιηθεί στην κατ' έφεση δίκη, ακόμη και αν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά την 01-01-2002 (έναρξη ισχύος του ν.2915/2001), το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαιώση, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς αυτή αποτελεί αποδεικτικό μέσο που στερείται οποιοασδήποτε αποδεικτικής ισχύος ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Και αυτό γιατί το Εφετείο εφαρμόζει τον νόμο όπως ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση 1989/2009 ΑΠ άρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ.

Έγγραφα

Το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του προς απόδειξη των ισχυρισμών τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι 9/2000 ΑΠ άρ.106 ΚΠολΔ άρ.237 παρ.1 εδ.3 στοιχ.β ΚΠολΔ άρ.346 ΚΠολΔ άρ.453 παρ.1 ΚΠολΔ, και εφόσον τα επικαλούνται με τις προτάσεις τους 832/2011 ΑΠ. Στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν και να επικαλεστούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους, μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο 837/2003 ΑΠ (διαφορές από πιστωτικούς τίτλους άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.649 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, μισθωτικές διαφορές άρ.647 ΚΠολΔ άρ.649 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εργατικές διαφορές άρ.663 ΚΠολΔ άρ.670 ΚΠολΔ, διαφορές από παροχή εργασίας άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 ΚΠολΔ άρ.670 ΚΠολΔ, αυτοκινητικές διαφορές άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.670 ΚΠολΔ, διαφορές από διατροφή ή επιμέλεια τέκνου άρ.681 Β ΚΠολΔ άρ.670 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, αν προσκομίσουν έγγραφο με την προσθήκη των προτάσεων, η προσκόμιση είναι εκπρόθεσμη και το έγγραφο δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο 837/2003 ΑΠ. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους 579/2011 ΑΠ. Στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1707/2009 ΑΠ άρ.270 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου λαμβάνονται υπόψη, δηλαδή εκτιμούνται και αξιολογούνται ελεύθερα 1707/2009 ΑΠ, και μάλιστα παράλληλα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και όχι απλά επικουρικά σε σχέση με αυτά 1707/2009 ΑΠ. Τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου λαμβάνονται υπόψη με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Δηλαδή, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συνταγμένα κατά αποδεικτικό τύπο, έγγραφα ιδιωτικά ανυπόγραφα, έγγραφα υπέρ του εκδότη τους 1707/2009 ΑΠ. Μπορούν ακόμη να ληφθούν υπόψη έγγραφα εικονικά 1707/2009 ΑΠ. Δεν λαμβάνονται υπόψη έγγραφα πλαστά ή μη γνήσια 1707/2009 ΑΠ. Το έγγραφο, προκειμένου να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει χάσει την αποδεικτική του δύναμη, και να είναι γνήσιο 1707/2009 ΑΠ άρ.432 ΚΠολΔ άρ.433 ΚΠολΔ άρ.435 ΚΠολΔ. Το ιδιωτικό έγγραφο, για να έχει αποδεικτική ισχύ, πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του 1707/2009 ΑΠ άρ.430 ΚΠολΔ άρ.160 ΑΚ. Ως εκδότης του εγγράφου, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου, εννοείται αυτός που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο 1503/2010 Εφ.Αθηνών 1305/2009 ΑΠ. Το ιδιωτικό έγγραφο, καταρχήν, δεν αποδεικνύει υπέρ του εκδότη του 1707/2009 ΑΠ άρ.447 ΚΠολΔ. Το ιδιωτικό έγγραφο που δεν φέρει υπογραφή, αλλά μόνο ιδιόχειρες σημειώσεις, αποτελεί υποστατό αποδεικτικό μέσο ως έγγραφο 1707/2009 ΑΠ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία 1707/2009 ΑΠ. Το ιδιωτικό έγγραφο που δεν φέρει υπογραφή, αλλά μόνο ιδιόχειρες σημειώσεις, αποτελεί υποστατό αποδεικτικό μέσο ως έγγραφο 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια και λαμβάνεται υπόψη στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των μισθωτικών διαφορών άρ.647 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των εργατικών διαφορών άρ.663 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των αυτοκινητιστικών διαφορών άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια. Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν τεκμήριο γνησιότητας 1707/2009 ΑΠ. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει τον ισχυρισμό του διαδίκου περί γνησιότητας του εγγράφου 1707/2009 ΑΠ. Ο αντίδικος έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου 1707/2009 ΑΠ, και ο προσκομίζων φέρει το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του εγγράφου 1707/2009 ΑΠ. Αν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή του αντιδίκου ή τρίτου, αν δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητα της υπογραφής δημιουργείται τεκμήριο και για τη γνησιότητα του εγγράφου, στην έκταση που το περιεχόμενό του καλύπτεται από την υπογραφή 1707/2009 ΑΠ. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 1707/2009 ΑΠ. Το βάρος απόδειξης της πλαστότητας φέρει ο αντίδικος που προτείνει την πλαστότητα 1707/2009 ΑΠ άρ.463 ΚΠολΔ. Η απόδειξη της γνησιότητας απαιτείται όχι μόνο όταν το έγγραφο χρησιμοποιείται για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια 1707/2009 ΑΠ. Αν η πλαστότητα προβάλλεται με ένσταση ή παρεμπίπτουσα αγωγή, για να προβληθεί παραδεκτά ο ισχυρισμός απαιτείται να γίνεται προσκόμιση των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα, και να αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων και τα αποδεικτικά μέσα 914/2014 ΑΠ άρ.463 ΚΠολΔ, και να προσκομίζεται ειδικό πληρεξούσιο του δικηγόρου που προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό 914/2014 ΑΠ άρ.98 περ.β ΚΠολΔ. Αν η πλαστότητα προβάλλεται με αυτοτελή αγωγή, δεν απαιτείται να προτείνονται κατά την πρώτη συζήτηση τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, αλλά αρκεί η επίκληση με τις προτάσεις, ούτε απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων και τα αποδεικτικά μέσα στο δικόγραφο της αγωγής 23/1999 ΑΠ Ολομέλεια. Αν το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί, δεν απαιτείται ειδικό πληρεξούσιο για την προβολή της ένστασης πλαστογραφίας 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν έχει παραγραφεί 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ, η ένσταση πλαστογραφίας μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης άρ.461 ΚΠολΔ. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί, η ένσταση πλαστογραφίας πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προταθεί κατά τη συζήτηση κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως την παραγραφή του αδικήματος 914/2014 ΑΠ. Αν, κατά την διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, αποδειχθεί ότι το έγγραφο δεν είναι γνήσιο, το δικαστήριο οφείλει να μην λάβει υπόψη το έγγραφο ως προς το μη γνήσιο μέρος του 1707/2009 ΑΠ. Η προσκόμιση του εγγράφου απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση του εγγράφου 96/2008 ΑΠ. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου 211/2004 ΑΠ. Η ορθή επίκληση του εγγράφου με τις προτάσεις γίνεται όταν Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν γίνεται εκ νέου σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ακόμη και αν είχε ήδη γίνει επίκληση του σχετικού εγγράφου με τις πρωτόδικες προτάσεις 574/2014 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν περιέχεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, και οι οποίες προσκομίζονται στην παρούσα συζήτηση σε επικυρωμένο αντίγραφο άρ.240 εδ.1 υποεδ.2 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια 96/2008 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας συζήτησης περιέχεται, έστω και αυτούσιο, το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γινόταν νόμιμη επίκληση του εγγράφου, και όλο το κείμενο των προτάσεων καλυπτεται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στη δευτεροβάθμια δίκη 476/2011 ΑΠ 1390/2012 ΑΠ 982/2013 ΑΠ 1509/2014 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου δεν είναι νόμιμη αν γίνεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει νόμιμα δια των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ο διάδικος, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεων όπου έγινε η επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια 96/2008 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου δεν είναι νόμιμη αν στο έγγραφο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας συζήτησης γίνεται απλή ενσωμάτωση του εγγράφου των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση του εγγράφου, και στις δευτεροβάθμιες προτάσεις γίνεται απλή αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις 23/2008 ΑΠ Ολομέλεια 154/2004 ΑΠ 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια. Στην επαναλαμβανόμενη κατ' άρ.254 ΚΠολΔ συζήτηση, ο διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης 1336/2002 ΑΠ. Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι απαραίτητη η κατάθεση ιδιαίτερων έγγραφων προτάσεων 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Όσα είχε επικαλεστεί και προβάλει ο διάδικος με τις προτάσεις του στην προηγούμενη συζήτηση θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και ισχύουν και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Η προσκόμιση και επίκληση κατά την προηγούμενη συζήτηση είναι ισχυρή και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση ακόμη και αν ο διάδικος δεν κατέθεσε προτάσεις στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ή αν κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Η υπεύθυνη δήλωση του διαδίκου, κατά το άρ.8 ν.1589/1986, αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο 266/2011 ΑΠ. Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου, κατά το άρ.8 ν.1589/1986, δεν αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο, ούτε κατά τις ειδικές διαδικασίες 266/2011 ΑΠ, ούτε καν στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1196/1995 ΑΠ. Έγγραφο που περιλαμβάνει βεβαίωση ή δήλωση τρίτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο ως έγγραφο ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο αυτό εκδόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη δίκη ως αποδεικτικό μέσο, γιατί διαφορετικά καταστρατηγούνται οι διατάξεις που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων 8/1987 ΑΠ Ολομέλεια 1408/2001 ΑΠ άρ.341 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ άρ.397 ΚΠολΔ άρ.398 ΚΠολΔ άρ.406 ΚΠολΔ άρ.410 ΚΠολΔ. Για τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε το έγγραφο κρίνει ελευθέρως, και αναιρετικά ανελέγκτως, το δικαστήριο της ουσίας, επί τη βάσει του περιεχομένου του εγγράφου, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις 1408/2001 ΑΠ. Κρίθηκε ότι οι φράσεις "ιατρικές βεβαιώσεις και εξιτήρια του Κέντρου Υγείας ..." και "σειρά ιατρικών πιστοποιητικών - συνταγών από τις 24-1-2005 έως και 1-6-2005", οι οποίες περιλαμβάνονται σε προτάσεις, αποτελούν επαρκώς ορισμένη επίκληση προσαγόμενου εγγράφου 832/2011 ΑΠ. Το δικαστήριο οφείλει να αποδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη πχ. στα δημόσια έγγραφα όταν τα σε αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από καθ' ύλην και και κατά τόπον αρμόδιο πρόσωπο 259/2007 ΑΠ άρ.438 εδ.1 ΚΠολΔ. Στα δημόσια αυτά έγγραφα δεν πρέπει να αποδίδεται αυξημένη αποδεικτική δύναμη όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια 259/2007 ΑΠ. Αν τα δημόσια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο προς έμμεση απόδειξη, κρίνον το δικαστήριο μετ' εκτίμηση του περιεχομένου των δημοσίων εγγράφων ότι δεν παρέχουν άμεση απόδειξη, η αποδεικτική τους δύναμη είναι ίδια με την αποδεικτική δύναμη των λοιπών δικαστικών τεκμηρίων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων 384/2010 ΑΠ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του εγγράφου προβεί σε βεβαίωση, περί ενέργειάς του ή περί όσων έγιναν ενώπιόν του άρ.438 ΚΠολΔ, για την οποία είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος, το έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη για τα όσα αρμοδίως βεβαιώθηκαν, και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 11/2004 ΑΠ άρ.438 ΚΠολΔ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του εγγράφου προβεί σε βεβαίωση, περί όσων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει άρ.440 ΚΠολΔ άρ.438 ΚΠολΔ, το έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη για τα όσα βεβαιώθηκαν, και επιτρέπεται ανταπόδειξη χωρίς την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 11/2004 ΑΠ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του δημόσιου εγγράφου δεν είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση που κάνει, το δημόσιο έγγραφο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη περί του βεβαιούμενου γεγονότος 1408/2001 ΑΠ. Η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας δικηγόρου που εκπροσωπεί διάδικο κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο 1376/2006 ΑΠ άρ.104 ΚΠολΔ. Αν στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης γίνεται μνεία ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σε αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος του, και στο κύριο σώμα της απόφασης υπάρχει βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των αντιδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό του αναφερόμενου δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου άρ.96 ΚΠολΔ του αντίστοιχου διαδίκου 1376/2006 ΑΠ άρ.440 ΚΠολΔ άρ.438 ΚΠολΔ άρ.104 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην έκθεση αυτοψίας, περί τροχαίου ατυχήματος, από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή περί του ποιος ήταν υπαίτιος του ατυχήματος δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την υπαιτιότητα ή μη του οδηγού του οχήματος για το ατύχημα 201/1997 ΑΠ. Η αναφορά αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας 201/1997 ΑΠ. Η αναφορά στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας, περί τροχαίου ατυχήματος, ότι "δεν υπήρχε ασφαλιστήριο" είναι στοιχείο του οποίου την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης αυτοψίας 1484/1996 ΑΠ. Αν η απόφαση του εφετείου περιέχει βεβαίωση ότι προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε επίκληση, και δεν περιέχει βεβαίωση ότι κάποιο έγγραφο προσκομίστηκε εκπρόθεσμα, θεωρείται ότι το έγγραφο του οποίου έγινε επίκληση έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο 2/2008 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια. Η βεβαίωση εντός της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας περί προσαγωγής ή μη εγγράφου αφορά σε πράγματα, και δεν ελέγχεται αναιρετικά 708/2015 ΑΠ. Αν άλλος διάδικος έχει υποχρέωση να επιδείξει έγγραφο, ο διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει, και με τις προτάσεις, και ενώπιον του Εφετείου ακόμη, να υποχρεωθεί ο αντίδικος να επιδείξει το έγγραφο που έχει 19/2012 Εφ.Λάρισας. Κατά μια άποψη, αν το έγγραφο καλύπτεται από απόρρητο, το αίτημα επίδειξης του εγγράφου είναι απαράδεκτο 19/2012 Εφ.Λάρισας. Το ξενόγλωσσο έγγραφο, το οποίο προσάγεται στο δικαστήριο χωρίς επίσημη και επικυρωμένη μετάφρασή του, είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο 1607/2010 ΑΠ. Η απόφαση ποινικού δικαστηρίου σχετικά με ψευδορκία μαρτύρων περί πραγματικών περιστατικών που έχουν σημασία για την παρούσα δίκη, αν προσκομίζεται νόμιμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του 1066/2008 ΑΠ Η απόφαση ποινικού δικαστηρίου σχετικά με καταδίκη του εναγομένου για σωματική βλάβη κατά του ενάγοντος, αν προσκομίζεται νόμιμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του 1590/2003 ΑΠ. Αν για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες άρ.395 ΚΠολΔ, και πραγματικό περιστατικό αποδεικνύεται νόμιμα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να συνάγει συμπεράσματα περί του αποδεικτέου γεγονότος από το έγγραφο 1002/2008 ΑΠ άρ.336 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠοΛΔ. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει ακόμη και αν το έγγραφο που περιέχει τα γεγονότα που χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έπαυσε, για οποιονδήποτε λόγο, να ισχύει για τον προορισμό για τον οποίο δόθηκε 1002/2008 ΑΠ. Η ποινική απόφαση, καταδικαστική για συκοφαντική δυσφήμηση, ακόμη και αν αναιρέθηκε και έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου, μπορεί να χρησιμοποίηθεί από το πολιτικό δικαστήριο ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί την προσβολή της τιμής του ενάγοντα 1002/2008 ΑΠ. Η ύπαρξη ή μη δήλωσης βουλήσεως ή άλλου πραγματικού γεγονότος, που βρίσκεται έξω από το περιεχόμενο ιδιωτικού εγγράφου, δεν αποδεικνύεται πλήρως από το έγγραφο, αλλά μπορεί να αποδειχθεί πλήρως από το έγγραφο κατά την ελεύθερη εκτίμηση του εγγράφου από το δικαστήριο 1265/2002 ΑΠ άρ.445 ΚΠολΔ άρ.340 εδ.1 ΚΠολΔ.

Αποδεικτικά μέσα στην εκούσια δικαιοδοσία

Στην εκούσια δικαιοδοσία, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού, και εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών, ακόμη και αυτών που δεν προτάθηκαν, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης 769/2015 ΑΠ. Η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος αφορά τόσο στις γνήσιες όσο και στις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή αυτές τις ιδιωτικές διαφορές τις οποίες ο νόμος παραπέμπει προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται 769/2015 ΑΠ. Το ανακριτικό σύστημα εφαρμόζεται και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 769/2015 ΑΠ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αποδεικτικά μέσα πέραν των οριζόμενων στο άρ.339 ΚΠολΔ 769/2015 ΑΠ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης 769/2015 ΑΠ.

Προσκόμιση εγγράφων στην εκούσια δικαιοδοσία

Κατά μια άποψη, στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και έγγραφα που προσκομίζονται χωρίς επίκλησή τους άρ.744 ΚΠολΔ άρ.759 παρ.3 ΚΠολΔ 13/2014 Ειρ.Αλεξανδρούπολης (εκουσίας).

Διδάγματα κοινής πείρας

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επαγγελματικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα 90/2005 ΑΠ. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών 1465/2013 ΑΠ. Τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης 579/2011 ΑΠ. Τα διδάγματα κοινής πείρας χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν 90/2005 ΑΠ. Τα διδάγματα κοινής πείρας χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών 1465/2013 ΑΠ. Τα διδάγματα κοινής πείρας λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη άρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού

Προβολή ισχυρισμού στην τακτική διαδικασία

Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά, τα μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις άρ.237 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.237 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, τα μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα άρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης άρ.269 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, τα μέσα επίθεσης και άμυνας μπορούν να προβληθούν παραδεκτά με τις προτάσεις ή και προφορικά έως και τη συζήτηση, υπό προϋποθέσεις άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού στις ειδικές διαδικασίες

Για τις αγωγές που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά

Στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, και αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, ακόμη και αν περιλαμβάνονται στις προτάσεις, διαφορετικά οι ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι άρ.591 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ.

Για τις αγωγές που κατατέθηκαν έως 31-12-2015

Στις ειδικές διαδικασίες όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια άρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, στις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα, περί προτάσεων και δηλώσεων, των πρακτικών της απόφασης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια άρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση", σημειώνεται στα πρακτικά 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια. Αν ο ισχυρισμός δεν προταθεί προφορικά, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος 89/2009 ΑΠ 192/2008 ΑΠ άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους στηρίζουν, εκτός αν περιέχονται στις προτάσεις 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 1043/2010 ΑΠ άρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και με προφορική δήλωση του διαδίκου, αν καταχωρηθεί δήλωση στα πρακτικά για το ότι ο διάδικος προβάλλει τις ενστάσεις, ισχυρισμούς και αρνήσεις που αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας, και ο διάδικος καταθέσει προτάσεις, και στις προτάσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός και αναλύονται τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν 175/2009 ΑΠ. Ο ισχυρισμός δεν προτείνεται παραδεκτά, αν ο ισχυρισμός προτείνεται με παραπομπή στις προτάσεις, και οι προτάσεις δεν έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα κατά τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ 206/2016 ΑΠ. Ο ισχυρισμός δεν προτείνεται παραδεκτά, αν προτείνεται με τις προτάσεις παρούσας συζήτησης, και η πρόταση του ισχυρισμού γίνεται με μόνη τη συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες είχε προταθεί νόμιμα ο ισχυρισμός, χωρίς σύντομη περίληψη και αναφορά στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης συγκεκριμένων σελίδων των ενσωματωμένων προτάσεων όπου και περιέχονταν ο ισχυρισμός 698/2010 ΑΠ. Αν η ένσταση δεν είχε προβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση, και η ένσταση προβληθεί το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων, και η ένσταση δεν προτείνεται προς απόκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 1373/2007 ΑΠ άρ.591 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο, στις ειδικές διαδικασίες, η έμμεση συναγωγή της πρότασης ισχυρισμών από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων εγγράφων προτάσεων 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο, στις ειδικές διαδικασίες, η έμμεση συναγωγή της πρότασης ισχυρισμών από το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων που καταχωρούνται στα πρακτικά μετά το τμήμα των πρακτικών περί των προτάσεων και των δηλώσεων 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Κατά παλαιότερη άποψη, αν ο ισχυρισμός προτείνεται προφορικά, το περιεχόμενό του δεν είναι απαραίτητο να αναλύεται κατά τη στιγμή της πρότασης του ισχυρισμού, αρκεί η ανάλυση να γίνει προφορικά μέχρι το τέλος της συζήτησης ή με τις προτάσεις 683/2004 Εφ.Θεσσαλονίκης. Κατά παλαιότερη άποψη, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να ζητήσει διασαφηνίσεις με την υποβολή των κατάλληλων ερωτήσεων προς τους διαδίκους ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο 683/2004 Εφ.Θεσσαλονίκης. Κατά παλαιότερη άποψη, αν ο ισχυρισμός προταθεί προφορικά, αλλά δεν αναλυθεί, και ο δικαστής δεν ζητήσει τις απαραίτητες διασαφηνίσεις, ο δικαστής οφείλει να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, και όχι να απορρίψει τον ισχυρισμό ως αόριστο 1278/2001 Εφ.Θεσσαλονίκης. Κατά παλαιότερη άποψη, ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και με την προσθήκη των προτάσεων, αν ο ισχυρισμός είχε προταθεί αρχικά στο ακροατήριο 620/1999 ΑΠ. Κατά παλαιότερη άποψη, ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και μόνο με την αναφορά του στις προτάσεις, χωρίς να απαιτείται η καταχώρησή του στα πρακτικά, αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, και το δικαστήριο διατάξει την κατάθεση προτάσεων 620/1999 ΑΠ άρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού από αναγκαία ομόδικο

Αναγκαστική ομοδικία υφίσταται αν Με την αναγκαστική ομοδικία σκοπείται η διευκόλυνση της ενιαίας διάγνωσης της διαφοράς ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους 823/2010 ΑΠ. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους άρ.76 παρ.1 ΚΠολΔ 823/2010 ΑΠ. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, και οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την επιρροή τους στη διαδικασία και στην απόφαση, και μπορεί να καθορίσει τα αποτελέσματά τους χωριστά για κάθε διάδικο άρ.77 ΚΠολΔ 823/2010 ΑΠ. Με τη διάταξη του άρ.77 ΚΠολΔ ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίο το δικαστήριο θα εκτιμήσει τους προβαλλόμενους από τους αναγκαίους ομοδίκους αντιφατικούς ισχυρισμούς 823/2010 ΑΠ. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, και οι ομόδικοι προτείνουν αντιφατικούς ισχυρισμούς, το δικαστήριο θα καθορίσει χωριστά ως προς τον κάθε αναγκαίο ομόδικο τα δικονομικά αποτελέσματα των αντιφατικών ισχυρισμών, εκδίδοντας τελικά ενιαία ως προς όλους απόφαση, σύμφωνα με τον σκοπό της αναγκαστικής ομοδικίας, δηλαδή την επίτευξη της ενιαίας διάγνωσης της διαφοράς, με την επιφύλαξη όμως του χωριστού καθορισμού και των ουσιαστικών αποτελεσμάτων των εν λόγω ισχυρισμών, όπου αυτό είναι εφικτό, χωρίς δηλαδή να παραβλάπτεται ο αμέσως πιο πάνω σκοπός, όπως ενδέχεται να συμβεί επί διαπλαστικής αγωγής, με την έννοια ότι η απόρριψή της ως προς έναν από τους αναγκαίους ομόδικους δεν εμποδίζει την ενιαία διάπλαση της επίδικης έννομης σχέσης ως προς όλους με μόνη τη δικαστική παραδοχή της αγωγής αυτής ενός απ' αυτούς 823/2010 ΑΠ. Η αγωγή διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως διώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλά έχει διπλό χαρακτήρα, με την έννοια ότι ο ενάγων είναι συγχρόνως και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος είναι συνάμα αντίδικος του συνεναγομένου του, αφού οποιοσδήποτε από τους εναγομένους μπορεί με αίτησή του, που δεν έχει τον χαρακτήρα ανταγωγής, να ζητήσει τη διάπλαση έννομης σχέσης κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που επιδιώκεται με την αγωγή, και, συνακόλουθα, να καταλήξει η δίκη σε βάρος του ενάγοντα και του ενός ή των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι κατά τούτο είναι αντίδικοι μεταξύ τους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της εκδιδόμενης απόφασης 823/2010 ΑΠ άρ.798 ΑΚ άρ.799 ΑΚ άρ.479 ΚΠολΔ άρ.480 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.481 αριθ.2 ΚΠολΔ άρ.482 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.483 ΚΠολΔ άρ.489 ΚΠολΔ. Το γεγονός ότι κάποιος ή κάποιοι από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται σε αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα, καθώς και σε κάθε επόμενο στάδιο αυτού, είναι εντελώς συμπτωματικό, αφού ο καθένας απ' αυτούς, ανεξάρτητα από τη δικονομική του θέση, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα, και προβάλλοντάς τα, να είναι ουσιαστικά αντίδικος του άλλου 823/2010 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος σε δίκη διανομής προβάλει ένσταση ίδιας κυριότητας σε διακριτό τμήμα του επίδικου ακινήτου, και δεν προβάλλει ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, και συνεναγόμενος αναγκαία ομόδικός του προβάλλει παραδεκτά τέτοια ένσταση, και ο εναγόμενος έχει ομοειδή, και όχι αντίθετα, συμφέροντα με τον συνεναγόμενό του, ώστε δεν κατέστη ουσιαστικά ποτέ αντίδικος του συνεναγομένου, η υποβολή της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από μέρος του συνεναγομένου επάγεται αποτελέσματα και ως προς τον εναγόμενο 823/2010 ΑΠ.

Προβολή ισχυρισμού στην κατ' έφεση δίκη

Στην κατ' έφεση δίκη, ο εφεσίβλητος, ασχέτως της δικονομικής του θέσης στο πρωτόδικο δικαστήριο (ενάγων, εναγόμενος ή παρεμβαίνων) μπορεί να προτείνει απεριόριστα νέους ισχυρισμούς, αρκεί να μην επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής 1043/2010 ΑΠ. Την ίδια δυνατότητα έχει και ο εκκαλών, προς απόκρουση των ισχυρισμών του εφεσίβλητου, στην ίδια συζήτηση στην οποία προέβαλε τον ισχυρισμό του ο εφεσίβλητος 1043/2010 ΑΠ.

Αιτιολογημένη άρνηση

Αν ο ισχυρισμός συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση 768/2000 ΑΠ. Η αιτιολογημένη άρνηση αποκρούεται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή ή την ένσταση 768/2000 ΑΠ. Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι ανύπαρκτη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις θεώρησης της σύμβαση από τη ΔΟΥ, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής 768/2000 ΑΠ.

Άρνηση παθητικής νομιμοποίησης

Αν ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με τον νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη 26/2005 ΑΠ. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από τον νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου 26/2005 ΑΠ. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή δίκης αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή ότι ο ενάγων είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος, και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης 2102/2007 ΑΠ. Το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής δεν ασκεί, κατ' αρχήν, έννομη επιρροή για τη νομιμοποίηση 1960/2014 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο 825/2015 ΑΠ 529/2009 ΑΠ. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν αφορά τη δημόσια τάξη 825/2015 ΑΠ 529/2009 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τα περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής, και όχι ένσταση 2102/2007 ΑΠ.

Χρόνος προβολής ένστασης

Η ένσταση πρέπει να προτείνεται κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό 1703/2008 ΑΠ άρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης για το επιτρεπτό πρότασης της ένστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.527 ΚΠολΔ, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη 1703/2008 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση, και προς υποστήριξη της ένστασης είχε υποβάλλει και αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, και η ένστασή του απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο εναγόμενος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς προβολή του αιτήματος περί επίδειξης εγγράφων, και το αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο 580/2012 Εφ.Πειραιώς.

Ένσταση αοριστίας της αγωγής

Η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου 488/2010 ΑΠ άρ.106 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.335 ΚΠολΔ άρ.337 ΚΠολΔ άρ.338 ΚΠολΔ άρ.559 περ.1 ΚΠολΔ. Ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης 329/2007 ΑΠ 954/2011 ΑΠ άρ.216 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ. Η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση 488/2010 ΑΠ. Η μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο 488/2010 ΑΠ. Αν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής, η αγωγή είναι νομικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν στην αγωγή εξειδικεύονται ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν στην αγωγή γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, η αγωγή είναι ποιοτικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν η ένσταση αοριστίας της αγωγής αναφέρει γενικά ότι η αγωγή είναι αόριστη, και δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, η ένσταση είναι απαράδεκτη 571/2004 ΑΠ. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, και δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπτίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή 329/2007 ΑΠ 954/2011 ΑΠ. Η αγωγή δεν είναι αόριστη αν δεν αναφέρει Αν η αξία του αντικειμένου της δίκης δεν αναφέρεται στην αγωγή, μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις 163/2013 Εφ.Δωδεκανήσου 2369/2007 Εφ.Αθηνών.

Αοριστία επί αγωγής εργολαβικής αμοιβής

Αν η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, είναι ορισμένη: Η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο

Αοριστία επί αγωγής αυτοκινητικής διαφοράς

Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας 1465/2013 ΑΠ άρ.10 ν.ΓΠΝ/1911 άρ.297 ΑΚ άρ.298 ΑΚ άρ.299 ΑΚ άρ.914 ΑΚ άρ.932 ΑΚ. Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της σύγκρουσης 1465/2013 ΑΠ άρ.330 εδ.2 ΑΚ. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή να επιφέρει τη ζημία, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση 1465/2013 ΑΠ. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μετραξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του ζημιογόνου αποτελέσματος 1465/2013 ΑΠ. Οι έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές, και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου 1465/2013 ΑΠ άρ.559 αριθμ.1 ΚΠολΔ άρ.559 αριθμ.19 ΚΠολΔ.

Αοριστία επί αγωγής διατάραξης της νομής ακινήτου

Αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αγωγής περί διατάραξης της νομής ακινήτου είναι: Την νομή του ενάγοντα συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις πάνω στο ακίνητο, που προσιδιάζουν στη φύση του και τον προορισμό του και εκδηλώνουν τη βούληση του ενάγοντα να εξουσιάζει το ακίνητο ως δικό του 585/2016 ΑΠ. Τέτοιες πράξεις είναι, μεταξύ άλλων, Διατάραξη της νομής συνιστά κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του 275/2010 ΑΠ. Με τη διατάραξη, ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, πλην όμως, χωρίς να στερείται πλήρως τη φυσική εξουσία, παρακωλύεται σε κάποια από τις εκδηλώσεις της από την παρενόχληση του προσβολέα που εκδηλώνεται με θετική πράξη ή παράλειψη του τελευταίου 611/2014 ΑΠ. Η διατάραξη, που υπάρχει όταν ο νομέας δεν αποβάλλεται από το πράγμα, αφού ο τελευταίος δεν στερείται πλήρως της φυσικής εξουσίας, αλλά παρακωλύεται σε κάποιες από τις εκδηλώσεις της, εκδηλώνεται είτε θετικά, με πράξη του προσβολέα στο πράγμα ή με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, είτε αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως πχ. όταν ο τελευταίος παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο, συνεπαγόμενο διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του 275/2010 ΑΠ. Η αγωγή διατάραξης στρέφεται κατά του προσβολέα 611/2014 ΑΠ. Η αγωγή διατάραξης της νομής έχει ως αίτημα να καταδικαστεί ο εναγόμενος να πάψει τη διατάραξη, αν αυτή συνεχίζεται κατά την άσκηση της αγωγής, και να παραλείψει τη διατάραξη στο μέλλον 611/2014 ΑΠ. Η αξίωση από την διατάραξη της νομής υπόκειται σε ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από τη διατάραξη 611/2014 ΑΠ άρ.992 ΑΚ. Δεν αποτελούν στοιχεία της σχετικής αγωγής το επί πόσο χρόνο πριν από τη διατάραξη νεμόταν ο ενάγων το πράγμα, ούτε το με ποιο τρόπο αποκτήθηκε η νομή (εφόσον η νομή δεν είναι επιλήψιμη έναντι του εναγομένου), ούτε από ποια αιτία 275/2010 ΑΠ. Δεν είναι αναγκαία η ειδικότερη μνεία στην εν λόγω αγωγή του στοιχείου της διάνοιας κυρίου, καθώς με τη λέξη "νομή" προσδιορίζεται έννοια εξουσίασης, περιλαμβάνουσα ως αδιάσπαστη ενότητα και τη με διάνοια κυρίου άσκηση αυτής 275/2010 ΑΠ. Δεν είναι αναγκαία η αιτιολογία του τρόπου κτήσης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του ενάγοντα 275/2010 ΑΠ. Αν κάποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή), και ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, είναι νομέας του πράγματος 275/2010 ΑΠ άρ.974 ΑΚ. Για την απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται Το σωματικό στοιχείο εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή 275/2010 ΑΠ. Το ψυχικό στοιχείο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού 275/2010 ΑΠ. Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) του σωματικού και του ψυχικού στοιχείου είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής 275/2010 ΑΠ. Φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε κατά την αντίληψη των συναλλαγών να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα 275/2010 ΑΠ. Φυσική εξουσία υπάρχει και όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σ' αυτό κάθε στιγμή 275/2010 ΑΠ. Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποιο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει ο νομέας την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinio domimi) 275/2010 ΑΠ. Αν λείπει το πνευματικό στοιχείο, υπάρχει μόνο κατοχή ως απλή φυσική εξουσία επί του πράγματος, η οποία συνήθως ασκείται στο όνομα άλλου με βάση κάποια νόμιμη ή υποτιθέμενη ενοχική σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο, μεσεγγύηση, εκούσια ή νόμιμη αντιπροσώπευση, παρακαταθήκη κλπ.) 275/2010 ΑΠ. Για τη συνδρομή ή όχι των ως άνω στοιχείων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της νομής, κρίνει το δικαστήριο κατά την κοινή αντίληψη με βάση τα συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, περιστατικά 275/2010 ΑΠ. Αν ο νομέας πράγματος παραδώσει με τη βούλησή του τη νομή σε κάποιον, εκείνος αποκτά τη νομή άρ.976 εδ.1 ΑΚ. Αν ο νομέας πράγματος συμφωνήσει με κάποιον να αποκτήσει εκείνος τη νομή, και εκείνος βρίσκεται σε θέση να ασκεί εξουσία πάνω στο πράγμα, εκείνος αποκτά τη νομή άρ.976 εδ.2 ΑΚ. Αν ο νομέας κληρονομηθεί, η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του άρ.983 ΑΚ. Η νομή μπορεί να ανήκει κατά το περιεχόμενό της σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, οπότε υπάρχει κοινωνία κατ' ιδανικά μέρη, δηλαδή συννομή 1731/2011 ΑΠ. Αν η συννομή προσβάλλεται παράνομα από τρίτο πρόσωπο, οι συννομείς έχουν πλήρη την προστασία από τη νομή 1731/2011 ΑΠ. Αν η συννομή προσβάλλεται από συννομέα, και η έριδα στρέφεται περί την ύπαρξη της συννομής του συννομέα, αυτός έχει την πλήρη προστασία της νομής όπως όταν η νομή προσβάλλεται από τρίτο (δικαστική και αυτοδύναμη) 1731/2011 ΑΠ. Αν απλά αμφισβητείται η συννομή, δύναται να ασκηθεί απλή αναγνωριστική αγωγή, η οποία είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής των αγωγών περί νομής λόγω αποβολής ή διατάραξης 1731/2011 ΑΠ.

Αοριστία επί αγωγής αποβολής από τη νομής ακινήτου

Στοιχεία της αγωγής αποβολής από τη νομή ακινήτου είναι Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκηση της νομής επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτου 388/2010 ΑΠ. Αν έχει κτηθεί η νομή, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νομέα και χωρίς τη διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό 388/2010 ΑΠ. Η απώλεια της νομής επέρχεται όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα 388/2010 ΑΠ άρ.981 ΑΚ. Αν το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει 388/2010 ΑΠ. Η αξίωση από την αποβολή από τη νομή υπόκειται σε ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει από την αποβολή 611/2014 ΑΠ άρ.992 ΑΚ.

Αοριστία επί αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής ακινήτου

Αν πρόκειται για διεκδικητική ή αναγνωριστική αγωγή της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από άποψης περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσης στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων του ώστε να μην γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του 2002/2006 ΑΠ. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου ακινήτου και να κατονομάζονται όλοι οι γείτονες ιδιοκτήτες 2002/2006 ΑΠ. Αν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση να προσδιορίσει, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, τη θέση αυτού μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα απόδειξης 2002/2006 ΑΠ. Αν η αγωγή αφορά σε ακίνητο, και ενσωματώνεται στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, και το τοπογραφικό διάγραμμα αποτυπώνει υπό κλίμακα το ακίνητο, και από το τοπογραφικό διάγραμμα προκύπτει το σχήμα, οι πλευρές, η θέση, ο προσανατολισμός και το εμβαδόν του ακινήτου, δεν γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του ακινήτου 2002/2006 ΑΠ. Για να είναι πλήρως ορισμένη η αγωγή περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου, αρκεί να αναφέρεται η συμβολαιογραφική πράξη της μεταβίβασης από τον άμεσο δικαιοπάροχο στον ενάγοντα και η μεταγραφή της πράξης 482/2014 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος, με σαφή έκθεση των γενονότων με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής άρ.224 ΚΠολΔ, να καθορίσει τον τόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, και αν είναι ανάγκη και των δικαιοπαρόχων εκείνου, μέχρι τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας που να δύναται να αντιταχθεί κατά των τρίτων 482/2014 ΑΠ.

Ένσταση δεδικασμένου

Αν η αγωγή απορριφθεί για τυπικό λόγο, όπως νομική ή ποιοτική αοριστία, και η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής 1802/2008 ΑΠ. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων κρίνονται σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων 1316/1987 ΑΠ.

Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος 568/2014 ΑΠ, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου 33/2005 ΑΠ Ολομέλεια 638/2012 ΑΠ άρ.281 ΑΚ. Για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των διαγραφόμενων ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, δηλαδή καθαρά αντικειμενικά κριτήρια, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν από άλλα περιστατικά, που καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού προσώπου 2143/2007 ΑΠ σκέψ.II. Για να είναι πλήρης και παραδεκτή η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος άρ.262 παρ.1 ΚΠολδ, πρέπει, κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό 638/2012 ΑΠ 2102/2007 ΑΠ, Για να είναι παραδεκτή η πρόταση του ισχυρισμού περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ο εναγόμενος πρέπει να προβεί σε Αν τα παραπάνω δεν προβληθούν κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, πέραν των εξαιρέσεων του άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ και άρ.527 ΚΠολΔ, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 1447/2010 ΑΠ. Αν τα παραπάνω προβληθούν πρώτη φορά σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτησης, ή το πρώτον στο Εφετείο, πέραν των εξαιρέσεων του άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ και άρ.527 ΚΠολΔ, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 2102/2007 ΑΠ. Αν η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προβληθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο, η ένσταση απορρίπτεται ως απαράδεκτη 472/1983 ΑΠ Ολομέλεια, εκτός αν ισχύουν οι προϋποθέσεις του άρ.527 ΚΠολΔ 128/2008 ΑΠ. Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός αποδεικνύεται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, η βραδεία προβολή του στον δεύτερο βαθμό άρ.269 παρ.2 περ.γ ΚΠολΔ. Η εγγράφως ή με δικαστική ομολογία απόδειξη πρέπει να περιλαμβάνει το σύνολο των προβαλλόμενων, ουσιωδών περιστατικών του ισχυρισμού, έτσι ώστε να καταλείπεται μόνο η υπαγωγή αυτών, καταφατικά ή αποφατικά, στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, χωρίς καμία ανάγκη ουσιαστικής έρευνας 1337/2014 ΑΠ. Αν μόνο ορισμένα από τα κρίσιμα περιστατικά, και όχι όλα, αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία, η εξαίρεση δεν είναι δυνατό να ισχύσει, γιατί για τα υπόλοιπα θα πρέπει να διεξαχθεί απόδειξη με άλλα αποδεικτικά μέσα 1337/2014 ΑΠ. Αν η καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να γίνεται επίκληση καθενός από τα πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη 1703/2008 ΑΠ. Αν στην ένσταση δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της ένστασης και συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, η ένσταση είναι αόριστη 638/2012 ΑΠ. Αν η ένσταση γίνει δεκτή παρά την αοριστία της, ιδρύεται λόγος αναίρεσης 638/2012 ΑΠ άρ.559 περ.14 ΚΠοΛΔ. Το αίτημα περί απόρριψης της αγωγής μπορεί να αναπληρωθεί από το, περιεχόμενο κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενιστάμενου ή αντενιστάμενου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και τη απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή της αντένστασης 1357/2010 ΑΠ 496/2007 ΑΠ. Κρίθηκε ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν αόριστη, επειδή ο ενιστάμενος δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά και συμπεριφορά του ενάγοντος, τα οποία να δημιούργησαν στον ενιστάμενο την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, όταν στη δίκη προβλήθηκε μόνο ότι οι διαταρακτικές της νομής ενέργειες του εναγομένου (τοποθέτηση φωτιστικών σωμάτων και παροχής νερού, στήριξη τοίχου του σε τοιχίο του ενάγοντος) έγιναν χωρίς αμφισβήτηση και υπό τα όμματα του ενάγοντος, ο οποίος δεν αντέλεξε, και ότι οι πράξεις του εναγομένου αυτές δεν διαταράσσουν την κυριότητα του ενάγοντος αλλά αντιθέτως αξιοποιούν το ακίνητο του ενάγοντος 638/2012 ΑΠ. Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από το άρ.281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου, και άρα παράνομη πράξη 16/2006 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια. Αν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, κατ' άρ.914 ΑΚ 16/2006 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια. Αν επήλθε ζημία στον άλλον, και υπήρχε υπαιτιότητα του ασκούντος το δικαίωμα, και η ζημία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με την άσκηση του δικαιώματος, ο ασκήσας το δικαίωμα υποχρεούται σε αποζημίωση 2143/2007 ΑΠ σκέψ.II άρ.914 ΑΚ. Η ύπαρξη ή ανυπαρξία υπαιτιότητας στην κατάχρηση δικαιώματος κρίνεται από την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ της διαταραχής της κοινωνικής ισορροπίας που επήλθε από την άσκηση του δικαιώματος και του εσωτερικού κόσμου αυτού που άσκησε το δικαίωμα, δηλαδή του περιεχομένου της βούλησής του 2143/2007 ΑΠ σκέψ.II. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του 207/2014 ΑΠ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού 207/2014 ΑΠ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα 207/2014 ΑΠ. Συνδυασμός των παραπάνω μπορεί να οδηγήσει σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, και ειδικά αν υπάρχει συνδρομή ειδικών περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, μόνο όμως αν η συμπεριφορά του υπόχρεου τελεί σε αιτιώδη σχέση με την συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου 207/2014 ΑΠ. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί 1724/2014 ΑΠ 613/2008 ΑΠ. Πέραν της μακρόχρονης αδράνειας πρέπει να συντρέχουν και ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρώ χρόνω, να εξέρχεται των ορίων που θέτονται με το άρ.281 ΑΚ 613/2008 ΑΠ. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του 613/2008 ΑΠ 8/2001 ΑΠ Ολομέλεια. Γίνεται δηλαδή, σε τελική ανάλυση, στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα τα οποία παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία 1321/2011 ΑΠ. Ειδικότερα επί μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστεση άσκησή του να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις 638/2012 ΑΠ 2102/2007 ΑΠ. Η διάρκεια της αδράνειας του δικαιούχου είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο απόσβεσης του δικαιώματος και πρέπει να προβάλλεται ειδικώς 207/2014 ΑΠ. Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη αξίωση, δεν συνιστά από μόνη της ειδικές περιστάσεις αναγκαίες για κατάχρηση δικαιώματος, γιατί η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπεις που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, η οποία προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος 613/2008 ΑΠ. Αν όμως συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, προερχόμενες από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, οι ενέργεις των τρίτων, οι οποίοι έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης, ιδίως στις περιστάσεις που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξίωσης δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη 613/2008 ΑΠ. Η κατάχρηση δικαιώματος αφορά την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν γίνεται δεκτή στο δημόσιο δίκαιο 858/2000 ΣτΕ 3458/2000 ΣτΕ. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι μη νόμιμη, αν με την ίδια ένσταση, κατά την οποία προβάλλεται ότι το δικαίωμα ασκήθηκε μεν, αλλά καταχρηστικά, προβάλλονται περιστατικά που αμφισβητούν το ότι ασκήθηκε το δικαίωμα 769/2015 ΑΠ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του 90/2005 ΑΠ άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, πρέπει να έχει γεννηθεί το δικαίωμα. Αν ο διάδικος ισχυριστεί ότι το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά, και συνυποβάλλει ισχυρισμό ότι δεν γεννήθηκε ποτέ το δικαίωμα, οι δύο αυτοί ισχυρισμοί είναι αντιφατικοί 1405/2009 ΑΠ. Η προβολή αντιφατικών πραγματικών περιστατικών αντιβαίνει στο καθήκον αληθείας, και μπορεί να επιβληθεί ποινή ακόμη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο 687/2013 Ειρ.Χανίων. Για την επιβολή της ποινής απαιτείται εν γνώσει επιχείρηση της παράβασης, και δεν αρκεί ο ενδεχόμενος δόλος ούτε η βαριά αμέλεια 844/2008 ΑΠ 687/2013 Ειρ.Χανίων. Βαριά είναι η αμέλεια όταν η απόκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη προς τα αγαθά των άλλων 1892/2014 ΑΠ. Η διάταξη περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης 823/2010 ΑΠ άρ.281 ΑΚ. Η διάταξη περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξεως, διατάξεις 33/2005 ΑΠ Ολομέλεια 823/2010 ΑΠ. Η πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.281 ΑΚ άρ.116 ΚΠολΔ άρ.933 ΚΠολΔ άρ.20 παρ.1 Συντάγματος άρ.25 παρ.3 Συντάγματος. Η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρ.281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης μπορεί να αποτελέσει λόγο ανακοπής του άρ.933 ΚΠολΔ 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 ΚΠολΔ άρ.281 ΑΚ. Αν η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρ.281 ΑΚ αναφέρεται στην εγκυρότητα του ίδιου του εκτελεστού τίτλου, συνιστά ουσιαστικό ελάττωμά του, με την επιδίωξη εκτέλεσης δια τίτλου τυπικώς μεν έγκυρου, ο οποίος όμως επιτεύχθηκε αντίθετα προς το άρ.281 ΑΚ 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.281 ΑΚ.

Άμεση απόδειξη

Στις δίκες περί την εκτέλεση, αν ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν αποδεικνύεται με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, είναι απαράδεκτος 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι παρακωλυτική ένσταση, κατά το ουσιαστικό δίκαιο 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.281 ΑΚ. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν αναιρεί μεν το δικαίωμα και την απαίτηση που προέρχεται από αυτό, αποκλείει όμως την ικανοποίησή της 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια. Στις δίκες περί την εκτέλεση οι αποσβεστικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Στις δίκες περί την εκτέλεση και οι παρακωλυτικές, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενστάσεις πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Ως άμεση απόδειξη θεωρείται η απόδειξη με έγγραφα ή δικαστική ομολογία 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Αν υπάρχουν ισχυρισμοί που αφορούν την ουσία της απαίτησης, όπως λόγω ανυπαρξίας ή απόσβεσης ή ακυρότητας της απαίτησης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρ.914 ΑΚ ή του άρ.919 ΑΚ, ο φερόμενος ως οφειλέτης της απαίτησης μπορεί να προβάλει τους ισχυρισμούς του με αγωγή αποζημιωτικού χαρακτήρα, ή, επιβοηθητικά, κατά τον αδικαιολόγητο πλουτισμό 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ άρ.914 ΑΚ άρ.919 ΑΚ άρ.904 ΑΚ. Αν η ως άνω αγωγή είναι αδικοπραξίας, η παραγραφή είναι πενταετής, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, και αρχίζει από την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος και της γνώσης αυτού από τον ενάγοντα 2143/2007 ΑΠ σκέψ.III. Αν η ως άνω αγωγή είναι αδικοπραξίας, η αξίωση της ως άνω αγωγής είναι ανεξάρτητη της κατ' άρ.940 παρ.3 ΚΠολΔ ειδικής αδικοπραξίας 2143/2007 ΑΠ σκέψ.III. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, και ο ισχυρισμός αφορά την ουσία της απαίτησης, όπως λόγω ανυπαρξίας ή απόσβεσης ή ακυρότητας της απαίτησης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί στην ως ανωτέρω δίκη χωρίς να αποκρούεται από το κατ' άρ.330 ΚΠολΔ δεδικασμένο, γιατί το κατ' άρ.330 ΚΠολΔ δεδικασμένο δεν καλύπτει, στην περίπτωση αυτή, την ουσία του απορριφθέντος ισχυρισμού 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.934 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.330 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, το απορριπτικό δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής του ισχυρισμού λόγω μη άμεσης απόδειξής του, και όχι στην ουσία του 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.20 παρ.1 Συντάγματος άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ άρ.2 παρ.3 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα άρ.5 παρ.1 ΔΣΑΠΔ άρ.5 παρ.2 ΔΣΑΠΔ άρ.14 παρ.1 ΔΣΑΠΔ. Αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, και συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρ.914 ΑΚ ή του άρ.919 ΑΚ, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία του που επήλθε από την εκτέλεση άρ.940 παρ.3 ΚΠολΔ. Η ως άνω αγωγή, αναγνωριστική ή καταψηφιστική, έχει ως αίτημα την αποζημίωση, ή, επιβοηθητικά, τον αδικαιολόγητο πλουτισμό 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.914 ΑΚ άρ.904 ΑΚ. Αν ακυρωθεί μια μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I. Η ως άνω δίκη δεν είναι περί την εκτέλεση, και δεν έχουν επ' αυτής εφαρμογή οι ειδικοί κανόνες των άρ.933 ΚΠολΔ, άρ.934 ΚΠολΔ και άρ.937 ΚΠολΔ 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I. Η παραγραφή της ως άνω αγωγής είναι πενταετής, και αρχίζει από την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς τότε μόνο είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της 2143/2007 ΑΠ σκέψ.III. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί στην ως ανωτέρω δίκη χωρίς να αποκρούεται από το κατ' άρ.330 ΚΠολΔ δεδικασμένο, γιατί το κατ' άρ.330 ΚΠολΔ δεδικασμένο δεν καλύπτει, στην περίπτωση αυτή, την ουσία του απορριφθέντος ισχυρισμού 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.940 παρ.3 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, το απορριπτικό δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής του ισχυρισμού λόγω μη άμεσης απόδειξής του, και όχι στην ουσία του 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.20 παρ.1 Συντάγματος άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ άρ.2 παρ.3 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα άρ.5 παρ.1 ΔΣΑΠΔ άρ.5 παρ.2 ΔΣΑΠΔ άρ.14 παρ.1 ΔΣΑΠΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και δεν προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, γιατί δεν μπορούσε να αποδειχθεί με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, παρότι είχε γεννηθεί κατά την άσκηση της ανακοπής, και ασκηθεί νέα ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και ο ισχυρισμός μπορεί πλέον να αποδειχθεί με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, ο ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί προς κατ' ουσίαν έρευνα στη μεταγενέστερη δίκη που ανοίγεται με τη νέα ανακοπή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, κατ' άρ.330 ΚΠολΔ και κατ' άρ.935 ΚΠολΔ 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.330 ΚΠολΔ άρ.935 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, και ασκηθεί νέα ανακοπή κατά της εκτέλεσης, ο ισχυρισμός μπορεί να προβληθεί προς κατ' ουσίαν έρευνα στη μεταγενέστερη δίκη που ανοίγεται με τη νέα ανακοπή, χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, κατ' άρ.330 ΚΠολΔ και κατ' άρ.935 ΚΠολΔ 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.330 ΚΠολΔ άρ.935 ΚΠολΔ. Αν ασκηθεί ανακοπή κατά της εκτέλεσης, και προβληθεί αποσβεστικός ή παρακωλυτικός της απαίτησης ισχυρισμός, και ο ισχυρισμός απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω μη άμεσης απόδειξης κατ' άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ, το απορριπτικό δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο απαράδεκτο της προβολής του ισχυρισμού λόγω μη άμεσης απόδειξής του, και όχι στην ουσία του 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.20 παρ.1 Συντάγματος άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ άρ.2 παρ.3 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα άρ.5 παρ.1 ΔΣΑΠΔ άρ.5 παρ.2 ΔΣΑΠΔ άρ.14 παρ.1 ΔΣΑΠΔ. Η ρύθμιση του άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ είναι ειδική και υπερισχύει των διατάξεων της τακτικής ή ειδικής διαδικασίας με την οποία εκδικάζεται η ανακοπή 10/1993 ΑΠ Ολομέλεια άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός στις δίκες περί την εκτέλεση περί υποχρέωσης άμεσης απόδειξης των αποσβεστικών και παρακωλυτικών της απαίτησης ισχυρισμών δεν αντίκειται στο άρ.20 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο άρ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I άρ.933 παρ.4 ΚΠολΔ. Η ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν.2329/1953 και επανεπικυρώθηκε με το νδ.53/1974, απέκτησε την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρ.28 παρ.1 του Συντάγματος 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I. Οι διατάξεις του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον ν.2462/1997, κατοχυρώνουν, ταυτόσημα με τις διατάξεις της ΕΣΔΑ, δικαιώματα για πρόσβαση στα δικαστήρια και δίκαιη δίκη 49/2005 ΑΠ Ολομέλεια 2143/2007 ΑΠ σκέψ.I. Η 49/2005 απόφαση της τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου είναι σαφής όσον αφορά τα νομικά ζητήματα που επιλύει, και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση ερμηνείας της 12/2009 ΑΠ Ολομέλεια.

Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος επί αγωγής δικηγορικής αμοιβής

Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής είναι καταχρηστική, αν ο δικηγόρος είχε αναγνωρίσει ότι εξοφλείται με την καταβολή που του έγινε, ακόμη και αν η καταβολή αυτή υπολείπεται των κατώτερων ορίων δικηγορικής αμοιβής 1403/2006 ΑΠ. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής είναι καταχρηστική, αν ο δικηγόρος πληρωθεί για την εργασία του με αμοιβή μικρότερη της κατώτερης νόμιμης, και παραδεχθεί ότι δεν έχει άλλες αξιώσεις από τον εντολέα του, και αδρανήσει για την αξίωση της περαιτέρω αμοιβής του επί τετραετία 1020/2008 ΑΠ Κρίθηκε ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν βάσιμη, καθώς η άσκηση της ένδικης αξίωσης προσέκρουε στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, και υπερέβαινε, κατ' αντικειμενική κρίση, προφανώς τα οριζόμενα απο το άρ.281 ΑΚ όρια 33/2005 ΑΠ Ολομέλεια, όταν στη δίκη είχε αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος για δικηγορική αμοιβή περίπου μισού δισεκατομυρίου δραχμών επικαλέστηκε ότι Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, από μόνο το γεγονός ότι ο δικηγόρος συνέταξε λίστα με αμοιβές που του οφείλονται, και δεν επιφυλάχθηκε περί άλλων αμοιβών του, καθώς τα γεγονότα αυτά δεν δημιουργούν στον μέσο συναλλασσόμενο την πεποίθηση ότι ο δικηγόρος δεν θελει άλλη αμοιβή 3827/2008 Εφ.Αθηνών. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, από μόνο το γεγονός ότι ο δικηγόρος γνώριζε περί πίνακα αμοιβών που διατηρούσε ο εντολέας του και δεν εναντιώθηκε ρητά σε αμοιβές μικρότερες των νομίμων 1038/2005 ΑΠ. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, από μόνο το γεγονός ότι ο δικηγόρος δεν ενημέρωσε τον εντολέα του ότι θα διεκδικήσει αργότερα τις νόμιμες αμοιβές, έτσι ώστε ο εντολέας να έχει τη δυνατότητα να στραφεί σε δικηγόρο που θα λάβει μικρότερες των νομίμων αμοιβές 1038/2005 ΑΠ. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, από μόνο το γεγονός ότι ο δικηγόρος αδράνησε επί μακρά χρονική περίοδο (7,5 χρόνια) να ζητήσει την αμοιβή του 337/2008 ΑΠ 712/2008 Εφ.Πατρών. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, όταν ο δικηγόρος αιτείται το ελάχιστο όριο της αμοιβής του, ακόμη και αν η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη της αμοιβής κινδυνεύει να διαταραχθεί ή να επιδεινωθεί από την άσκηση όμοιων αξιώσεων από άλλους δικαιούχους 34/2005 ΑΠ 158/2009 Εφ.Δωδεκανήσου. Η αγωγή δικηγορικής αμοιβής δεν είναι καταχρηστική, από μόνο το γεγονός ότι ο δικηγόρος είχε συμφωνία με τον πελάτη περί χρονοχρέωσης σε άλλες υποθέσεις του πελάτη 869/2003 ΑΠ.

Ένσταση καταλυτική της αγωγής

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, σε αντίκρουση αγωγής περί καταβολής ΦΠΑ που αναλογεί σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ότι στην τελική συμφωνημένη αμοιβή περιλαμβάνονταν και ο ΦΠΑ, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγή 90/2005 ΑΠ άρ.361 ΑΚ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του 90/2005 ΑΠ άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ένσταση εξόφλησης από τρίτο

Κατά μια άποψη, αν η ένσταση εξόφλησης της οφειλής από τρίτο δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε το ποσό στο όνομά του, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατά την καταβολή γνώριζε ότι υπήρχε οφειλή του οφειλέτη προς τον δανειστή, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε προς το σκοπό απόσβεσης αυτής της οφειλής, η ένσταση είναι αόριστη 206/1988 Εφ.Αθηνών.

Ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας

Το κύριο αίτημα της αγωγής είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας 1750/2014 ΑΠ. Αν το κύριο αίτημα της αγωγής ανήκει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο 1750/2014 ΑΠ. Αν στην αγωγή υπάρχει αίτημα αναγνώρισης υποχρέωσης των εναγομένων σε καταβολή αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, και ταυτόχρονα αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε ενεστώσα και μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, κύριο αίτημα της αγωγής είναι το αναγνωριστικό 1750/2014 ΑΠ. Η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα ρυθμίζονται από τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά 566/1986 ΑΠ άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν νεότερος νόμος ορίζει ότι, μέχρι την "πλήρη εκκαθάριση" των έννομων σχέσεων που καταρτίστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιότερου νόμου, τότε και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα επί των σχέσεων αυτών ισχύει ο παλαιότερος δικονομικός νόμος 566/1986 ΑΠ.

Ένσταση αντισυνταγματικότητας

Αν ο δικαστής κρίνει ότι ο νόμος δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, οφείλει να μην εφαρμόσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια άρ.25 παρ.1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται Η κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν όταν το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η κρατική παρέμβαση είναι αναλογική εν στενή εννοία όταν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια.

Αίτημα διαγραφής ανάρμοστων εκφράσεων

Αν το δικόγραφο περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις, ο αντίδικος μπορεί να αιτηθεί τη διαγραφή τους 1602/2005 ΑΠ 1406/2004 ΑΠ άρ.206 ΚΠολΔ.

Αίτημα αναβολής λόγω εκκρεμούς ποινικής αγωγής

Αναβολή μπορεί να δοθεί από το δικαστήριο αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει την διάγνωση της διαφοράς αρ.250 ΚΠολΔ. Η ποινική αγωγή θεωρείται εκκρεμής αν ασκήθηκε ποινική δίωξη και διατάχθηκε προανάκριση ή κύρια ανάκριση, ανεξάρτητα από την εισαγωγή ή όχι της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την εκδίκαση του αιτήματος αναβολής 1479/1984 ΑΠ 219/2004 Εφ.Δωδεκανήσου.

Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής

Ο ενάγων έχει δικαίωμα να περιορίσει το αίτημά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις άρ.223 εδ.2 ΚΠολΔ ή και με την προσθήκη των προτάσεων 315/2010 ΑΠ, ή και με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία της προσθήκης, αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων 315/2010 ΑΠ. Έχει επίσης το δικαίωμα να περιορίσει το αίτημα της αγωγής με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά 315/2010 ΑΠ. Για δικόγραφα που συζητούνται από 01-01-2016 και μετά, η δυνατότητα περιορισμού του αιτήματος με δήλωση στα πρακτικά προκύπτει από τον νόμο άρ.297 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος αποτελεί μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής 218/2001 Εφ.Λάρισας. Αν το αίτημα της αγωγής αποτελεί άθροισμα διαφόρων κονδυλίων, ο περιορισμός του αιτήματος οδηγεί σε αοριστία της αγωγής, αν δεν προσδιορίζεται σε ποια συγκεκριμένα κονδύλια έγινε ο περιορισμός και κατά ποιο πόσο ή αν δεν προσδιορίζεται ποσοστό κατά το οποίο περιορίζεται σύμμετρα κάθε κονδύλιο 337/2003 ΑΠ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και ο διάδικος περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ακόμη και αν η διαφορά υπάγεται μετά τον περιορισμό σε κατώτερο δικαστήριο, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο 218/2001 Εφ.Λάρισας 708/1992 Εφ.Θεσσαλονίκης άρ.45 ΚΠολΔ άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και στη διάρκεια της δίκης μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο άρ.45 ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, αλλά σε καθ' ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, και από τη στιγμή της κατάθεσης μέχρι τη στιγμή της συζήτησης μεταβληθεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα, και το δικαστήριο καταστεί καθ' ύλην αρμόδιο κατά τη στιγμή της συζήτησης, το δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο και οφείλει να μην παραπέμψει την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας 218/2001 Εφ.Λάρισας.

Μεταβολή της βάσης της αγωγής

Μεταβολή της βάσης της αγωγής, η οποία αποτελεί και ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της αρχής της προδικασίας της δίκης, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής 1859/2011 ΑΠ 19/2003 ΑΠ Ολομέλεια. Η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής δεν είναι επιτρεπτή, αν η μετατροπή αναφέρεται σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα 1087/2014 ΑΠ. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (πχ. αμέλεια, δόλος) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία 1087/2014 ΑΠ. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής η επίκληση από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του και η παραδοχή από το δικαστήριο νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής 1087/2014 ΑΠ. Η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, και όχι από τoν νομικό τους χαρακτηρισμό 1891/2014 ΑΠ. Η μεταβολή της σειράς εξέτασης των βάσεων της αγωγής, από επικουρική σε κύρια και αντίστροφα, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής 242/2014 Ειρ.Ρεθύμνου. Η μεταβολή της βάσης της αγωγής μπορεί να γίνει με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό άρ.223 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην αγωγή ότι ο υπογράφων τη σύμβαση ήταν πληρεξούσιος της εταιρείας, ενώ με την προσθήκη μεταβάλλεται ο ισχυρισμός στο ότι ήταν de facto διαχειριστής της εταιρείας, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής 1859/2011 ΑΠ.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη, τότε η γέννηση 988/1979 ΑΠ άρ.24 ΕισΝΑΚ, το περιεχόμενο 988/1979 ΑΠ άρ.24 ΕισΝΑΚ, η έκταση 988/1979 ΑΠ άρ.24 ΕισΝΑΚ, η ενέργεια 988/1979 ΑΠ άρ.24 ΕισΝΑΚ και τα αποτελέσματα 81/1985 Πολ.Πρ.Βέροιας του δικαιώματος διέπεται από το δίκαιο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συντελέστηκαν τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα. Αν τα γεγονότα που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα συντελέστηκαν υπό την ισχύ παλαιότερου νόμου, αλλά η αίτηση συνταξιοδότησης υποβλήθηκε υπό την ισχύ νεότερου νόμου, ακόμη και αν οι νεότερες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τον δικαιούχο, ισχύουν οι νεότερες διατάξεις 19/1979 ΑΕΔ. Ο ουσιαστικού δικαίου νόμος καταργεί σιωπηρώς προηγούμενο κανόνα δικαίου όταν από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι ο νεότερος νόμος έχει σκοπό την κατάργηση του προγενέστερου αντίθετου, γενικού ή ειδικού, νομοθετικού κανόνα, και μάλιστα με τη ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση του παλαιού 263/1982 ΑΠ. Αν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιότερος ειδικός, και από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει σκοπό να καταργήσει και τον ειδικό νόμο, ο νεότερος γενικός νόμος δεν καταργεί τον παλαιότερο ειδικό νόμο 40/1988 ΑΠ Ολομέλεια 263/1982 ΑΠ.