Αποδεικτικά μέσα

Συνηθέστερα αποδεικτικά μέσα στην πρακτική είναι τα έγγραφα, οι μάρτυρες και οι ένορκες βεβαιώσεις. Το αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος το έχει προσκομίσει (αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων ΑΠ 80/2015 σκέψ.IV) άρ.346 ΚΠολΔ ΑΠ 1707/2009. Το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο, και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο ΑΠ 161/2017 άρ.346 ΚΠολΔ. Αν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις αποδείξεις, η αξιοπιστία των αποδεικτικών μέσων ανήκει στην κυριαρχική και ενέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας ΑΠ 983/2007 άρ.340 ΚΠολΔ.

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο

Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ΑΠ 1386/2006. Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα μπορούν να γίνουν δεκτά στην εκούσια δικαιοδοσία ΑΠ 769/2015.

Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο

Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην τακτική διαδικασία ΑΠ 1627/2010. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 1627/2010 άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στις διαδικασίες κατά τις οποίες επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ΑΠ 1627/2010. Κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης ΑΠ 1645/1995. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης Ολομ. ΑΠ 40/1988 ΑΠ 660/1992. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου άρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, η δύναμη των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης ΑΠ 197/1986. Κατά δικονομική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται, κατά κανόνα, βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα προς απόδειξη γεγονότα ΑΠ 1475/1983 άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ άρ.22 ΕισΝΚΠολΔ. Και αυτό, κατά τη δικονομική αρχή του διαχρονικού δικαίου που συνάγεται από τα άρ.20 έως άρ.22 ΕισΝΚΠολΔ, καθώς, αν μεν ο νεότερος νόμος δεν επιτρέπει πλέον αποδεικτικό μέσο, δεν θα ήταν ορθό να στερηθούν οι ενδιαφερόμενοι αργότερα αποδεικτικό μέσο που επιτρέπονταν κατά τον χρόνο της σύστασης της σχέσης, αν δε ο νεότερος νόμος επιτρέπει πλέον αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπονταν, ο νόμος χορηγεί κατ' ουσίαν νέο αποδεικτικό μέσο ΑΠ 1475/1983 άρ.20 ΕισΝΚΠολΔ άρ.21 ΕισΝΚΠολΔ άρ.22 ΕισΝΚΠολΔ. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ικανός και μη εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ανίκανος και εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος ΑΠ 1475/1983. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ανίκανος και εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ικανός και μη εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος ΑΠ 1475/1983. Από 07-02-2019, οι έννομες συνέπειες από τη δημοσίευση των Φύλλων της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ) επέρχονται από την καταχώριση των ΦΕΚ στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου άρ.13 παρ.4 εδ.1 ν.3469/2006 άρ.55 ν.4590/2019 άρ.83 ν.4590/2019. Από 07-02-2019, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αν δεν είναι δυνατή η καταχώριση στην ιστοσελίδα του Εθνικού Τυπογραφείου, για λόγους τεχνικούς ή ανωτέρας βίας, οι έννομες συνέπειες επέρχονται από τη δημοσίευση των ΦΕΚ σε έντυπη μορφή άρ.13 παρ.4 εδ.2 ν.3469/2006 άρ.55 ν.4590/2019 άρ.83 ν.4590/2019 (ΦΕΚ Α 17/07-02-2019).

Ένορκη βεβαίωση

Ενημέρωση για ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν

Προθεσμία κλήτευσης σε ένορκη βεβαίωση

Αν κατά τη συζήτηση ακολουθείται η
Η ειδική διαδικασία αφορά σε
Στην τακτικήειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών των διαφορών από σχέσεις γονέων και τέκνου των πιστωτικών τίτλων των μισθωτικών διαφορών των εργατικών διαφορών των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας των διαφορών από ζημίες από αυτοκίνητο ή σύμβαση ασφάλισης των διαφορών από διατροφή ή επιμέλεια τέκνων των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές των ασφαλιστικών μέτρων (είτε προς λήψη ασφαλιστικού μέτρου είτε προς οριστική επίλυση της διαφοράς) της εκούσιας δικαιοδοσίας, η προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου είναι δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του αντιδίκου2 εργάσιμες ημέρες24 ώρες πριν τη βεβαίωση άρ.592 ΚΠολΔ άρ.592 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 ΚΠολΔ άρ.592 περ.2 ΚΠολΔ άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.614 περ.8 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.647 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.17 περ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.614 περ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.2 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ άρ.614 περ.3 ΚΠολΔ άρ.614 περ.4 ΚΠολΔ άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.5 ΚΠολΔ άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.614 περ.6 ΚΠολΔ άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.592 περ.3 ΚΠολΔ άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.614 περ.7 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 1857/2011 ΑΠ 140/1972.
Η προθεσμία ξεκινά από την επομένη της επίδοσης της κλήσης24 ώρες πριν τη βεβαίωση 115/2006 Εφ.Λάρισας άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.145 παρ.4 ΚΠολΔ.

Η προθεσμία των 24 ωρών υπολογίζεται από στιγμή σε στιγμή, και όχι κατά το άρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 1574/2001
Η ένορκη βεβαίωση μάρτυρα και η ένορκη κατάθεση μάρτυρα στο ακροατήριο είναι ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα ΑΠ 579/2011. Το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ελεύθερα το αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαίωσης και της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα στο ακροατήριο ΑΠ 579/2011. Αν υπάρχει προθεσμία κλήτευσης και δεν τηρηθεί, και ο αντίδικος δεν παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 381/2010, η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, όχι απλά άκυρη, και δεν λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο ΑΠ 579/2011 ΑΠ 381/2010 ΑΠ 85/2001. Αν το δικαστήριο λαβει υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου ΑΠ 1707/2009 ΑΠ 682/2000 άρ.559 αριθ.11 ΚΠολΔ. Αν η προθεσμία κλήτευσης είναι 2 ημερών, για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από τον διάδικο, πρέπει, σωρευτικά, Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν νομότυπα κατά το άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 579/2011 άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ. Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρ.339 ΚΠολΔ και άρ.342 επ. ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, που διακρίνεται από τα έγγραφα ΑΠ 579/2011. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο μόνο αν συντάχθηκε πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης μετά από προηγούμενη κλήτευση πριν από 24 τουλάχιστον ώρες του αντιδίκου του διαδίκου που επικαλείται την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 579/2011 άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.663 ΚΠολΔ. Αν δεν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ΑΠ 579/2011. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν σε όλους τους απλούς ομόδικους ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1093/2008, και κλητευθούν όλοι οι απλοί ομόδικοι, μόνο τότε η κλήτευση καθενός των απλών ομοδίκων είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ 1608/2007. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε κάποιους από τους απλούς ομόδικους ΑΠ 381/2010, και κλητεύθηκαν οι απλοί ομόδικοι στους οποίους αφορούν τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκαν οι υπόλοιποι απλοί ομόδικοι, η κλήτευση των απλών ομοδίκων στους οποίους αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1608/2007. Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυράς του προσήλθαν, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν των 15 λεπτών από την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, και ο κλητευθείς δεν παρέστη κατά την ένορκη βεβαίωση, η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον διάδικο που δεν εμφανίστηκε Ολομ. ΑΠ 20/2004. Αν η καθυστέρηση της έναρξης της ένορκης βεβαίωσης οφείλεται σε υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, και το γεγονός αυτό αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση, η καθυστέρηση αυτή δεν οδηγεί σε ακυρότητα της ένορκης βεβαίωσης Ολομ. ΑΠ 20/2004. Ο κλητευθείς οφείλει να αναμείνει το πέρας της υπηρεσιακής απασχόλησης του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου Ολομ. ΑΠ 20/2004. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε με τις νόμιμες προϋποθέσεις στα πλαίσια άλλης δίκης, και δεν λήφθηκε για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσό στην παρούσα δίκη ΑΠ 381/2010, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη και συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ 381/2010 ΑΠ 1506/2003. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων, και δεν κλητεύθηκε ο αντίδικος, και ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε την ένορκη βεβαίωση και σε επόμενη δίκη τακτικής διαδικασίας, και το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την ένορκη βεβαίωση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ως απλό έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 1989/2009 άρ.559 αριθμ.11 περ.γ ΚΠολΔ. Αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου, και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η ένορκη βεβαίωση δεν έχει την αποδεικτική δύναμη ένορκης βεβαίωσης, αλλά υπάρχει πιθανότητα μόνο να συνεκτιμηθεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ΑΠ Ποιν. 1633/2002 ΑΠ Ποιν. 120/2010. Αν η ένορκη βεβαίωση δόθηκε χωρίς να κλητευθεί ο αντίδικος, και χρησιμοποιήθηκε σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, και χρησιμοποιηθεί και σε επόμενη δίκη, η ένορκη βεβαίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην συγκεκριμένη επόμενη δίκη μόνο ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο δεν την κάνει δεκτή γιατί κρίνει ότι έγινε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη ΑΠ 254/2013 άρ.339 ΚΠολΔ άρ.395 ΚΠολΔ. Η κλήση δεν είναι απαραίτητο να αναγράφει το όνομα του μάρτυρα που θα δώσει την ένορκη βεβαίωση ΑΠ 1901/2009 ΑΠ 197/2000. Αν αυτός που έδωσε την ένορκη βεβαίωση είναι άλλος από αυτόν τον οποίο ανέφερε η κλήση προς τον αντίδικο, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι άκυρη από τον λόγο αυτό και μόνο ΑΠ 1901/2009 ΑΠ 197/2000. Στην κλήση του διαδίκου προς τον αντίδικό του πρέπει να περιλαμβάνεται Αν η κλήση δεν περιλαμβάνει τα παραπάνω στοιχεία, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη καθόλου από το δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων άρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.424 ΚΠολΔ. Αν από την κλήση για εξέταση μαρτύρων δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων, και δεν παρασταθεί ο καλούμενος, οι ένορκες βεβαιώσεις είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα ΑΠ 375/2013. Αν στην κλήση προσδιορίζονται διαζευκτικά περισσότεροι τόποι και χρόνοι για την εξέταση των μαρτύρων, ο προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος ΑΠ 375/2013. Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διάρκεια της βεβαίωσης, αν το επιθυμούν άρ.422 παρ.2 ΚΠολΔ. Ενστάσεις, και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το δικαστήριο άρ.423 παρ.2 ΚΠολΔ. Τα άρ.393 ΚΠολΔ, άρ.394, άρ.398 παρ.2, άρ.399, άρ.400, άρ.402, άρ.405, άρ.407, άρ.408, άρ.409 παρ.2, άρ.411 και άρ.413 ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην ένορκη βεβαίωση άρ.423 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο βεβαιών παραδώσει γραπτό σημείωμα στον συμβολαιογράφο, και ο συμβολαιογράφος αντιγράψει το γραπτό σημείωμα αυτό στην ένορκη βεβαίωση, ώστε όλη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα να αποτελεί αντίγραφο του περιεχομένου του γραπτού σημειώματος, η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 394/2009 Εφ.Δωδεκανήσου. Το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση αν αυτή προσκομίζεται από τον διάδικο, και την επικαλείται με τις προτάσεις του ΑΠ 832/2011. Η προσκόμιση απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης ΑΠ 96/2008. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου ΑΠ 211/2004. Η σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαιώσης γίνεται όταν Κατά την ως άνω διατύπωση μπορεί να γίνει επίκληση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένορκης βεβαίωσης που είχε προσκομιστεί πρωτόδικα ΑΠ 96/2008. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης στην δευτεροβάθμια συζήτηση δεν είναι νόμιμη αν η επίκληση γίνεται με απλή ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης Ολομ. ΑΠ 23/2008. Αν η ένορκη βεβαίωση προσκομίζεται από τον διάδικο στο εφετείο στην τακτική διαδικασία με επίκληση στην προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, άμεση ή έμμεση, ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δεν πρόκειται για ισχυρισμούς που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά στο εφετείο, η ένορκη βεβαίωση είναι απαράδεκτη ΑΠ 1103/2011. Αν το εφετείο λάβει υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση, χωρίς να βεβαιώσει στη απόφασή του ότι συντρέχει η παραπάνω εξαιρετική περίπτωση, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ.559 αριθ.11 περ.1η ΚΠολΔ και το άρ.559 αριθ.14 ΚΠολΔ ΑΠ 1103/2011. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου δεν αρκεί η βεβαίωση εντός της ένορκης βεβαίωσης από τον συμβολαιογράφο για την κλήτευση του αντιδίκου ΑΠ 708/2015. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου απαιτείται η προσκομιδή της έκθεσης επίδοσης της κλήσης ΑΠ 708/2015. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και έχει προσκομιστεί έστω 1 ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους έδωσαν ένορκη βεβαίωση άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και δεν έχει προσκομιστεί ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους προτείνει η διάδικη πλευρά άρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με τις προτάσεις, πέραν των τριώνπέντε (κατά τη σειρά επίκλησής τους με τις προτάσεις) για κάθε πλευράδιάδικο, είναι απαράδεκτες ΑΠ 3/2015 άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με την προσθήκη, πέραν του αριθμού (κατά τη σειρά επίκλησής τους με την προσθήκη) των ενόρκων βεβαιώσεων τις οποίες επικαλείται ο αντίδικος με τις προτάσεις του, είναι απαράδεκτες ΑΠ 3/2015. Στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων άρ.635 ΚΠολΔ άρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των μισθωτικών διαφορών άρ.647 ΚΠολΔ άρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των εργατικών διαφορών άρ.663 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας άρ.677 ΚΠολΔ άρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των αυτοκινητιστικών διαφορών άρ.681 Α ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου άρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011 και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές άρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ άρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ ΑΠ 318/2011, δεν ισχύει ο περιορισμός του αριθμού των προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, και μπορούν να προσκομιστούν μετ' επικλήσεως και περισσότερες από 3 ένορκες βεβαιώσεις. Στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών άρ.592 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ και των διαφορών περί σχέσεων γονέων και τέκνου άρ.614 ΚΠολΔ άρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ άρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ, ισχύει ο περιορισμός περί του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων όπως στην τακτική διαδικασία ΑΠ 318/2011. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε πλευράς σε 3διαδίκου σε 5 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, δηλαδή και επί αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ή ανταγωγής ΑΠ 3/2015. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, αν κατά τη συζήτηση προσκομίστηκαν ένορκες βεβαιώσεις, προς αντίκρουσή τους μπορούν να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις με την προσθήκη των προτάσεων, το πολύ ίσου αριθμού με τις αντικρουόμενες άρ.270 παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ άρ.237 παρ.3 ΚΠολΔ άρ.238 εδ.3 ΚΠολΔ ΑΠ 3/2015μέχρι 3 στον αριθμό άρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε αντιδίκου σε 35 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει και στο Εφετείο, ακόμη και αν οι 35 πρωτόδικα προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις προσκομίζονται μετ' επίκλησης στο Εφετείο ΑΠ 3/2015. Αν όμως οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν αφορούν τη συγκεκριμένη δίκη, δεν λαμβάνονται υπόψη ως ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ως έγγραφα ΑΠ 504/2014, και δεν μειώνουν τον αριθμό των επιτρεπόμενων ενόρκων βεβαιώσεων ΑΠ 2076/2014. Αν κατατεθεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, και στα πλαίσια της έφεσης επιδοθεί κλήση προς ένορκη βεβαίωση στον δικηγόρο που παραστάθηκε πρωτόδικα για τον αντίδικο, και ο δικηγόρος δεν έχει οριστεί αντίκλητος και για τη δίκη στο εφετείο, η κλήτευση δεν είναι νόμιμη ΑΠ 381/2010. Η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε μετά την πρωτόβάθμια συζήτηση, ακόμη και κατά την προθεσμία αντίκρουσης των προτάσεων στην πρωτοβάθμια συζήτηση ΑΠ 1187/1997, και πριν την κατ' έφεση συζήτηση, προσκομίζεται έγκυρα στην κατ' έφεση δίκη ΑΠ 221/1993 ΑΠ 1187/1997. Το αποδεικτικό μέσο λαμβάνεται υπόψη προς απόδειξη όλων των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων ανεξάρτητα από το ποιος διάδικος το έχει προσκομίσει (αρχή της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων ΑΠ 80/2015 σκέψ.IV) άρ.346 ΚΠολΔ ΑΠ 1707/2009.

Αιτιολογία απόφασης

Αν η ένορκη βεβαίωση έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτής στην απόφαση, αλλά απλό έγγραφο, που συνεκτιμάται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση ΑΠ 1989/2009. Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, η απόφαση του δικαστηρίου απαιτείται να αναφέρει Στη διαδικασία εργατικών διαφορών, αν η απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου αναφέρει μόνο ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδεικνύεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, και ιδρύεται λόγος αναίρεσης ΑΠ 579/2011 άρ.559 αριθμ.11 ΚΠολΔ. Στις υποθέσεις αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, δικαζομένων κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας όπως ίσχυαν μετά την ισχύ του άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 και άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 και πριν την 01-01-2002, οπότε εκδίδεται προδικαστική απόφαση, δεν είναι επιτρεπτό από το νόμο αποδεικτικό μέσο οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ΑΠ 1989/2009 άρ.226 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.6 παρ.3 ν.2479/1997 άρ.341 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.3 παρ.13 ν.2207/1994 άρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ άρ.336 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.339 ΚΠολΔ άρ.341 ΚΠολΔ άρ.395-398 ΚΠολΔ άρ.406-409 ΚΠολΔ ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Αν το Εφετείο δικάζει έφεση κατά απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, υπό το αμέσως πιο πάνω νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή της έκδοσης προδικαστικής απόφασης, και μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης λήφθηκε ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου για να χρησιμοποιηθεί στην κατ' έφεση δίκη, ακόμη και αν η ένορκη βεβαίωση λήφθηκε μετά την 01-01-2002 (έναρξη ισχύος του ν.2915/2001), το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαιώση, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς αυτή αποτελεί αποδεικτικό μέσο που στερείται οποιοασδήποτε αποδεικτικής ισχύος ν.2915/2001 άρ.15 ν.2943/2001. Και αυτό, γιατί το Εφετείο εφαρμόζει τον νόμο όπως ίσχυε όταν δημοσιεύτηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση ΑΠ 1989/2009 άρ.533 παρ.2 ΚΠολΔ.

Περιορισμός αποδεικτικών μέσων με σύμβαση

Στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι έχουν τη δυνατότητα με εξώδικες δικονομικές συμβάσεις να καθορίζουν ότι ορισμένο κρίσιμο για τις σχέσεις τους γεγονός αποδεικνύεται αποκλειστικά και μόνο με ορισμένο μέσο, είτε αυτό περιλαμβάνεται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ ή άλλο νόμο αποδεικτικά μέσα είτε όχι ΑΠ 1746/2013 άρ.361 ΑΚ. Η δικονομική σύμβαση περί επιτρεπόμενων αποδεικτικών μέσων είναι έγκυρη, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν προσκρούει στη δημόσια τάξη ΑΠ 1746/2013.

Ισχυρισμοί που αφορούν τη δημόσια τάξη

Ισχυρισμοί που αφορούν τη δημόσια τάξη είναι, μεταξύ άλλων, και Αν ο ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης ΑΠ 1672/2012.

Αρνητικό γεγονός

Κατά μια άποψη, ο αρνητικός χαρακτήρας ισχυρισμού που περιλαμβάνει αρνητικό γεγονός δεν επιτρέπει σχετική απόδειξη 10613/1990 Εφ.Αθηνών (αυτοκινητικών διαφ.). Αρνητικό γεγονός αποτελεί και η έλλειψη άδειας ικανότητας οδηγού κατά τον χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης 10613/1990 Εφ.Αθηνών (αυτοκινητικών διαφ.). Επί αγωγής αποζημίωσης λόγω πρόωρης λύσης ομόρρυθμης εταιρείας ορισμένου χρόνου μετά από άκαιρη καταγγελία αυτής χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν είναι δυνατόν να υποχρεωθεί ο ενάγων να αποδείξει την ανυπαρξία σπουδαίου λόγου καταγγελίας της εταιρείας, αφού πρόκειται για αρνητικό γεγονός ΑΠ 536/2002. Στην ίδια περίπτωση, ο εναγόμενος, που κατήγγειλε την εταιρεία, για να απαλλαγεί από την υποχρέωση προς αποζημίωση, οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει την ύπαρξη συγκεκριμένου σπουδαίου λόγου, καθώς αυτός άσκησε την καταγγελία ένεκα ορισμένου λόγου, τον οποίο αυτός γνωρίζει και ο οποίος αποτελεί γι' αυτόν θετικό γεγονός, ενώ ο ενάγων δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει τον λόγο αυτό, αφού βρίσκεται εκτός της σφαίρας γνώσης αυτού ΑΠ 536/2002 άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο οφειλέτης ανέλαβε με συμβολαιογραφικό έγγραφο να εκπληρώσει την παροχή του σε συγκεκριμένη ημέρα, και σε περίπτωση μη εκπλήρωσης αυτής να καταβάλει χρηματικό ποσό ως ποινική ρήτρα μόνο με την πάροδο της ημέρας αυτής, ο δανειστής μπορεί με το συμβόλαιο, το οποίο αποτελεί εκτελεστό τίτλο, να επισπεύσει σε βάρος του οφειλέτη αναγκαστική εκτέλεση για το ποσό της καταπίπτουσας ποινικής ρήτρας εξαιτίας της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας εκτέλεσης της κύριας παροχής, χωρίς να απαιτείται να αποδείξει ότι η κύρια παροχή δεν εκτελέστηκε ή τους λόγους της υπερημερίας του οφειλέτη, καθώς δεν πρέπει να επιβάλλεται στον δανειστή επισπεύδοντα να αποδείξει το αρνητικό γεγονός της μη εκπλήρωσης της κύριας παροχής, απόδειξη που είναι δύσκολη αν όχι αδύνατη 145/2006 Μον.Πρ.Ρόδου. Ο οφειλέτης έχει πλέον το βάρος της απόδειξης, ασκώντας ανακοπή κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του αναγκαστικής εκτέλεσης, ισχυριζόμενος ότι η μη εκτέλεση της παροχής του ή ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη 145/2006 Μον.Πρ.Ρόδου. Κατά μια άποψη, ο πραγματογνώμονας δεν μπορεί να βεβαιώσει με γραφολογική πραγματογνωμοσύνη το αρνητικό γεγονός ότι συγκεκριμένο άτομο δεν έβαλε την υπογραφή του επί εγγράφου 1724/2011 Πεντ.Εφ.Θεσσαλονίκης ΑΠ Ποιν. 587/2013.

Αιτιολογημένη άρνηση

Αν ο ισχυρισμός συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση ΑΠ 768/2000. Η αιτιολογημένη άρνηση αποκρούεται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή ή την ένσταση ΑΠ 768/2000. Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι ανύπαρκτη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις θεώρησης της σύμβαση από τη ΔΟΥ, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ΑΠ 768/2000.

Ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης

Αν ο ενάγων δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης σύμφωνα με τον νόμο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ΑΠ 26/2005. Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του, ο ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί κατ' αρχήν άρνηση της βάσης της αγωγής, και όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης ΑΠ 631/2006. Η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από τον νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου ΑΠ 26/2005. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή δίκης αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, δηλαδή ότι ο ενάγων είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος, και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης ΑΠ 631/2006. Το αν ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι αληθής δεν ασκεί, κατ' αρχήν, έννομη επιρροή για τη νομιμοποίηση 1960/2014 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Το ποια πρόσωπα είναι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής ΑΠ 631/2006. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ΑΠ 825/2015 ΑΠ 529/2009. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 825/2015 ΑΠ 529/2009. Αν επιβλήθηκε κατάσχεση κατά ΟΤΑ, και ο ΟΤΑ δεν ήταν οφειλέτης της απαίτησης, υπάρχει έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του ΟΤΑ στην αναγκαστική κατάσχεση που επέβαλε σε βάρος του ο επισπεύδων την εκτέλεση ΑΠ 1846/2017. Η έξοδος εταίρου από προσωπική εταιρεία, η είσοδος νέου εταίρου σε προσωπική εταιρεία, και η αλλαγή της επωνυμίας προσωπικής εταιρείας δεν επιφέρουν μεταβολή στη νομική προσωπικότητα της εταιρείας ΑΠ 897/2000 σκέψ.5 άρ.766 ΑΚ άρ.773 ΑΚ άρ.777 ΑΚ άρ.778 ΑΚ άρ.18 ΕμπΝ. Στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται λύση της εταιρείας και δημιουργία νέας, αλλά εξακολουθεί να είναι η ίδια εταιρεία όπως αρχικά ΑΠ 897/2000 σκέψ.5 άρ.766 ΑΚ άρ.773 ΑΚ άρ.777 ΑΚ άρ.778 ΑΚ άρ.18 ΕμπΝ.

Απαράδεκτο

Απαράδεκτο νοείται κυρίως στις διατάξεις εκείνες, στις οποίες καθιερώνεται οριστικός αποκλεισμός ορισμένης διαδικαστικής ενέργειας και στις οποίες επιπλέον η επανόρθωση του ελαττώματος της πράξης δεν είναι δυνατή ΑΠ 394/2011. Η καθιέρωση του απαραδέκτου γίνεται κατ' αρχήν ρητά όταν ο νόμος χαρακτηρίζει ορισμένη διαδικαστική ενέργεια με την έκφραση "απαράδεκτος" ΑΠ 394/2011. Η κήρυξη απαραδέκτου δεν απαιτεί και τη συνδρομή δικονομικής βλάβης, όπως συμβαίνει επί δικονομικής ακυρότητας ΑΠ 1564/2017. Το έννομο συμφέρον αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής ΑΠ 288/2014. Το έννομο συμφέρον πρέπει να υφίσταται (βάσει ελεύθερης απόδειξης) κατά τον χρόνο συζήτησης (αλλά και σε κάθε στάση της δίκης) ΑΠ 288/2014. Το έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, να αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο μέσο για την εξάλειψη της αβεβαιότητας που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του ΑΠ 288/2014. Το κεκτημένο και απαιτητό του δικαιώματος, για το οποίο μπορεί να ζητηθεί προστασία που οδηγεί σε άμεση καταδίκη, κρίνεται κατά τον χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ΑΠ 161/2017 άρ.68 ΚΠολΔ άρ.69 ΚΠολΔ άρ.223 ΚΠολΔ άρ.224 ΚΠολΔ άρ.269 ΚΠολΔ άρ.281 ΚΠολΔ. Κατ' εξαίρεση, και υπό τις περιοριστικές προϋποθέσεις που εισάγονται με τις διατάξεις του άρ.69 ΚΠολΔ, που είναι και ουσιαστικού δικαίου, συγχωρείται, μεταξύ άλλων, η έγερση αγωγής για παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και συνδέεται με τη μελλοντική επέλευση χρονικού σημείου ή γεγονότος ή την πλήρωση αίρεσης, οπότε ο εναγόμενος καταδικάζεται στην παροχή μόλις επέλθουν τα γεγονότα αυτά ΑΠ 161/2017. Το άρ.69 ΚΠολΔ εφαρμόζεται, κατά το πδ.34/1995, και στις περιπτώσεις απόδοσης του μισθίου για οποιαδήποτε αιτία, όχι όμως και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η ικανοποίηση άλλων αξιώσεων που εκπορεύονται από τη μισθωτική σύμβαση, όπως πχ. επί αγωγικού αιτήματος καταβολής και μελλοντικών (μη δεδουλευμένων) μισθωμάτων ΑΠ 161/2017 άρ.48 παρ.2 πδ.34/1995. Και αυτό, γιατί κρίσιμος χρόνος για να εκτιμηθεί αν συντρέχουν τα στοιχεία κτήσης και απαιτητού του ένδικου δικαιώματος είναι αυτός της πρώτης συζήτησης της αγωγής, και η αρχή της προληπτικής έννομης προστασίας γίνεται αποδεκτή μόνο κατ' εξαίρεση και για ειδικούς, κάθε φορά, λόγους ΑΠ 161/2017. Η αγωγή διαζυγίου βάσει διετούς διάστασης είναι νόμιμη, ακόμη και αν κατά την άσκησή της δεν είχε συμπληρωθεί διετής διάσταση, αρκεί να γίνεται επίκληση ότι αυτή θα έχει συμπληρωθεί με βάση τον χρόνο έναρξης κατά τον χρόνο της συζήτησης της αγωγής, οπότε εφαρμογή έχουν οι διατάξεις του άρ.68 ΚΠολΔ και άρ.69 ΚΠολΔ, οι οποίες λάμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα ΑΠ 210/2015 άρ.73 ΚΠολΔ. Οι διατάξεις του άρ.68 ΚΠολΔ και άρ.69 παρ.1 ΚΠολΔ παρέχουν στον διάδικο το δικαίωμα να ζητήσει δικαστική προστασία και όταν το δικαίωμά του εξαρτάται από την επέλευση χρονικού σημείου ΑΠ 210/2015.

Απαράδεκτο λόγω μη κατάθεσης ενημερωτικού εγγράφου για τη διαμεσολάβηση

Αν η αγωγή κατατέθηκε από 30-11-2019 και μετά, και δεν κατατεθεί ενημερωτικό έγγραφο σχετικά με τη διαμεσολάβηση, υπογεγραμμένο από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, η συζήτηση της αγωγής είναι απαράδεκτη άρ.3 παρ.2 εδ.2 ν.4640/2019 άρ.3 παρ.2 εδ.3 ν.4640/2019 άρ.65 ν.4647/2019 άρ.73 ν.4647/2019. Με το ενημερωτικό έγγραφο ο πληρεξούσιος δικηγόρος πρέπει να ενημερώνει τον εντολέα του πριν την προσφυγή στο δικαστήριο για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με το άρ.3 παρ.1 ν.4640/2019, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρ.6 και άρ.7 ν.4640/2019 άρ.3 παρ.2 εδ.1 ν.4640/2019.

Γνήσια ένσταση

Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν ΑΠ 764/2015 άρ.262 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Αυτό ισχύει στις γνήσιες ενστάσεις, και όχι στις καταχρηστικές ενστάσεις ΑΠ 764/2015.

Καταχρηστική ένσταση

Καταχρηστική ένσταση είναι το δικονομικό μέσο άμυνας, με το οποίο προτείνονται πραγματικοί ισχυρισμοί (όχι δικαίωμα), που είτε εμπόδισαν τη γέννηση του δικαιώματος του ενάγοντος, στο οποίο στηρίχθηκε η αγωγή, είτε έχουν επιφέρει την κατάργηση του δικαιώματος του ενάγοντα ΑΠ 764/2015. Στις καταχρηστικές ενστάσεις, αν τα πραγματικά περιστατικά που τις θεμελιώνουν προκύπτουν από τη δικογραφία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να συναγάγει την έννομη συνέπεια αυτεπαγγέλτως ΑΠ 764/2015. Αν τα περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστική ένσταση προκύπτουν από τη δικογραφία, και το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως και δεν ερευνήσει κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ ΑΠ 764/2015 άρ.559 αριθ.8 ΚΠολΔ.

Χρόνος προβολής ένστασης

Η ένσταση πρέπει να προτείνεται κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό ΑΠ 1703/2008 άρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης για το επιτρεπτό πρότασης της ένστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο άρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.527 ΚΠολΔ, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη ΑΠ 1703/2008. Κατά μια άποψη, αν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση, και προς υποστήριξη της ένστασης είχε υποβάλλει και αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, και η ένστασή του απορριφθεί ως απαράδεκτη, ο εναγόμενος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς προβολή του αιτήματος περί επίδειξης εγγράφων, και το αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο 580/2012 Εφ.Πειραιώς. Ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 310/2007. Η ένσταση είναι αμυντική πράξη ΑΠ 1035/2001. Η αγωγή και η ανταγωγή είναι επιθετικές πράξεις ΑΠ 1035/2001. Αν πρόκειται να ασκηθεί διαπλαστικού χαρακτήρα δικαίωμα, δεν μπορεί να ασκηθεί με αμυντική πράξη, αλλά μόνο με επιθετική πράξη ΑΠ 1035/2001.

Ένσταση αοριστίας της αγωγής

Η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρ.117 ΚΠολΔ και άρ.118 ΚΠολΔ, πρέπει να περιέχει Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος που είναι ορισμένο και όχι αόριστο ΑΠ 637/2018. Διαφορετικά το δικαστήριο αδυνατεί να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης ΑΠ 637/2018. Αν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία, ή αν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης ΑΠ 944/2013 σκέψ.I λόγω της αοριστίας ΑΠ 1004/2017. Η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας επέρχεται Ο ενάγων έχει την ευχέρεια να συμπληρώσει, να διευκρινήσει, ή να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς του κατά τη διάταξη του άρ.224 εδ.2 ΚΠολΔ, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, όχι όμως και να αναπληρώσει τυους ελλείποντες ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς, και μάλιστα εκείνους που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος ΑΠ 1611/2008 σκέψ.2. Νομική αοριστία της αγωγής υπάρχει, αν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό εκείνο περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης ΑΠ 1004/2017. Αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια ΑΠ 8/2013 σκέψ.2. Για το ορισμένο, και κατά συνέπεια το παραδεκτό, της αγωγής αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής ορισμένης νομικής διάταξης, στα οποία και θεμελιώνεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα ΑΠ 577/2016 άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ. Η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου ΑΠ 488/2010 άρ.106 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.335 ΚΠολΔ άρ.337 ΚΠολΔ άρ.338 ΚΠολΔ άρ.559 περ.1 ΚΠολΔ. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ως στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής, συντελείται με την παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη θεμελίωση του εκάστοτε αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος ΑΠ 866/2009 σκέψ.II. Ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης ΑΠ 329/2007 ΑΠ 954/2011 άρ.216 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ. Η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση ΑΠ 488/2010. Η μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο ΑΠ 488/2010. Αν στην αγωγή δεν περιέχεται το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης, η αγωγή είναι νομικά αόριστη ΑΠ 1087/2014. Αν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής, η αγωγή είναι νομικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Η νομική αοριστία της αγωγής συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ΑΠ 939/2013 σκέψ.I. Η νομική αοριστία της αγωγής αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ ΑΠ 939/2013 σκέψ.I άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ. Αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία, υπάρχει νομική αοριστία της αγωγής ΑΠ 939/2013 σκέψ.I. Ο ενάγων δεν μπορεί να θεραπεύσει τη νομική αοριστία της αγωγής με τις προτάσεις του ΑΠ 1004/2017 ΑΠ 1087/2014 άρ.224 ΚΠολΔ άρ.236 ΚΠολΔ. Αν στην αγωγή εξειδικεύονται ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Αν στην αγωγή δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη ΑΠ 939/2013 σκέψ.I άρ.216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Η ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 402/2012. Ο ενάγων μπορεί να θεραπεύσει την ποσοτική αοριστία της αγωγής με τις προτάσεις του ΑΠ 1004/2017 ΑΠ 1087/2014 άρ.224 ΚΠολΔ άρ.236 ΚΠολΔ. Αν στην αγωγή γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, η αγωγή είναι ποιοτικά αόριστη ΑΠ 1724/2014. Αν στην αγωγή γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, η αγωγή είναι ποιοτικά αόριστη ΑΠ 939/2013 σκέψ.I. Η ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής δεν αφορά τη δημόσια τάξη ΑΠ 402/2012. Ο ενάγων μπορεί να θεραπεύσει την ποιοτική αοριστία της αγωγής με τις προτάσεις του ΑΠ 1004/2017 ΑΠ 1087/2014 άρ.224 ΚΠολΔ άρ.236 ΚΠολΔ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, επιτρέπεται η συμπλήρωση των στοιχείων της αίτησης που αναφέρονται στο άρ.747 παρ.2 ΚΠολΔ, επομένως και του αιτήματός της, με τις προτάσεις, στο δε ειρηνοδικείο και προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο ΑΠ 1384/2018 άρ.747 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.115 παρ.3 ΚΠολΔ. Η αοριστία της αγωγής ερευνάται από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως ΑΠ 971/2013 άρ.111 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.118 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί ανάγεται στην προδικασία ΑΠ 971/2013 άρ.111 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.118 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ. Για την έρευνα της αοριστίας της αγωγής δεν απαιτείται ισχυρισμός του εναγομένου και αίτημα για απόρριψη της αγωγής λόγω αοριστίας, καθώς ερευνάται αυτεπαγγέλτως ΑΠ 971/2013 άρ.111 παρ.2 ΚΠολΔ άρ.118 παρ.4 ΚΠολΔ άρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση αοριστίας της αγωγής αναφέρει γενικά ότι η αγωγή είναι αόριστη, και δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, η ένσταση είναι απαράδεκτη ΑΠ 571/2004. Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων αοριστιών δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί ΑΠ 508/2008 σκέψ.I. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, και δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπτίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή ΑΠ 329/2007 ΑΠ 954/2011. Η αοριστία της ένστασης δεν θεραπεύεται με την επίκληση εγγράφων ΑΠ 880/2010. Αν ο εναγόμενος δεν ενεργεί κακόπιστα ΑΠ 1611/2008 σκέψ.17. Η διάταξη του άρ.20 παρ.1 Συντάγματος, που καθιερώνει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η διάταξη του άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ, που επιβάλλει τη δίκαιη δίκη, και η διάταξη του άρ.5 ΚΠολΔ, που παρέχει τη δυνατότητα στα δικαστήρια να ζητήσουν τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων από Ελληνικές ή αλλοδαπές αρχές στο εξωτερικό, προϋποθέτουν ορισμένο και παραδεκτό αίτημα στην αγωγή για παροχή έννομης προστασίας με δίκαιη δίκη, και δεν αποτελούν νομική βάση για άρση της οποιασδήποτε αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ΑΠ 1611/2008 σκέψ.17. Αν ο εναγόμενος προβάλει ένσταση, και επικαλείται διαφορετικές και αντιφατικές ιστορικές βάσεις του ισχυρισμού του, η ένστασή του είναι αόριστη ΑΠ 811/2014. Στο περιεχόμενο του καθήκοντος αληθείας υπάγεται και η απαγόρευση προβολής αντιφατικών ισχυρισμών ΑΠ 341/2010 σκέψ.I. Αντιφατικοί είναι οι ισχυρισμοί, αν οι ιστορικές βάσεις των ισχυρισμών αποκλείεται να συνυπάρχουν λογικά ΑΠ 341/2010 σκέψ.I ΑΠ 771/2010 σκέψ.III. Η παράβαση του καθήκοντος αληθείας μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών ΑΠ 110/2008 σκέψ.I άρ.116 ΚΠολΔ άρ.205 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο διάδικος προβάλει κάποιον ισχυρισμό, και προβάλει ισχυρισμό αντιφατικό με τον πρώτο κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, ο μεταγενέστερος κατά σειρά προβολής ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ΑΠ 771/2010 σκέψ.III. Κατ' άλλη άποψη, αν ο διάδικος προβάλει κάποιον ισχυρισμό, και προβάλει ισχυρισμό αντιφατικό με τον πρώτο κατά παράβαση του καθήκοντος αληθείας, ο ισχυρισμός δεν είναι απαράδεκτος από μόνη την παράβαση του καθήκοντος αληθείας ΑΠ 110/2008 σκέψ.I άρ.116 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί διαφορετικά ο διάδικος θα στερούνταν το κατοχυρωμένο και από το άρ.20 Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της συνταγματικής αυτής διάταξης, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρ.116 ΚΠολΔ ΑΠ 110/2008 σκέψ.I. Αν η αντίφαση δεν υπάρχει προς άλλα επικαλούμενα γεγονότα, αλλά μόνο ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών των άλλων γεγονότων, δεν παραβιάζεται το καθήκον αληθείας, και δεν είναι απαράδεκτη η ένσταση ΑΠ 110/2008 σκέψ.I. Η επικουρική προβολή αντιφατικών ισχυρισμών συγχωρείται ΑΠ 533/2016 σκέψ.7. Η επικουρική προβολή ένστασης για την περίπτωση που δεν ήθελε γίνει δεκτή η αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής συγχωρείται ΑΠ 110/2008 σκέψ.I. Η επικουρική προβολή αντιφατικών ισχυρισμών με τις προτάσεις συγχωρείται, αν διευκρινίζεται σε κάποιο σημείο των προτάσεων ότι οι ισχυρισμοί προβάλλονται επικουρικά, ακόμη και αν σε άλλο σημείο γίνεται λόγος για ύπαρξη της ιστορικής βάσης ενός μόνο ισχυρισμού ΑΠ 533/2016 σκέψ.7. Αν προβληθεί ένας ισχυρισμός ως κύριος, και άλλος ως επικουρικός, και το δικαστήριο αποδεχθεί τον κύριο ισχυρισμό, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε επικουρικά δεν αποτελεί κρίσιμη ομολογία του διαδίκου που τον προέβαλε ΑΠ 533/2016 σκέψ.7 ΑΠ 533/2016 σκέψ.6. Η αγωγή δεν είναι αόριστη αν δεν αναφέρει Αν ασκήθηκε αγωγή εναντίον νομικού προσώπου, με αντικείμενο την εκπλήρωση υποχρέωσής του ανειλημμένης με σύμβαση, δεν απαιτείται να αναφέρεται το όνομα του φυσικού προσώπου το οποίο σύμφωνα με τον νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτιση της σύμβασης ΑΠ 2162/2013 σκέψ.II άρ.18 παρ.2 ν.2190/1920 άρ.22 παρ.3 ν.2190/1920 άρ.211 ΑΚ άρ.713 ΑΚ άρ.61 ΑΚ άρ.65 ΑΚ άρ.67 ΑΚ άρ.68 ΑΚ άρ.70 ΑΚ. Και αυτό, γιατί το στοιχείο αυτό δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά στο κύρος της σύμβασης ΑΠ 2162/2013 σκέψ.II. Αν, όμως, στην παραπάνω περίπτωση, ο αντίδικος αντισυμβαλλόμενος του νομικού προσώπου αμφισβητήσει το κύρος της σύμβασης λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, το νομικό πρόσωπο πρέπει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση να προτείνει και να αποδείξει τη συνδρομή των στοιχείων επί των οποίων θεμελιώνεται η εξουσία του ενεργήσαντος ως αντιπροσώπου του, και το Δικαστήριο να προσδιορίσει στην απόφασή του το φυσικό πρόσωπο το οποίο ανέλαβε για λογαριασμό του νομικού προσώπου τη συμβατική υποχρέωση και νομίμως εκπροσώπησε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των σχετικών διατάξεων ΑΠ 2162/2013 σκέψ.II άρ.18 παρ.2 ν.2190/1920 άρ.22 παρ.3 ν.2190/1920 άρ.211 ΑΚ άρ.713 ΑΚ άρ.61 ΑΚ άρ.65 ΑΚ άρ.67 ΑΚ άρ.68 ΑΚ άρ.70 ΑΚ. Αν η αξία του αντικειμένου της δίκης δεν αναφέρεται στην αγωγή, μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις 163/2013 Εφ.Δωδεκανήσου 2369/2007 Εφ.Αθηνών. Αν η ιστορική βάση της προσεπίκλησης και παρεμπίπτουσας αγωγής περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος ήταν ο προσεπικαλούμενος τρίτος, η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμω αβάσιμη ΑΠ 415/2010 άρ.88 ΚΠολΔ. Αν η ένσταση συμψηφισμού προτείνει να γίνει συμψηφισμός μιας απαίτησης με απαίτηση από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, η ένσταση είναι μη νόμιμη ΑΠ 194/2012. Αόριστη νομική έννοια είναι η έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της ΑΠ 533/2016 σκέψ.6.

Αοριστία αγωγής εργολαβικής αμοιβής

Αν η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, είναι ορισμένη: Αν στην αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη δεν εκτίθεται η αγωγή δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο αυτό. Ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης έργου δεν ανήκει στα θεμελιωτικά γεγονότα της αγωγής, με την έννοια της πληρότητας της ιστορικής βάσης της, και, αν λείπει το στοιχείο αυτό, η αγωγή δεν είναι κατ' αρχήν αόριστη ΑΠ 508/2008 σκέψ.I. Αν λόγω ειδικών περιστάσεων, όπως της παρεμβολής χρονικώς περισσότερων δικαίων, διάφορων κατά περιεχόμενο, ανακύπτει θέμα εφαρμογής ενός από αυτά, ή αν το στοιχείο του χρόνου παρεμβαίνει στον καθορισμό του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, ή αν το στοιχείο αυτό συνδέεται προς την ίδια την ουσία της επιδιωκόμενης κατάστασης, όπως αυτή καθορίσθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, και λείπει από την αγωγή ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης έργου, η αγωγή είναι αόριστη ΑΠ 508/2008 σκέψ.I. Αν ο τόπος συνομολόγησης της σύμβασης δεν επηρεάζει την τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, ο τόπος συνομολόγησης δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής ΑΠ 508/2008 σκέψ.I.

Ορισμένο αγωγής δανείου

Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται: Αν δεν αναφέρεται ρητά στο δικόγραφο της αγωγής ότι η μεταβίβαση των χρημάτων έγινε κατά κυριότητα, αλλά αυτό υπονοείται από φράσεις που περιλαβάνονται στην αγωγή, όπως ότι το δάνειο αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση οικονομικών υποχρεώσεων του οφειλέτη, και ότι οι σχετικές καταθέσεις έγιναν σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί ο οφειλέτης στην Ελλάδα, η αγωγή δεν είναι αόριστη από τον λόγο μόνο αυτό ΑΠ 1182/2019. Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται: Και αυτό, γιατί με τον τρόπο αυτό καταρτίζεται η ετεροβαρής σύμβαση δανείου ΑΠ 1598/2003 άρ.806 ΑΚ. Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται: Είναι δυνατή η κατάρτιση δανείου και χωρίς την πραγματική και άμεση παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη, με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, αν ο δανειστής συμφωνεί με τον οφειλέτη το χρηματικό ποσό που οφείλεται από άλλη αιτία να παραμείνει στον οφειλέτη ως δάνειο ΑΠ 1417/2007 σκέψ.I άρ.361 ΑΚ. Το δάνειο αυτό (συναινετικό) περιέχει τα στοιχεία του άρ.806 ΑΚ, καθώς η υποχρέωση προς παράδοση του δανείσματος εκπληρώνεται δια της καταβολής που έχει γίνει ήδη στα χέρια του οφειλέτη ΑΠ 1417/2007 σκέψ.I. Για το ορισμένο της αγωγής απόδοσης δανείου, στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει να αναφέρονται: Δεν αποτελούν αναγκαίο στοιχείο της αγωγής απόδοσης δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα: Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος, και ιδιαίτερα με εξουσία ανάλωσής του από τον δανειζόμενο, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας του δανείου, νοείται όμως γενικά και αφηρημένα, και όχι ως ο σκοπός για τον οποίο ο δανειζόμενος πρόκειται να χρησιμοποιήσει το δάνεισμα στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II άρ.806 ΑΚ. Ο σκοπός χρησιμοποίησης του δανείσματος, όχι μόνο δεν είναι ουσιώδες στοιχείο του δανείου, αλλά, κατά κανόνα, δεν έχει καμία νομική σημασία ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου του οφειλέτη από τον δανειστή ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II. Είναι όμως πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου που ενεργεί ως εντολοδόχος του δανειστή ή του οφειλέτη ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II. Το αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από τον δανειστή, ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη, είναι αδιάφορο, καθώς η διάταξη του άρ.806 ΑΚ δεν διακρίνει ΑΠ 609/2005 άρ.806 ΑΚ. Έμμεση μεταβίβαση αποτελεί και η μεταβίβαση δια προφορικής έκταξης, δυνάμει της οποίας ο δανείζων εκτάσσει προφορικά τρίτον να καταβάλει για λογαριασμό του στον δανειζόμενο ΑΠ 609/2005. Στη μεταβίβαση δια προφορικής έκταξης, η καταβολή του τρίτου προς τον δανειζόμενο υποκαθιστά την καταβολή του δανειστή προς τον δανειζόμενο, έκτοτε δε η σύμβαση θεωρείται τελειωμένη ΑΠ 609/2005. Η κατά τα παραπάνω μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης, κατά τρόπο ώστε αν αυτή ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, αλλά η μεταβίβαση της κυριότητας αποτελεί προϋπόθεση της δανειστικής σύμβασης, επιβαλλόμενη από το άρ.806 ΑΚ, το οποίο δεν είναι αναγκαστικού δικαίου ΑΠ 609/2005 άρ.806 ΑΚ. Η διάταξη του άρ.806 ΑΚ δεν είναι αναγκαστικού δικαίου ΑΠ 609/2005 άρ.806 ΑΚ. Αν η αγωγή δεν προσδιορίζει αν η αντίστοιχη δόση του δανείσματος έγινε προς τον εναγόμενο αυτοπροσώπως από τον δανειστή ή μέσω άμεσου αντιπροσώπου, η αγωγή δεν στερείται αναγκαίου για την πληρότητά της στοιχείου, καθώς σε καθεμία αντίστοιχη περίπτωση τα αποτελέσματα της σύμβασης επέρχονται αμέσως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου εναγομένου ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II. Απόρροια τούτου είναι ότι μεταγενέστερος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δόση του δανείσματος έγινε προς κατονομαζόμενο τρίτο πρόσωπο ως άμεσο αντιπρόσωπο του εναγομένου και μέσα στα όρια της αντιπροσώπευσης, αποτελεί όχι μεταβολή της βάσης της αγωγής, αλλά διευκρίνιση αυτής, και γι' αυτό προτείνεται παραδεκτά έως την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση της αγωγής, και αν προταθεί έτσι θεωρείται ως εξ αρχής περιεχόμενος στην αγωγή ΑΠ 1802/2007 σκέψ.II.

Ένσταση δεδικασμένου

Το δεδικασμένο εμποδίζει το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι ΑΠ 560/2016 άρ.321 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης ΑΠ 560/2016 άρ.322 ΚΠολΔ. Δεδικασμένο δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες αποφάσεις ΑΠ 560/2016. Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δημιουργούν δεδικασμένο, ακόμη και αν είναι εσφαλμένες ΑΠ 560/2016 κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος τους ΑΠ 1752/2008. Το δεδικασμένο απορρέει από τις τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Το δεδικασμένο εκτείνεται Το ουσιαστικό δεδικασμένο (σε αντιπαραβολή με το τυπικό δεδικασμένο ή την τελεσιδικία της απόφασης) εμποδίζει να αμφισβητηθεί μεταξύ των ίδιων προσώπων και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση που το στηρίζει, δηλαδή το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν ότι απορρέουν από την έννομη σχέση και όχι τα πραγματικά γεγονότα που τη γέννησαν ή αναλόγως την κατέλυσαν ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο όλο, ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, και συγκεκριμένα: Αν το δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμοδιο να κρίνει για αναγκαίο παρεμπίπτον ζήτημα, και στερείται δικαιοδοσίας να κρίνει το ζήτημα αυτό κατά την ειδική διαδικασία κατά την οποία δικάζει, το παρεμπίπτον ζήτημα που κρίθηκε δεν καλύπτεται με δεδικασμένο σε άλλη δίκη όπου το ζήτημα αυτό εμφανίζεται ως κύριο ή παρεμπίπτον ζήτημα ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Τέτοιο παρεμπίπτον ζήτημα είναι το ζήτημα της κυριότητας στο απαλλοτριωμένο ακίνητο στη δίκη για αναγνώριση δικαιούχων αποζημίωσης κατά την ειδική διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων αποζημίωσης οφειλόμενης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου κατ' άρ.26 ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), στην οποία διαδικασία η απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Το δεδικασμένο υπάρχει αν Το δεδικασμένο δεσμεύει Το συζητητικό σύστημα ισχύει στην πολιτική δίκη κατ' άρ.106 ΚΠολΔ ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Η επέκταση του δεδικασμένου σε τρίτα πρόσωπα απλώς και μόνο επειδή η διαφορά τους είναι όμοια κατά την ιστορική και νομική αιτία της με το αντικείμενο δίκης στην οποία δεν μετείχαν αποκλείεται ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Τα υποκειμενικά όρια του δεδικασμένου ισχύουν και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως από την απόφαση και καταλαμβάνονται από το δεδικασμένο με τις προϋποθέσεις του άρ.331 ΚΠολΔ, δηλαδή αν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα ΑΠ 256/2011 σκέψ.4 άρ.331 ΚΠολΔ. Το δεδικασμένο έχει θετική ενέργεια και αρνητική ενέργεια ΑΠ 560/2016. Ως θετική ενέργεια του δεδικασμένου νοείται ότι το δικαστήριο, στο οποίο ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα το δικαίωμα που έχει κριθεί με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την προηγούμενη τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνοντας αυτό ως αμάχητη αλήθεια ΑΠ 560/2016. Ως αρνητική ενέργεια του δεδικασμένου νοείται ότι, αν ασκηθεί νέα αγωγή για το δικαίωμα που καλύπτεται από το δεδικασμένο, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη ΑΠ 560/2016. Αν η αγωγή απορριφθεί για τυπικό λόγο, όπως νομική ή ποιοτική αοριστία, και η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής ΑΠ 1802/2008. Ως κριθέν δικονομικό ζήτημα νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω έλλειψης μιας ή περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες αναφέρονται Αν η απόφαση απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, η απόφαση δεν λύει το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος του οποίου έγινε επίκληση ΑΠ 190/2008. Αν η απόφαση απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, το ουσιαστικό δικαίωμα του οποίου έγινε επίκληση εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής ΑΠ 190/2008. Και αυτό, γιατί η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει τον συγκεκριμένο λόγο απόρριψης της αγωγής ΑΠ 190/2008. Αν η απόφαση απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, και ασκηθεί νέα αγωγή όμοια με την προηγούμενη, δηλαδή αγωγή που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, και το δικαστήριο λάβει γνώση της απόρριψης της παλιάς αγωγής κατ' άρ.322 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ, το δικαστήριο θα απορρίψει τη νέα αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋπόθεσης, χωρίς να ερευνήσει αν το προηγούμενο δικαστήριο έκρινε ορθώς ή εσφαλμένως ΑΠ 190/2008 άρ.322 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν η απόφαση απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, και ασκηθεί νέα αγωγή που συμπληρώνει την έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης που επέφερε το απαράδεκτο, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο, και η νέα αγωγή δεν είναι απαράδεκτη από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ 190/2008. Αν η απόφαση απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης νομιμοποίησης του ενάγοντα, και ασκηθεί νέα αγωγή με την ίδια ιστορική και νομική βάση και με διαφορετικό αίτημα που συμπληρώνει την έλλειψη νομιμοποίησης, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το δεδικασμένο της απορριπτικής απόφασης για την πρώτη αγωγή ΑΠ 190/2008 άρ.322 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν εκδόθηκαν δύο ή περισσότερες δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες παράγουν δεδικασμένο, αφορούν την ίδια έννομη σχέση και τους ίδιους διαδίκους και αντιφάσκουν μεταξύ τους, οι αποφάσεις αυτές δεν καθίστανται ανενεργείς αυτοδικαίως ΑΠ 560/2016 άρ.321 ΚΠολΔ άρ.322 ΚΠολΔ άρ.324 ΚΠολΔ άρ.544 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.544 παρ.8 ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή ισχύει κατ' αρχήν το δεδικασμένο που προέρχεται από τη νεότερη απόφαση, με βάση την ημερομηνία έκδοσης, αν αυτή δεν υπόκειται πλέον σε αναίρεση ή αναψηλάφηση, ενόψει και των διατάξεων που ορίζουν αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση αναψηλάφησης προς εξαφάνιση της δεύτερης απόφασης ΑΠ 560/2016 άρ.544 αριθ.1 ΚΠολΔ άρ.545 παρ.3 περ.α ΚΠολΔ άρ.549 παρ.2 ΚΠολΔ. Από την ανωτέρω αρχή, κατά την οποία υπερισχύει το δεδικασμένο που πηγάζει από την νεότερη απόφαση, δικαιολογείται παρέκκλιση, αν από τη διαμόρφωση της διαδικασίας, η προγενέστερη απόφαση παρουσιάζει περισσότερα εχέγγυα ορθότητας, οπότε αυτή πρέπει να υπερισχύει ΑΠ 560/2016. Υπερισχύουσα εγγύηση ορθής κρίσης γίνεται δεκτό ότι υπάρχει, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, Ο παρεμπίπτων έλεγχος διοικητικής πράξης από τα πολιτικά δικαστήρια έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη που θεωρούν άκυρη κλπ., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 246/2019. Στις δίκες της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν γίνεται δεσμευτική διάγνωση εννόμων σχέσεων, όπως ισχύει στις διαγνωστικές δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας, αλλά διατάσσονται τα κατάλληλα ρυθμιστικά μέτρα σε σχέση με τη νομική κατάσταση και λειτουργία φυσικού ή νομικού προσώπου ΑΠ 353/2012. Στην εκούσια δικαιοδοσία αντικείμενο της δίκης δεν είναι, ούτε επιτρέπεται να είναι, η δεσμευτική διάγνωση ιδιωτικών δικαιωμάτων, αλλά σκοπός της είναι η λήψη ρυθμιστικών μέτρων (πχ. η διόρθωση ληξιαρχικών πράξεων) ΑΠ 560/2016. Η εκούσια δικαιοδοσία συνίσταται στη διάπλαση ορισμένης έννομης σχέσης, και στη σιωπηρή αυθεντική διάγνωση της διάπλασης αυτής, χωρίς να προηγηθεί αυθεντική αναγνώριση ιδιωτικού δικαιώματος, όχι δηλαδή η δεσμευτική διάγνωση της ισχύος ή μη κάποιου ιδιωτικού δικαιώματος ΑΠ 560/2016. Ακόμη και αν η εξέταση ιδιωτικού δικαιώματος αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για τη λήψη του ζητούμενου ρυθμιστικού μέτρου εκούσιας δικαιοδοσίας, η παρεμπίπτουσα εξέταση του προδικαστικού αυτού ζητήματος από το δικαστήριο δεν εξοπλίζεται με δεδικασμένο ΑΠ 560/2016. Οι αποφάσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας δεν αναπτύσσουν δεδικασμένο, ούτε ως προς το κύριο ούτε ως προς το προδικαστικό ζήτημα, και δεν έχουν εφαρμογή στην εκούσια δικαιοδοσία τα άρ.322 ΚΠολΔ, άρ.324 ΚΠολΔ, και άρ.331 ΚΠολΔ ΑΠ 560/2016. Και αυτό, γιατί στην εκούσια δικαιοδοσία δεν κρίνονται δικαιώματα, η διάγνωση των οποίων αποτελεί υπόθεση της δημιουργίας δεδικασμένου ΑΠ 560/2016. Αν πρόκειται για γνήσια ιδιωτική διαφορά, η οποία παραπέμπεται από νόμο στην ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η απόφαση που εκδίδεται γι' αυτή γίνεται δεκτό ότι αναπτύσσει δεδικασμένο που δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρ.778 ΚΠολΔ ΑΠ 560/2016. Και αυτό, γιατί αλλιώς η παρεχόμενη σε τέτοια διαφορά προστασία θα ήταν ασυμβίβαστη με τη φύση της, φαλκιδευμένη και αναιμική, με συνέπεια την αντίθεση της προστασίας αυτής στο άρ.20 Συντάγματος και άρ.6 παρ.1 ΕΣΔΑ ΑΠ 560/2016. Η τακτική διαδικασία και η ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επί γνήσιας ιδιωτικής διαφοράς είναι ισάξιες όσον αφορά τα εχέγγυα ορθότητας των αποφάσεων που εκδίδονται κατ' αυτές ΑΠ 560/2016. Το δεδικασμένο πηγάζει κατά λογική αναγκαιότητα από τον σκοπό της πολιτικής δίκης ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Το δεδικασμένο αποτυπώνει το τέλος ενεργοποίησης του δικαιοδοτικού οργανισμού, που έχει τεθεί σε κίνηση προκειμένου να αποκατασταθούν οι διαταραγμένες ισορροπίες στον χώρο του ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Το δεδικασμένο αποτελεί έννομη συνέπεια της δικαστικής απόφασης που διασφαλίζει τη δεσμευτικότητα του περιεχομένου της ΑΠ 256/2011 σκέψ.4. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων κρίνονται σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων ΑΠ 1316/1987.

Ένσταση καταλυτική της αγωγής

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, σε αντίκρουση αγωγής περί καταβολής ΦΠΑ που αναλογεί σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ότι στην τελική συμφωνημένη αμοιβή περιλαμβάνονταν και ο ΦΠΑ, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής ΑΠ 90/2005 άρ.361 ΑΚ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του ΑΠ 90/2005 άρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ένσταση εξόφλησης

Στοιχεία για το ορισμένο του ισχυρισμού περί εξόφλησης είναι Κατά μια άποψη, αν η ένσταση εξόφλησης της οφειλής από τρίτο δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε το ποσό στο όνομά του, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατά την καταβολή γνώριζε ότι υπήρχε οφειλή του οφειλέτη προς τον δανειστή, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε προς το σκοπό απόσβεσης αυτής της οφειλής, η ένσταση είναι αόριστη 206/1988 Εφ.Αθηνών. Η ένσταση εξόφλησης είναι καταχρηστική ένσταση ΑΠ 764/2015 άρ.416 ΑΚ. Αν η ένσταση εξόφλησης στηρίζεται σε επίκληση δήλωσης του μισθωτού περί του ότι πληρώθηκε όλες τις απαιτήσεις του, και πρόκειται για μια και μόνη απαίτηση του μισθωτού, και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, η ένσταση είναι ορισμένη ΑΠ 1405/2006. Αν η ένσταση εξόφλησης στηρίζεται σε επίκληση δήλωσης του μισθωτού περί του ότι πληρώθηκε όλες τις απαιτήσεις του, και πρόκειται για περισσότερες από μια απαιτήσεις του μισθωτού, και δεν γίνεται ειδικότερη ανάλυση του ποσού που καταβλήθηκε για την κάθε μια αιτία, η ένσταση εξόφλησης είναι αόριστη, ακόμη και αν αναφέρεται το συνολικό καταβληθέν ποσό ΑΠ 1405/2006. Η ένσταση του εργοδότη περί εξόφλησης δεν είναι ορισμένη, αν ασκούνται με την αγωγή αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας, και προσκομίζονται από τον εργοδότη έγγραφες αποδείξεις του εργαζομένου για καταβολή σ' αυτόν χρηματικών ποσών που υπερκαλύπτουν τις αγωγικές αξιώσεις, χωρίς να αναφέρουν την αιτία καταβολής κάθε επί μέρους ποσού ΑΠ 1405/2006. Και αυτό, γιατί δεν αναφέρεται στις αποδείξεις η αιτία καταβολής των ποσών αυτών, και δεν αποκλείεται να καταβλήθηκαν προς εξόφληση άλλων αξιώσεων του εργαζομένου που δεν περιλήφθηκαν στην αγωγή, και μόνο με τις διευκρινίσεις αυτές είναι εφικτός ο δικαστικός έλεγχος και η προστασία του εργαζομένου από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών ΑΠ 667/2019 σκέψ.7 ΑΠ 1405/2006 άρ.3 ΑΚ άρ.174 ΑΚ άρ.679 ΑΚ άρ.8 ν.2112/1920 άρ.8 παρ.4 νδ.4020/1959. Για τον λόγο αυτό, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να χορηγεί κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα, ή, αν εφαρμόζει μηχανογραφικό σύστημα, ανάλυση μισθοδοσίας, που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις κάθε φύσης αποδοχές του προσωπικού και τις κρατήσεις που έγιναν σ' αυτές ΑΠ 667/2019 σκέψ.7 ΑΠ 1405/2006 άρ.18 παρ.1 ν.1082/1980 άρ.26 παρ.9 περ.ε αν.1846/1951 άρ.20 παρ.2 ν.1469/1984. Αν με την αγωγή ασκούνται περισσότερες αξιώσεις, πηγάζουσες από διαφορετικές αιτίες, δεν αρκεί να αναφέρεται στην απόφαση που δέχεται τον σχετικό περί εξόφλησης ισχυρισμό του εναγομένου, ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις του ενάγοντος εξοφλήθηκαν, αλλά πρέπει να προσδιορίζεται το δικαιούμενο για την κάθε αξίωση ποσό, και το καταβληθέν για κάθε αξίωση ποσό ΑΠ 1405/2006. Και αυτό, γιατί διαφορετικά καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, καθώς ενδέχεται το καταβληθέν ποσό να είναι μικρότερο του οφειλόμενου ΑΠ 1405/2006. Αν η αγωγή περιλαμβάνει περισσότερα αγωγικά κονδύλια (όπως επί εργατικών διαφορών για αποδοχές, επιδόματα, προσαυξήσεις για παροχή υπερεργασιακής εργασίας κλπ.), και ο εναγόμενος έχει καταβάλει χρηματικά ποσά για την εξόφληση κονδυλίων της αγωγής, για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται τα ποσά που κατέβαλε ο εναγόμενος στον ενάγοντα, και μάλιστα χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, καθώς οι καταβολές αυτές θεμελιώνουν ένσταση εξόφλησης εκ μέρους του εναγόμενου, και όχι ισχυρισμό του ενάγοντα ΑΠ 1004/2017 άρ.416 ΑΚ. Αν η αγωγή περιλαμβάνει περισσότερα αγωγικά κονδύλια, και στο δικόγραφο της αγωγής αναφέρεται το ποσό που έχει καταβάλει συνολικά ο εναγόμενος στον ενάγοντα προς εξόφληση κονδυλίων της αγωγής, χωρίς να αναφέρεται το ύψος της καταβολής χωριστά για κάθε επί μέρους αγωγικό κονδύλιο, η αγωγή δεν είναι αόριστη ως προς τα επί μέρους κονδύλια ΑΠ 1004/2017. Στην περίπτωση αυτή, αν υπάρχει και παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, και μετά την αφαίρεση του συνολικά καταβληθέντος ποσού από το άθροισμα των επί μέρους διαφορετικών αξιώσεων του ενάγοντος δεν είναι πλέον εφικτός ο προσδιορισμός του ύψους της κάθε επί μέρους οφειλής κατά κεφάλαιο, αναλόγως της αιτίας αυτής, επί της οποίας γεννώνται τόκοι από τότε που αυτή κατέστη απαιτητή, η αγωγή είναι αόριστη ως προς το αίτημα των τόκων, χωρίς βέβαια τούτο να αποκλείει την σε κάθε περίπτωση εμπεριεχόμενη στο ως άνω παρεπόμενο αίτημα επιδίκαση τόκων από την επίδοση της αγωγής άρ.346 ΑΚ, ή από την τυχόν προηγηθείσα αυτής όχληση για την καταβολή των διαφορών άρ.340 ΑΚ, ή από το τέλος κάποιου χρονικού σημείου (πχ. από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν οι διαφορές αποδοχών), αν αυτό καθίσταται εφικτό στη συγκεκριμένη περίπτωση ΑΠ 1004/2017 άρ.341 ΑΚ. Η ως άνω αναφορά του συνολικά καταβληθέντος ποσού ενέχει καθ' υποφοράν άρνηση της τυχόν ένστασης του εναγόμενου περί περαιτέρω καταβολών ΑΠ 1004/2017. Αν η αγωγή ήταν απαράδεκτη, αόριστη, ή νόμικά αβάσιμη, και έγινε πρωτόδικα δεκτή ως ουσία βάσιμη, και ο εναγόμενος παραπονείται με την έφεσή του για την κατ' ουσία παραδοχή της αγωγής, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως να διαγνώσει τις παραπάνω ελλείψεις, και να απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, ή νομικά αβάσιμη, ακόμη και αν δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης εκ μέρους του εκκαλούντος - εναγομένου ΑΠ 1004/2017.

Ένσταση συμψηφισμού

Το διαπλαστικό δικαίωμα του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις, οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν ΑΠ 764/2015 άρ.440 ΑΚ άρ.441 ΑΚ. Από τη στιγμή που οι δύο παραπάνω απαιτήσεις συνυπάρξουν, ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό ΑΠ 764/2015 άρ.440 ΑΚ άρ.441 ΑΚ. Με την πρόταση του συμψηφισμού, οι αμοιβαίες απαιτήσεις, αν διατηρούνται κατά το χρονικό αυτό σημείο, αποσβήνονται αναδρομικά, δηλαδή από το χρονικό σημείο που συνυπήρξαν ΑΠ 764/2015 άρ.440 ΑΚ άρ.441 ΑΚ. Και αυτό, αδιάφορα του πότε θα γίνει η πρόταση του συμψηφισμού ΑΠ 764/2015. Ο συμψηφισμός μπορεί να προταθεί: Αν ο συμψηφισμός προτάθηκε εξώδικα, και ο διάδικος επικαλεστεί τον (μονομερή ή συμβατικό) συμψηφισμό σε δίκη, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί καταχρηστική ένσταση συμψηφισμού ΑΠ 764/2015. Αν ο συμψηφισμός προτάθηκε εξώδικα, αποτελεί απλή ένσταση εξόφλησης με συμψηφισμό ΑΠ 764/2015. Αν ο συμψηφισμός προτάθηκε κατά τη διάρκεια της δίκης, με τη μορφή ένστασης κατά της αγωγής, αποτελεί γνήσια ένσταση συμψηφισμού ΑΠ 764/2015 άρ.442 ΑΚ. Σκοπός της ένστασης συμψηφισμού που προτείνεται κατά τη διάρκεια της δίκης είναι η απόσβεση της επίδικης απαίτησης αναδρομικά, δηλαδή από το χρονικό σημείο που δημιουργήθηκε η κατάσταση συμψηφισμού ΑΠ 764/2015. Ως ένσταση συμψηφισμού χαρακτηρίζονται μόνο Ο συμψηφισμός επιφέρει την, δια συνυπολογισμού, απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων υφισταμένων αμοιβαίων, ομοειδών κατ' αντικείμενο, και ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων ΑΠ 782/2014 άρ.440 ΑΚ άρ.441 εδ.2 ΑΚ. Ο συμψηφισμός συντελείται με δήλωση μονομερή, απευθυντέα προς τον άλλον ΑΠ 782/2014 άρ.441 εδ.1 ΑΚ. Η περί συμψηφισμού δήλωση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο ΑΠ 782/2014. Η περί συμψηφισμού δήλωση δεν υπόκειται σε ανάκληση ΑΠ 782/2014. Το αποσβεστικό αποτέλεσμα του συμψηφισμού επέρχεται είτε η σχετική δήλωση προβληθεί στο δικαστήριο είτε εξωδίκως ΑΠ 782/2014. Η σχετική δήλωση είναι δυνατό να προβληθεί και κατά την εκτέλεση, αν η σχετική ανταπαίτηση αποδεικνύεται παραχρήμα, δηλαδή με έγγραφο ή δικαστική ομολογία ΑΠ 782/2014 άρ.442 ΑΚ. Κατά τον χρόνο επίκλησης του συμψηφισμού πρέπει να υφίσταται κατά νόμο η απαίτηση, δηλαδή να είναι έγκυρη και να μην υπόκειται σε κάποια ουσιαστική ένσταση, αναβλητική ή ανατρεπτική, χωρίς να εξετάζεται ο μετέπειτα διαρρέων χρόνος από την άποψη του αποτελέσματος που ήδη επήλθε ΑΠ 782/2014. Αν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των μερών περί απόσβεσης αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό, και η συμφωνία δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς, και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλο ΑΠ 782/2014 άρ.361 ΑΚ άρ.174 ΑΚ άρ.178 ΑΚ. Αν υπάρχει οφειλή προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και οι ΟΤΑ, και η οφειλή δεν έχει βεβαιωθεί στο δημόσιο ταμείο, και ο οφειλέτης έχει ανταπαίτηση κατά του εν λόγω νομικού προσώπου, και προτείνεται συμψηφισμός των απαιτήσεων, ο συμψηφισμός των απαιτήσεων είναι επιτρεπτός υπό τις προϋποθέσεις των άρ. 440 – 442 ΑΚ ΑΠ 782/2014. Αν υπάρχει οφειλή προς το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, μεταξύ των οποίων και οι ΟΤΑ, και η οφειλή έχει βεβαιωθεί στο δημόσιο ταμείο, και ο οφειλέτης έχει ανταπαίτηση κατά του εν λόγω νομικού προσώπου, και προτείνεται συμψηφισμός των απαιτήσεων, ο συμψηφισμός των απαιτήσεων είναι επιτρεπτός υπό τις προϋποθέσεις του άρ.83 ΚΕΔΕ ΑΠ 782/2014.

Ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας

Η καθ' ύλην αναρμοδιότητα του δικαστηρίου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ΑΠ 1164/2013 άρ.46 εδ.1 ΚΠολΔ. Το κύριο αίτημα της αγωγής είναι καθοριστικό για τον προσδιορισμό της καθ' ύλην αρμοδιότητας ΑΠ 1750/2014. Αν το κύριο αίτημα της αγωγής ανήκει στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, και το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο ΑΠ 1750/2014. Αν στην αγωγή υπάρχει αίτημα αναγνώρισης υποχρέωσης των εναγομένων σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, και ταυτόχρονα αίτημα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν κάθε ενεστώσα και μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντα, κύριο αίτημα της αγωγής είναι το αναγνωριστικό ΑΠ 1750/2014. Αν στην αγωγή υπάρχει αίτημα απόδοσης δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα, και αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης του εναγομένου, το αίτημα για απαγγελία προσωπικής κράτησης του εναγομένου είναι παρεπόμενο ΑΠ 889/2010 σκέψ.2. Η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα ρυθμίζονται από τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά ΑΠ 566/1986 άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν νεότερος νόμος ορίζει ότι, μέχρι την "πλήρη εκκαθάριση" των έννομων σχέσεων που καταρτίστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιότερου νόμου, τότε και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα επί των σχέσεων αυτών ισχύει ο παλαιότερος δικονομικός νόμος ΑΠ 566/1986.

Ένσταση αντισυνταγματικότητας

Αν ο δικαστής κρίνει ότι ο νόμος δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, οφείλει να μην εφαρμόσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό Ολομ. ΑΠ 27/2008 άρ.25 παρ.1 Συντάγματος. Η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται Η κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν όταν το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο Ολομ. ΑΠ 27/2008. Η κρατική παρέμβαση είναι αναλογική εν στενή εννοία όταν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται Ολομ. ΑΠ 27/2008. Ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το απαραίτητο μέτρο για την πραγματοποίηση του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή ΣτΕ 2457/2018 σκέψ.14. Αν γίνει από τον νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική ΑΠ 106/2008 άρ.4 παρ.1 Συντάγματος. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, γιατί μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την παραβίαση της αρχής της ισότητας ΑΠ 106/2008 άρ.4 παρ.1 Συντάγματος. Η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου, δεσμεύει για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου το οποίο έλυσε και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις ΑΠ 9/2014. Αν η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου κηρύσσει νόμο ως αντισυνταγματικό, αποτελεί λόγο αναψηλάφησης κάθε απόφασης, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής, και ισοδυναμεί με νομοθετική μεταβολή, και επάγεται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας ΑΠ 9/2014.

Σώρευση αγωγών

Σώρευση αγωγών είναι το δικαίωμα της άσκησης από ένα πρόσωπο περισσότερων αγωγών για το ίδιο πράγμα ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006. Η από το ουσιαστικό δίκαιο συρροή αξιώσεων διαφέρει από τη σώρευση αγωγών ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006. Αν βάσει των ίδιων περιστατικών συρρέουν οι αξιώσεις από περισσότερες νομικές βάσεις, και οι αξιώσεις αφορούν την ίδια παροχή, η οποία απλώς θεμελιώνεται σε διαφορετικές νομικές βάσεις, πρόκειται για συρροή των περισσότερων νομικών βάσεων της ίδιας ενιαίας αξίωσης ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Στη συρροή περισσότερων νομικών βάσεων της ίδιας ενιαίας αξίωσης, ο δανειστής δικαιούται να στηρίξει την ενιαία αξίωσή του σε οποιαδήποτε από τις περισσότερες βάσεις της ή και σε όλες κατά τρόπο ισοδύναμο ή επικουρικό ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Αν βάσει των ίδιων περιστατικών συρρέουν οι αξιώσεις από περισσότερες νομικές βάσεις, και οι αξιώσεις κατατείνουν σε διαφορετικές παροχές, πρόκειται για γνήσια συρροή αξιώσεων ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Στη γνήσια συρροή αξιώσεων, οι αξιώσεις διατηρούν την αυτοτέλεια της παραγραφής τους, δηλαδή, ενδεικτικά, η τυχόν συντομότερη παραγραφή της συμβατικής αξίωσης δεν επηρεάζει τη μακρότερη παραγραφή της αξίωσης από την αδικοπραξία ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Στη γνήσια συρροή αξιώσεων, ο δανειστής δικαιούται να ασκήσει όποια από τις περισσότερες αξιώσεις του ο ίδιος προκρίνει ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Στη γνήσια συρροή αξιώσεων, ο δανειστής μπορεί να ασκήσει τις περισσότερες συρρέουσες αξιώσεις του από κοινού μόνο επικουρικά τη μια της άλλης, καθώς δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση σωρευτικά όλων των αξιώσεων αυτών, αλλά η ικανοποίηση της μιας επιφέρει την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν κάποια απ' αυτές έχει ευρύτερο αντικείμενο, οπότε σώζεται κατά το επιπλέον ΑΠ 1596/2014 σκέψ.2. Αν οι συρρέουσες κατά το ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεις ενώθούν στο ίδιο δικόγραφο, πρόκειται για σώρευση συρρεουσών αγωγών ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006. Η δικονομικού δικαίου σώρευση αγωγών προβλέπεται από το άρ.218 ΚΠολΔ (αντικειμενική σώρευση) ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006 άρ.218 ΚΠολΔ. Αντικειμενική σώρευση αγωγών υπάρχει όταν ενώνονται στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αιτήσεις του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου, δηλαδή αιτήσεις παροχής δικαστικής προστασίας ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006. Η αντικειμενική σώρευση αγωγών επιτρέπεται κατά νόμο μόνο αν Η αντικειμενική σώρευση αγωγών αποτελεί δικαίωμα για τον ενάγοντα ΑΠ 952/2015 ΑΠ 631/2006. Η αντικειμενική σώρευση αγωγών εναπόκειται στη βούληση του ενάγοντος, καθώς Αν σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές (αιτήσεις) χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, όπως επί σώρευσης αντιφατικών αγωγών, δεν επέρχεται ακυρότητα του δικογράφου ΑΠ 631/2006. Αν σωρευτούν στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές (αιτήσεις) χωρίς τη συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων, όπως επί σώρευσης αντιφατικών αγωγών, διατάσσεται από το δικαστήριο, με οριστική απόφαση, ο χωρισμός τους ΑΠ 631/2006 άρ.218 παρ.2 ΚΠολΔ. Ο χωρισμός των υποθέσεων στην περίπτωση αυτή τέθηκε προς άρση των αμφισβητήσεων που είχαν ανακύψει κατά το προϊσχύον δίκαιο ΑΠ 631/2006 άρ.218 παρ.2 ΚΠολΔ. Η απαγόρευση της ένωσης στο ίδιο δικόγραφο αντιφατικών αγωγών ισχύει μόνο αν σωρεύονται παράλληλα στο ίδιο δικόγραφο περισσότερες αγωγές, και όχι αν η μια από τις αγωγές ασκείται ως κυρία και οι άλλες ως επιβοηθητικές ΑΠ 631/2006. Αν η μία από τις αγωγές ασκείται ως κυρία και οι άλλες ως επιβοηθητικές, και οι σωρευόμενες αγωγές είναι αντιφατικές, η αντίφαση αυτή δεν καθιστά αόριστο και άκυρο το δικόγραφο ΑΠ 631/2006. Αγωγή υπό αίρεση δεν επιτρέπεται ΑΠ 631/2006 άρ.219 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο ενάγων μπορεί, για την περίπτωση που απορριφθεί η πρώτη βάση ή αίτηση της αγωγής να τη στηρίξει σε άλλη βάση ή να υποβάλει άλλη αίτηση που στηρίζεται στην ίδια ή σε άλλη βάση ΑΠ 631/2006 άρ.219 παρ.1 ΚΠολΔ. Η επιβοηθητική άσκηση αγωγής μπορεί να γίνει με το ίδιο ή άλλο δικόγραφο ΑΠ 631/2006 άρ.219 παρ.2 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο δικαιούται να δικάσει τις, υπό την αίρεση της απόρριψης άλλης βάσης ή αιτήματος, προβαλλόμενες βάσεις της αγωγής ή αιτήματα μετά την πλήρωση της αίρεσης, δηλαδή μετά την απόρριψη της προηγούμενης βάσης ή αιτήματος ΑΠ 631/2006. Το δικαστήριο δύναται, βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενέργειας, να επιληφθεί νόμιμα και των επικουρικών βάσεων και αιτημάτων πριν από την πλήρωση της αίρεσης που τέθηκε, για να προετοιμάσει την ουσιαστική τους έρευνα, διατάσσοντας τις δέουσες αποδείξεις ΑΠ 631/2006. Η αρχή της οικονομίας της δίκης και δικαστικής ενέργειας δεν διατυπώνεται ρητά στον ΚΠολΔ, αλλά προκύπτει από πολλές διατάξεις του ΑΠ 631/2006 άρ.74 ΚΠολΔ άρ.218 ΚΠολΔ άρ.246 ΚΠολΔ.

Μεταβολή της βάσης της αγωγής

Μεταβολή της βάσης της αγωγής αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται η ιστορική βάση της αγωγής, ή αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής, ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση ΑΠ 1183/2015 σκέψ.II. Η μεταβολή της βάσης της αγωγής αποτελεί και ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της αρχής της προδικασίας της δίκης ΑΠ 1859/2011 Ολομ. ΑΠ 19/2003. Η μεταβολή της βάσης της αγωγής λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη ΑΠ 1183/2015 σκέψ.III. Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατ' άρ.216 παρ.1 περ.α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης ΑΠ 1087/2014. Η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, και όχι από τoν νομικό τους χαρακτηρισμό ΑΠ 1891/2014. Η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής δεν είναι επιτρεπτή, αν η μεταβολή αυτής αναφέρεται σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής ΑΠ 1087/2014. Ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής είναι περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα ΑΠ 1087/2014. Είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (είτε είναι οψιγενή είτε όχι), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας, ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή ΑΠ 1087/2014. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (πχ. αμέλεια, δόλος) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια ΑΠ 1087/2014. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής ΑΠ 1087/2014. Η μεταβολή της σειράς εξέτασης των βάσεων της αγωγής, από επικουρική σε κύρια και αντίστροφα, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής 242/2014 Ειρ.Ρεθύμνου. Ο ενάγων μπορεί να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις του ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής άρ.224 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην αγωγή ότι ο υπογράφων τη σύμβαση ήταν πληρεξούσιος της εταιρείας, ενώ με την προσθήκη μεταβάλλεται ο ισχυρισμός στο ότι ο υπογράφων τη σύμβαση ήταν de facto διαχειριστής της εταιρείας, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής ΑΠ 1859/2011.

Αίτημα διαγραφής ανάρμοστων εκφράσεων

Αν το δικόγραφο περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις, ο αντίδικος μπορεί να αιτηθεί τη διαγραφή τους ΑΠ 1602/2005 ΑΠ 1406/2004 άρ.206 ΚΠολΔ.

Μεταβολή του αιτήματος της αγωγής

Αν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ. Αν οι εκκρεμείς αγωγές συνεκδικάζονται, αδρανεί η ένσταση εκκρεμοδικίας ΑΠ 344/2010 σκέψ.IV.

Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής

Ο ενάγων έχει δικαίωμα να περιορίσει το αίτημα της αγωγής του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο μέχρι να περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται ως μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ΑΠ 793/2019 άρ.295 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, και οδηγεί σε θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής ΑΠ 793/2019 άρ.295 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή ως μη ασκηθείσα κατά το μέρος που περιορίστηκε, και να αίρονται αναδρομικά οι συνέπειες της άσκησής της ΑΠ 793/2019 άρ.295 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Αν γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου ΑΠ 793/2019. Και αυτό, γιατί με την παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής επέρχεται κατάργηση όλης της δίκης, και το δικαστήριο δεν επέρχεται στην εξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, και, καθώς δεν υπάρχει εν όλω ή εν μέρει νικήσας ή ηττηθείς διάδικος, τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου επιβάλλονται σε βάρος του παραιτηθέντος ενάγοντος σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρ.188 ΚΠολΔ, είτε εκδοθεί απόφαση που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης είτε όχι ΑΠ 793/2019. Αν γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου καθορίζεται με βάση το αίτημα της αγωγής ΑΠ 793/2019. Αν γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, ο ενάγων δεν καταδικάζεται από μόνο τον λόγο αυτό στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου ΑΠ 793/2019. Και αυτό, γιατί ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, που αποτελεί περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, και οδηγεί σε θεμιτή μεταβολή του αιτήματός της, και η δίκη δεν καταργείται στο σύνολό της, αλλά εξακολουθεί να υφίσταται, και η αγωγή ερευνάται όπως περιορίστηκε κατ' ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος κατ' άρ.223 ΚΠολΔ και την αρχή της διάθεσης ΑΠ 793/2019. Η αρχή της διάθεσης καθιερώνεται με το άρ.106 ΚΠολΔ ΑΠ 793/2019. Κατά την αρχή της διάθεσης, οι διάδικοι οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης, και το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου ΑΠ 793/2019 άρ.106 ΚΠολΔ. Αν γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, στην εκδιδόμενη απόφαση περιλαμβάνεται διάταξη εξόδων, με εφαρμογή των διατάξεων των άρ.176 ΚΠολΔ έως άρ.179 ΚΠολΔ ΑΠ 793/2019 άρ.176 ΚΠολΔ άρ.177 ΚΠολΔ άρ.178 ΚΠολΔ άρ.179 ΚΠολΔ. Αν γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, η αμοιβή του δικηγόρου του εναγομένου για τη σύνταξη προτάσεων καθορίζεται ως μέρος των δικαστικών εξόδων με βάση το περιορισμένο αίτημα της αγωγής ΑΠ 793/2019. Αν γίνει περιορισμός του αιτήματος της αγωγής, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρ.188 ΚΠολΔ ΑΠ 793/2019. Η διάταξη του άρ.188 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικού δικαίου ΑΠ 793/2019. Αν παραβιαστεί η διάταξη του άρ.188 ΚΠολΔ ευθέως ή εκ πλαγίου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ και το άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ ΑΠ 793/2019 άρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ άρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής γίνεται κατά τις διατυπώσεις του άρ.223 ΚΠολΔ περί θεμιτής μεταβολής του αιτήματος της αγωγής, ως ειδικής διάταξης έναντι αυτής του άρ.297 ΚΠολΔ περί παραίτησης από το δικόγραφο ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ άρ.297 ΚΠολΔ. Αν ο περιορισμός του αιτήματος δεν γίνει κατά τις διατυπώσεις του άρ.223 ΚΠολΔ, ο περιορισμός είναι ανίσχυρος, και δεν λαμβάνεται υπόψη ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ. Αν ο περιορισμός του αιτήματος γίνει μετά την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό, όπως αν γίνει στην κατ' έφεση δίκη, είναι απαράδεκτος ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ. Αυτό ισχύει, ακόμη και αν συναινεί ο αντίδικος ΑΠ 538/2019. Αν η αγωγή απορριφθεί λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, και ο ενάγων ασκήσει έφεση, και περιορίσει το αίτημα της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με λόγο έφεσης προς άρση της παράλειψης καταβολής δικαστικού ενσήμου, ο λόγος έφεσης είναι απαράδεκτος ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ. Και αυτό, γιατί ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής γίνεται παραδεκτά μέχρι να περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, και ο περιορισμός με το δικόγραφο της έφεσης είναι απαράδεκτος ΑΠ 538/2019 άρ.223 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο του περιορισμού του αιτήματος λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ΑΠ 538/2019. Το αναγνωριστικό αίτημα υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ΑΠ 538/2019. Αν η αγωγή περιλαμβάνει αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα και αυτοτελές καταψηφιστικό αίτημα για το ίδιο χρηματικό ποσό, και το καταψηφιστικό αίτημα κριθεί αόριστο μετά από περιορισμό του σε αναγνωριστικό, η αγωγή δεν είναι αόριστη ως προς το αυτοτελές αναγνωριστικό αίτημα από μόνο τον λόγο αυτό ΑΠ 25/2013. Αν το αίτημα της αγωγής συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής επιχειρείται παραδεκτά μόνο αν διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή αν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος, και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων ΑΠ 25/2013. Αν το αίτημα της αγωγής συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, και ο ενάγων περιορίσει το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα στη δήλωση περιορισμού στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, ούτε στις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, η αγωγή είναι αόριστη στο σύνολό της ΑΠ 25/2013. Και αυτό, γιατί, αν δεν διευκρινίζεται ποιων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποιων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, και ιδίως να αποφασισθεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στον ενάγοντα ΑΠ 25/2013. Αν το αίτημα της αγωγής αποτελεί άθροισμα διαφόρων κονδυλίων, και ο ενάγων περιορίσει το αίτημα της αγωγής, και δεν προσδιορίζεται σε ποια συγκεκριμένα κονδύλια έγινε ο περιορισμός και κατά ποιο ποσό, ή δεν προσδιορίζεται ποσοστό κατά το οποίο περιορίζεται σύμμετρα κάθε κονδύλιο, η αγωγή μετά τον περιορισμό του αιτήματος είναι αόριστη ΑΠ 337/2003. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και ο διάδικος περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ακόμη και αν η διαφορά υπάγεται μετά τον περιορισμό σε κατώτερο δικαστήριο, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο 218/2001 Εφ.Λάρισας 708/1992 Εφ.Θεσσαλονίκης άρ.45 ΚΠολΔ άρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και στη διάρκεια της δίκης μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο άρ.45 ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, αλλά σε καθ' ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, και από τη στιγμή της κατάθεσης μέχρι τη στιγμή της συζήτησης μεταβληθεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα, και το δικαστήριο καταστεί καθ' ύλην αρμόδιο κατά τη στιγμή της συζήτησης, το δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο, και οφείλει να μην παραπέμψει την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας 218/2001 Εφ.Λάρισας.

Παραίτηση από το δικόγραφο

Αν για τη συζήτηση της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής τα άρ.237 ΚΠολΔ και άρ.238 ΚΠολΔ, και ο εναγόμενος δεν έχει καταθέσει ακόμη προτάσεις, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου άρ.294 εδ.1 ΚΠολΔ. Αν για τη συζήτηση της υπόθεσης δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα άρ.237 ΚΠολΔ και άρ.238 ΚΠολΔ, και ο ενάγων δεν προχώρησε στη συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής, χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου άρ.294 εδ.1 ΚΠολΔ. Αν η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνει αργότερα από τα παραπάνω χρονικά σημεία, και ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση, και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής είναι απαράδεκτη άρ.294 εδ.2 ΚΠολΔ. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής γίνεται Αν γίνει η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου, η οποία να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης, και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ΑΠ 793/2019. Η αγωγή αποτελεί διαδικαστική πράξη ΑΠ 793/2019. Αν γίνει παραίτηση από την αγωγή, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, ο οποίος εξομοιώνεται με διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων ΑΠ 793/2019 άρ.188 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν γίνει παραίτηση από την αγωγή, και ο παραιτηθείς ενάγων ασκήσει εναντίον του εναγομένου νέα αγωγή περί του αυτού αντικειμένου, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με εκείνη από την οποία παραιτήθηκε, ο εναγόμενος δύναται να χρησιμοποιήσει προς απόκρουση της νέας αγωγής τις ίδιες ή πανομοιότυπες προτάσεις με εκείνες που είχε συντάξει προς απόκρουση της πρώτης αγωγής, χωρίς να επηρεάζεται η αξίωση του εναγομένου για απόληψη των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε για την καταργημένη αρχική δίκη ΑΠ 539/2008. Τα δικαστικά έξοδα, σε πληρωμή των οποίων καταδικάζεται ο παραιτηθείς από την αγωγή ενάγων, ανήκουν στον εναγόμενο, και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ΑΠ 793/2019. Ο εναγόμενος, ακόμη και επί παραίτησης του ενάγοντα από την αγωγή, οφείλει να καταβάλει εξ ιδίων την αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής ΑΠ 793/2019. Αν η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής επιφέρει την κατάργηση της δίκης, χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρ.614 επ. ΚΠολΔ από το μονομελές πρωτοδικείο, ή από το ειρηνοδικείο για τις δίκες που διεξάγονται σε αυτό άρ.192 ΚΠολΔ. Αν γίνει παραίτηση από την αγωγή, και υποβλήθηκε αίτημα εκκαθάρισης των δικαστικών εξόδων, και εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης, και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων ΑΠ 793/2019. Το αίτημα εκκαθάρισης των δικαστικών εξόδων δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων ΑΠ 793/2019. Αν το αίτημα εκκαθάρισης των δικαστικών εξόδων δεν συνοδεύεται από κατάλογο εξόδων, το δικαστήριο προβαίνει στην εκκαθάριση σύμφωνα με τον νόμο, και ιδίως τη διατίμηση του Κώδικα Δικηγόρων ΑΠ 793/2019. Στα αποδιδόμενα στον εναγόμενο δικαστικά έξοδα περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ΑΠ 793/2019 άρ.189 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Στην αναιρετική δίκη, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής είναι απαράδεκτη ΑΠ 126/2007 σκέψ.2 άρ.294 ΚΠολΔ άρ.295 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.297 ΚΠολΔ άρ.299 ΚΠολΔ. Στην αναιρετική δίκη, η παραίτηση από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή είναι απαράδεκτη ΑΠ 126/2007 σκέψ.2 άρ.296 ΚΠολΔ άρ.297 ΚΠολΔ άρ.299 ΚΠολΔ. Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και από το δικαίωμα που ασκήθηκε με την αγωγή προϋποθέτουν ότι η δίκη, της οποίας την κατάργηση επιφέρουν, είναι εκκρεμής και δεν έχει περατωθεί με έκδοση οριστικής απόφασης ΑΠ 126/2007 σκέψ.2 άρ.294 ΚΠολΔ άρ.295 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.296 ΚΠολΔ άρ.297 ΚΠολΔ άρ.299 ΚΠολΔ. Η άσκηση της αναίρεσης και η επ' αυτής δίκη δεν καθιστούν την αγωγή επίδικη ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Με την αναίρεση δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Με την αναίρεση δεν κρίνεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και η βασιμότητα των προβαλλόμενων με τους λόγους αναίρεσης νομικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης απόφασης ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Αν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, η επί της αγωγής δίκη έχει ήδη καταργηθεί ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Αν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής και η παραίτηση από το δικαίωμα, ως διαδικαστικές πράξεις, δεν επιφέρουν την κατάργηση της δίκης, καθώς έχουν στερηθεί του αντικειμένου τους ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Η μετά την κατάργηση της δίκης παραίτηση από το αγωγικό δικαίωμα παρέχει ένσταση από το ουσιαστικό δίκαιο, καταλυτική της άσκησής του είτε με την αγωγή, αν αναιρεθεί η επ' αυτής τελεσίδικη απόφαση, είτε με την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση του ουσιαστικού δικαιώματος ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Η έρευνα, στην αναιρετική δίκη, της ένστασης αυτής από το ουσιαστικό δίκαιο δεν είναι παραδεκτή ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Η έρευνα, στην αναιρετική δίκη, καταλυτικών του αγωγικού δικαιώματος ενστάσεων δεν είναι παραδεκτή ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Η έρευνα των γεγονότων αυτών δεν είναι επιτρεπτή ούτε με τη δικαιολογία ότι μετά από τα γεγονότα εκλείπει το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Διαφορετικά, η αναιρετική δίκη θα μεταβάλλονταν σε τρίτου ουσιαστικού βαθμού δίκη ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Η ουσιαστική ένσταση της παραίτησης από το δικαίωμα δεν καθιστά την αναίρεση απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Άλλο χαρακτήρα έχει η αποδοχή της τελεσίδικης απόφασης από τον αναιρεσείοντα και η παραίτησή του από το δικαίωμα προς άσκηση της αναίρεσης, οι οποίες έχουν ως βάση το δικονομικό δίκαιο, και, ως αρνητικές προϋποθέσεις αναφορικά με το παραδεκτό της αναίρεσης, ερευνώνται κατά την αναιρετική δίκη ΑΠ 126/2007 σκέψ.2. Οι διατάξεις του ΚΠολΔ περί εφαρμογής των άρ.294 ΚΠολΔ και άρ.298 ΚΠολΔ στα ένδικα μέσα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, έχουν την έννοια της εφαρμογής τους για τον τρόπο και τον χρόνο της άσκησης της παραίτησης από το ένδικο μέσο της αναίρεσης (δικογράφου και δικαιώματος), καθώς και τα αποτελέσματά τους ΑΠ 126/2007 σκέψ.2 άρ.299 ΚΠολΔ άρ.573 παρ.1 ΚΠολΔ άρ.294 ΚΠολΔ άρ.298 ΚΠολΔ.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη, τότε η γέννηση ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, το περιεχόμενο ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, η έκταση ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ, η ενέργεια ΑΠ 988/1979 άρ.24 ΕισΝΑΚ και τα αποτελέσματα 81/1985 Πολ.Πρ.Βέροιας του δικαιώματος διέπεται από το δίκαιο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συντελέστηκαν τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα. Αν νεότερος νόμος ορίζει ότι, μέχρι την "πλήρη εκκαθάριση" των έννομων σχέσεων που καταρτίστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιότερου νόμου, τότε και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα επί των σχέσεων αυτών ισχύει ο παλαιότερος δικονομικός νόμος ΑΠ 566/1986. Αν τα γεγονότα που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα συντελέστηκαν υπό την ισχύ παλαιότερου νόμου, αλλά η αίτηση συνταξιοδότησης υποβλήθηκε υπό την ισχύ νεότερου νόμου, ακόμη και αν οι νεότερες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τον δικαιούχο, ισχύουν οι νεότερες διατάξεις ΑΕΔ 19/1979. Ο ουσιαστικού δικαίου νόμος καταργεί σιωπηρώς προηγούμενο κανόνα δικαίου όταν από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι ο νεότερος νόμος έχει σκοπό την κατάργηση του προγενέστερου αντίθετου, γενικού ή ειδικού, νομοθετικού κανόνα, και μάλιστα με τη ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση του παλαιού ΑΠ 263/1982. Αν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιότερος ειδικός, και από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει σκοπό να καταργήσει και τον ειδικό νόμο, ο νεότερος γενικός νόμος δεν καταργεί τον παλαιότερο ειδικό νόμο Ολομ. ΑΠ 40/1988 ΑΠ 263/1982.