Συνηθέστερα

αποδεικτικά μέσα

στην πρακτική είναι τα έγγραφα, οι μάρτυρες και οι ένορκες βεβαιώσεις. Τα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη προς απόδειξη των πραγματικών ισχυρισμών ανεξάρτητα του από ποιόν διάδικο έχουν προσκομιστεί 1707/2009 ΑΠ αρ.346 ΚΠολΔ.

Ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο

Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1386/2006 ΑΠ. Τα ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα μπορούν να γίνουν δεκτά στην εκούσια δικαιοδοσία 769/2015 ΑΠ.

Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο

Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην τακτική διαδικασία 1627/2010 ΑΠ. Διαφορετικά, ιδρύεται λόγος αναίρεσης 1627/2010 ΑΠ αρ.559 αρ.11 ΚΠολΔ. Τα απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στις διαδικασίες κατά τις οποίες επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα 1627/2010 ΑΠ. Κατά τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 1645/1995 ΑΠ. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου αρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ αρ.20 ΕισΝΚΠολΔ αρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 40/1988 ΑΠ Ολομέλεια 660/1992 ΑΠ. Κατά κανόνα του διαχρονικού δικαίου αρ.5 παρ.2 περ.δ ΕισΝΚΠολΔ αρ.20 ΕισΝΚΠολΔ αρ.21 ΕισΝΚΠολΔ, η δύναμη των αποδεικτικών μέσων κρίνεται από το δικονομικό δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο γένεσης της έννομης σχέσης 197/1986 ΑΠ. Αν πρόκειται για απόδειξη γεγονότων, και τα γεγονότα συνέβησαν πριν την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ, το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων κρίνεται, κατά κανόνα, βάσει του νόμου που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα προς απόδειξη γεγονότα 1475/1983 ΑΠ. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ικανός και μη εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ανίκανος και εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος 1475/1983 ΑΠ. Αν, κατά την παλιότερη διάταξη, ο μάρτυρας ήταν ανίκανος και εξαιρούμενος, και, κατά τη νεότερη διάταξη, ο μάρτυρας είναι ικανός και μη εξαιρετέος, ο μάρτυρας δεν είναι εξαιρετέος 1475/1983 ΑΠ.

Μάρτυρες

Η κατάθεση των διαδίκων μπορεί να αποτελέσει μέσο απόδειξης αρ.415 παρ.1 ΚΠολΔ. Αν ο διάδικος είναι νομικό πρόσωπο, μπορεί να εξεταστεί όποιος το εκπροσωπεί στο δικαστήριο ή κάποιο μέλος της διοίκησής του αρ.415 παρ.3 ΚΠολΔ. Η κατάθεση μάρτυρα που περιλαμβάνεται στα πρακτικά άλλης δίκης αποτελεί έγγραφο για την παρούσα δίκη, από το οποίο το δικαστήριο μπορεί να συνάγει δικαστικά τεκμήρια 883/2007 ΑΠ. Η χρήση της κατάθεσης αυτής, στα πλαίσια άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, ως δικαστικο τεκμήριο μπορεί να γίνει μόνο αν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες 254/2013 ΑΠ. Αν η κατάθεση του μάρτυρα είναι ημιτελής, γιατί δεν ολοκλήρωσε το δικαστήριο τις ερωτήσεις του προς αυτόν, ή δεν ολοκλήρωσε τις ερωτήσεις του ο δικηγόρος του ενάγοντος ή του εναγομένου, η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 1232/1994 ΑΠ 5821/1998 Εφ.ΑΘηνών. Η μαρτυρική κατάθεση μπορεί να χρησιμοποίηθεί για την απόδειξη σύναψης σύμβασης ποσού άνω των 20.000 €, αν υπάρχει ηθική αδυναμία απόκτησης του αποδεικτικού εγγράφου 887/2013 Πολ.Πρ.Αθηνών αρ.393 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.394 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Ηθική αδυναμία απόκτησης του εγγράφου υπάρχει και όταν κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω σχέσεων φιλίας, συγγένειας, εταιρικής ή συναδελφικής συνεργασίας, υπηρεσιακής ή οικονομικής εξάρτησης κλπ., η απαίτηση λήψης αποδεικτικού εγγράφου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα παρίστατο ως αδικαιολόγητη, σύμφωνα με τις κρατούσες συναλλακτικές αντιλήψεις 887/2013 Πολ.Πρ.Αθηνών. Κατά την παλιότερη μορφή του άρθρου, η κατάθεση του διαδίκου αποτελούσε αποδεικτικό μέσο μόνο αν ο διάδικος ομολογούσε 338/2007 ΑΠ, διαφορετικά η ένορκη κατάθεση διαδίκου ως μάρτυρα ήταν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο 1386/2005 ΑΠ. Σκοπός της εξέτασης των διαδίκων ήταν η διασάφιση των ισχυρισμών τους, όχι η απόδειξή τους 338/2007 ΑΠ. Ο νόμιμος εκπρόσωπος του διαδίκου δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας, γιατί εξομοιωνόταν με τον διάδικο, ο οποίος δεν μπορούσε να καταθέσει ως μάρτυρας 1386/2006 ΑΠ. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο η έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών από το περιεχόμενο των καταχωρούμενων στα πρακτικά μαρτυρικών καταθέσεων 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς αρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, στις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα, περί προτάσεων και δηλώσεων, των πρακτικών της απόφασης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς αρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Ο λόγος εξαίρεσης δικηγόρου ως μάρτυρα αρ.400 περ.1 ΚΠολΔ, για πραγματικά περιστατικά για τα οποία έχει καθήκον εχεμύθειας αρ.38 ΚωδΔικ, θεσπίζεται υπέρ του εντολέα του δικηγόρου, και όχι υπέρ του αντιδίκου του εντολέα 862/2015 ΑΠ 11/2004 ΑΠ. Η μαρτυρία του δικηγόρου για τα πραγματικά περιστατικά αυτά είναι δυνατόν να αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα 862/2015 ΑΠ αρ.140 παρ.2 περ.δ ΚωδΔικ, αλλά ο δικηγόρος δεν είναι εξαιρετέος ως μάρτυρας αν δίνει ένορκη βεβαίωση με επιμέλεια του εντολέα του 862/2015 ΑΠ ή μαρτυρία στο ακροατήριο υπέρ του εντολέα του 11/2004 ΑΠ. Εξαιρετέοι μάρτυρες είναι, πλην άλλων, και τα πρόσωπα που μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη 11/2004 ΑΠ αρ.400 περ.3 ΚΠολΔ. Πρόσωπο που μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη είναι αυτός που προσδοκά ωφέλεια ή ελπίζει σε αποτροπή βλάβης η οποία είναι αναγκαία συνέπεια της συγκεκριμένης δίκης 11/2004 ΑΠ. Το συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο, και υπάρχει όταν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης επεκτείνονται και στον μάρτυρα 11/2004 ΑΠ, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει όταν ο μάρτυρας είναι απλός συγγενής ή σύζυγος διαδίκου, ούτε αν είναι αναγκαίος κληρονόμος αυτού 11/2004 ΑΠ. Το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να συνάγει ομολογία του διαδίκου περί συγκεκριμένου ισχυρισμού του αντιδίκου του, παρά τη γενική άρνηση του διαδίκου περί των γεγονότων 369/2008 ΑΠ που στηρίζουν την αγωγή ή την ένσταση του αντιδίκου του 1203/2009 ΑΠ. Το δικαστήριο συνάγει την έμμεση αυτή ομολογία αν ο διάδικος αρνείται γενικά την αγωγή ή την ένσταση 1203/2009 ΑΠ, αν δεν αρνείται ειδικώς τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του αντιδίκου του 369/2008 ΑΠ, και το δικαστήριο κρίνει από το συνδυασμό τυχόν γενικής άρνησης και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων ότι συνάγεται ομολογία 369/2008 ΑΠ.

Δικαστική ομολογία

Δικαστική ομολογία είναι μόνο η ομολογία που γίνεται από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος προς το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη 1237/2013 ΑΠ. Η δικαστική ομολογία παρέχει πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε 11/2004 ΑΠ αρ.352 παρ.1 ΚΠολΔ. Κάθε άλλη ομολογία θεωρείται εξώδικη και εκτιμάται ελευθέρως 11/2004 ΑΠ αρ.352 παρ.2 ΚΠολΔ. Εξώδικη είναι και η ομολογία που έγινε ενώπιον δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκλησή της ως αποδεικτικό μέσο 11/2004 ΑΠ. Δικαστική ομολογία αποτελεί και η αναφορά γεγονότων στην αγωγή, όταν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση η οποία στηρίζεται στα γεγονότα αυτά 192/2008 ΑΠ.

Εξώδικη ομολογία

Εξώδικη ομολογία είναι η ομολογία η οποία γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου, εκτός του δικάζοντος την υπόθεση, ή η οποία περιέχεται σε οποιοδήποτε άλλο έγγραφο το οποίο εκδίδεται από τον διάδικο 768/2000 ΑΠ. Αν η εξώδικη ομολογία περιέχεται σε έγγραφο του διαδίκου, η επίκλησή της γίνεται με προσκόμιση και επίκληση του εγγράφου 768/2000 ΑΠ. Η εξώδικη ομολογία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο 768/2000 ΑΠ αρ.352 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ένορκη βεβαίωση

Ενημέρωση για ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν

Προθεσμία κλήτευσης σε ένορκη βεβαίωση

Κατά τη συζήτηση ακολουθείται η
Η ειδική διαδικασία αφορά σε
Στην τακτικήειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών των διαφορών από σχέσεις γονέων και τέκνου των πιστωτικών τίτλων των μισθωτικών διαφορών των εργατικών διαφορών των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας των διαφορών από ζημίες από αυτοκίνητο ή σύμβαση ασφάλισης των διαφορών από διατροφή ή επιμέλεια τέκνων των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές των ασφαλιστικών μέτρων (είτε προς λήψη ασφαλιστικού μέτρου είτε προς οριστική επίλυση της διαφοράς) της εκούσιας δικαιοδοσίας, η προθεσμία κλήτευσης του αντιδίκου είναι δεν είναι υποχρεωτική η κλήτευση του αντιδίκου2 εργάσιμες ημέρες24 ώρες πριν τη βεβαίωση αρ.592 ΚΠολΔ αρ.592 περ.1 ΚΠολΔ αρ.614 ΚΠολΔ αρ.592 περ.2 ΚΠολΔ αρ.635 ΚΠολΔ αρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.614 περ.8 ΚΠολΔ αρ.647 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.647 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.17 περ.2 ΚΠολΔ αρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.614 περ.1 ΚΠολΔ αρ.614 περ.2 ΚΠολΔ αρ.663 ΚΠολΔ αρ.614 περ.3 ΚΠολΔ αρ.614 περ.4 ΚΠολΔ αρ.677 ΚΠολΔ αρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.614 περ.5 ΚΠολΔ αρ.681 Α ΚΠολΔ αρ.614 περ.6 ΚΠολΔ αρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ αρ.592 περ.3 ΚΠολΔ αρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ αρ.614 περ.7 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ αρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ 1857/2011 ΑΠ.
Η προθεσμία ξεκινά από την επομένη της επίδοσης της κλήσης24 ώρες πριν τη βεβαίωση 115/2006 Εφ.Λάρισας αρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.145 παρ.4 ΚΠολΔ.

Η προθεσμία των 24 ωρών υπολογίζεται από στιγμή σε στιγμή, και όχι κατά το αρ.144 παρ.1 ΚΠολΔ 1574/2001 ΑΠ
Αν υπάρχει προθεσμία κλήτευσης και δεν τηρηθεί, και ο αντίδικος δεν παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση 381/2010 ΑΠ, η ένορκη βεβαίωση είναι ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, όχι απλά άκυρη, και δεν λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο 579/2011 ΑΠ 381/2010 ΑΠ 85/2001 ΑΠ. Αν το δικαστήριο λαβει υπόψη τέτοια ένορκη βεβαίωση, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για λήψη υπόψη ανεπίτρεπτου αποδεικτικού μέσου 1707/2009 ΑΠ 682/2000 ΑΠ αρ.559 περ.11 ΚΠολΔ. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν σε όλους τους απλούς ομόδικους 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ, και κλητευθούν όλοι οι απλοί ομόδικοι, μόνο τότε η κλήτευση καθενός των απλών ομοδίκων είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ 1093/2008 ΑΠ 1608/2007 ΑΠ. Αν στην αντίδικη πλευρά υπάρχουν απλοί ομόδικοι, και τα αναφερόμενα στην ένορκη βεβαίωση περιστατικά αφορούν αποκλειστικά και μόνο σε κάποιους από τους απλούς ομόδικους 381/2010 ΑΠ, και κλητεύθηκαν οι απλοί ομόδικοι στους οποίους αφορούν τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και αν δεν κλητεύθηκαν οι υπόλοιποι απλοί ομόδικοι, τότε η κλήτευση των απλών ομοδίκων στους οποίους αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ 1608/2007 ΑΠ. Αν ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυράς του προσήλθαν, από λόγους που αφορούν τους ίδιους, στον ειρηνοδίκη ή τον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν των 15 λεπτών από την ώρα που αναγράφεται στην κλήση, και ο κλητευθείς δεν παρέστη κατά την ένορκη βεβαίωση, η ένορκη βεβαίωση δεν αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, και δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον διάδικο που δεν εμφανίστηκε 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Αν η καθυστέρηση της έναρξης της ένορκης βεβαίωσης οφείλεται σε υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου, και το γεγονός αυτό αναφέρεται στην ένορκη βεβαίωση, η καθυστέρηση αυτή δεν οδηγεί σε ακυρότητα της ένορκης βεβαίωσης 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Ο κλητευθείς οφείλει να αναμείνει το πέρας της υπηρεσιακής απασχόλησης του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου 20/2004 ΑΠ Ολομέλεια. Αν η προθεσμία κλήτευσης είναι 2 ημερών, για να ληφθεί υπόψη η ένορκη βεβαίωση που προσκομίζεται από τον διάδικο, πρέπει, σωρευτικά, Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου δεν αρκεί η βεβαίωση εντός της ένορκης βεβαίωσης από τον συμβολαιογράφο για την κλήτευση του αντιδίκου 708/2015 ΑΠ. Για τη βεβαίωση περί κλήτευσης του αντιδίκου απαιτείται η προσκομιδή της έκθεσης επίδοσης της κλήσης 708/2015 ΑΠ. Κατά μια άποψη, αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η ένορκη βεβαίωση δεν έχει την αποδεικτική δύναμη ένορκης βεβαίωσης, αλλά μπορεί μόνο να συνεκτιμηθεί για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 1633/2002 ΑΠ Ποιν.Τμ. 120/2010 ΑΠ Ποιν.Τμ.. Κατ' άλλη άποψη, αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί χωρίς κλήτευση του αντιδίκου και χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, η ένορκη βεβαίωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 155/2013 Ειρ.Χανίων (ασφαλ. μέτρα). Η ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα και η ένορκη μαρτυρία του στο ακροατήριο είναι νομικά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα 579/2011 ΑΠ, το δικαστήριο κρίνει κατά την εκτίμησή του σε ποιό θα δώσει περισσότερο βάρος. Το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του την ένορκη βεβαίωση αν αυτή προσκομίζεται από τον διάδικο, και την επικαλείται με τις προτάσεις του 832/2011 ΑΠ. Η προσκόμιση απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης 96/2008 ΑΠ. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου 211/2004 ΑΠ. Η σαφής και ορισμένη επίκληση της ένορκης βεβαιώσης γίνεται όταν Κατά την ως άνω διατύπωση μπορεί να γίνει επίκληση, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ένορκης βεβαίωσης που είχε προσκομιστεί πρωτόδικα 96/2008 ΑΠ. Η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης στην δευτεροβάθμια συζήτηση δεν είναι νόμιμη αν η επίκληση γίνεται με απλή ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση της ένορκης βεβαίωσης 23/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η κλήση δεν είναι απαραίτητο να αναγράφει το όνομα του μάρτυρα που θα δώσει την ένορκη βεβαίωση 1901/2009 ΑΠ 197/2000 ΑΠ. Αν αυτός που έδωσε την ένορκη βεβαίωση είναι άλλος από αυτόν τον οποίο ανέφερε η κλήση προς τον αντίδικο, η ένορκη βεβαίωση δεν είναι άκυρη από τον λόγο αυτό και μόνο 1901/2009 ΑΠ 197/2000 ΑΠ. Στην κλήση του διαδίκου προς τον αντίδικό του πρέπει να περιλαμβάνεται Αν η κλήση δεν περιλαμβάνει τα παραπάνω στοιχεία δεν λαμβάνεται υπόψη καθόλου από το δικαστήριο, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αρ.422 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.424 ΚΠολΔ. Οι διάδικοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διάρκεια της βεβαίωσης, αν το επιθυμούν αρ.422 παρ.2 ΚΠολΔ. Ενστάσεις, και αιτήσεις εξαίρεσης εκείνου που δίδει τη βεβαίωση, καταχωρίζονται στο προοίμιο της ένορκης βεβαίωσης, κρίνονται όμως από το δικαστήριο αρ.423 παρ.2 ΚΠολΔ. Τα αρ.393 ΚΠολΔ, αρ.394, αρ.398 παρ.2, αρ.399, αρ.400, αρ.402, αρ.405, αρ.407, αρ.408, αρ.409 παρ.2, αρ.411 και αρ.413 ΚΠολΔ εφαρμόζονται αναλόγως και στην ένορκη βεβαίωση αρ.423 παρ.1 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και έχει προσκομιστεί έστω 1 ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους έδωσαν ένορκη βεβαίωση αρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.396 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, αν το δικαστήριο κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαία η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, και δεν έχει προσκομιστεί ένορκη βεβαίωση από τη διάδικη πλευρά, το δικαστήριο οφείλει να διαλέξει ως μάρτυρα προς εξέταση για τη διάδικη πλευρά 1 άτομο, ανάμεσα σε όσους προτείνει η διάδικη πλευρά αρ.237 παρ.6 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.396 ΚΠολΔ. Αν από την κλήση για εξέταση μαρτύρων δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος στον οποίο θα γίνει η εξέταση των μαρτύρων, και δεν παρασταθεί ο καλούμενος, τότε οι ένορκες βεβαιώσεις είναι ανύπαρκτες ως αποδεικτικά μέσα 375/2013 ΑΠ. Αν στην κλήση προσδιορίζονται διαζευκτικά περισσότεροι τόποι και χρόνοι για την εξέταση των μαρτύρων, ο προσδιορισμός του χρόνου και του τόπου δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος 375/2013 ΑΠ. Οι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν με τις νόμιμες προϋποθέσεις στα πλαίσια άλλης δίκης, αν δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη 381/2010 ΑΠ, αποτελούν έγγραφα για την παρούσα δίκη και συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 381/2010 ΑΠ 1506/2003 ΑΠ. Οι ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν χωρίς να κληθεί ο αντίδικος, και χρησιμοποιήθηκαν σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων, μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επόμενη δίκη μόνο ως έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν το δικαστήριο δεν τις κάνει δεκτές γιατί κρίνει ότι έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη 254/2013 ΑΠ αρ.339 ΚΠολΔ αρ.395 ΚΠολΔ. Κατά μια άποψη, αν ο βεβαιών παραδώσει γραπτό σημείωμα στον συμβολαιογράφο, και ο συμβολαιογράφος αντιγράψει το γραπτό σημείωμα αυτό στην ένορκη βεβαίωση, ώστε όλη η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα να αποτελεί αντίγραφο του περιεχομένου του γραπτού σημειώματος, τότε η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ούτε καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων 394/2009 Εφ.Δωδεκανήσου. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με τις προτάσεις, πέραν των τριώνπέντε (κατά τη σειρά επίκλησής τους με τις προτάσεις) για κάθε πλευράδιάδικο, είναι απαράδεκτες 3/2015 ΑΠ αρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ αρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, οι ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται με την προσθήκη, πέραν του αριθμού (κατά τη σειρά επίκλησής τους με την προσθήκη) των ενόρκων βεβαιώσεων τις οποίες επικαλείται ο αντίδικος με τις προτάσεις του, είναι απαράδεκτες 3/2015 ΑΠ. Στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων αρ.635 ΚΠολΔ αρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των μισθωτικών διαφορών αρ.647 ΚΠολΔ αρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των εργατικών διαφορών αρ.663 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας αρ.677 ΚΠολΔ αρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των αυτοκινητιστικών διαφορών αρ.681 Α ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου αρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές αρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 318/2011 ΑΠ, δεν ισχύει ο περιορισμός του αριθμού των προσκομιζόμενων ενόρκων βεβαιώσεων, και μπορούν να προσκομιστούν μετ' επικλήσεως και περισσότερες από 3 ένορκες βεβαιώσεις. Στην ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών αρ.592 ΚΠολΔ αρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ και των διαφορών περί σχέσεων γονέων και τέκνου αρ.614 ΚΠολΔ αρ.591 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.270 παρ.2 εδ.3 ΚΠολΔ, ισχύει ο περιορισμός περί του αριθμού των ενόρκων βεβαιώσεων όπως στην τακτική διαδικασία 318/2011 ΑΠ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε πλευράς σε 3διαδίκου σε 5 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης, δηλαδή και επί αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ή ανταγωγής 3/2015 ΑΠ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, αν κατά τη συζήτηση προσκομίστηκαν ένορκες βεβαιώσεις, προς αντίκρουσή τους μπορούν να προσκομιστούν ένορκες βεβαιώσεις με την προσθήκη των προτάσεων, το πολύ ίσου αριθμού με τις αντικρουόμενες αρ.270 παρ.2 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.237 παρ.3 ΚΠολΔ αρ.238 εδ.3 ΚΠολΔ 3/2015 ΑΠμέχρι 3 στον αριθμό αρ.422 παρ.3 ΚΠολΔ. Στην τακτική και στις ειδικές διαδικασίαες, ο περιορισμός κάθε αντιδίκου σε 35 ένορκες βεβαιώσεις ισχύει και στο Εφετείο, ακόμη και οι 35 πρωτόδικα προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις προσκομίζονται μετ' επίκλησης στο Εφετείο 3/2015 ΑΠ. Αν όμως οι προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις δεν αφορούν τη συγκεκριμένη δίκη, δεν λαμβάνονται υπόψη ως ένορκες βεβαιώσεις, αλλά ως έγγραφα 504/2014 ΑΠ, και δεν μειώνουν τον αριθμό των επιτρεπόμενων ενόρκων βεβαιώσεων 2076/2014 ΑΠ. Αν η ένορκη βεβαίωση δοθεί μετά την κατάθεση έφεσης, και η κλήση επιδοθεί στον δικηγόρο που παραστάθηκε πρωτόδικα για τον αντίδικο, και ο δικηγόρος δεν έχει οριστεί αντίκλητος και για τη δίκη στο εφετείο, και η κλήση προς ένορκη βεβαίωση επιδοθεί στον δικηγόρο, η κλήτευση δεν είναι νόμιμη 381/2010 ΑΠ. Η ένορκη βεβαίωση που δόθηκε μετά την πρωτόβάθμια συζήτηση, ακόμη και κατά την προθεσμία αντίκρουσης των προτάσεων στην πρωτοβάθμια συζήτηση 1187/1997 ΑΠ, και πριν την κατ' έφεση συζήτηση, προσκομίζεται έγκυρα στην κατ' έφεση δίκη 221/1993 ΑΠ 1187/1997 ΑΠ.

Έγγραφα

Το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη του προς απόδειξη των ισχυρισμών τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι 9/2000 ΑΠ αρ.106 ΚΠολΔ αρ.237 παρ.1 εδ.3 στοιχ.β ΚΠολΔ αρ.346 ΚΠολΔ αρ.453 παρ.1 ΚΠολΔ, και εφόσον τα επικαλούνται με τις προτάσεις τους 832/2011 ΑΠ. Στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι οφείλουν να προσκομίσουν και να επικαλεστούν τα έγγραφα που αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους, μέχρι το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο 837/2003 ΑΠ (διαφορές από πιστωτικούς τίτλους αρ.635 ΚΠολΔ αρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.649 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, μισθωτικές διαφορές αρ.647 ΚΠολΔ αρ.649 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εργατικές διαφορές αρ.663 ΚΠολΔ αρ.670 ΚΠολΔ, διαφορές από παροχή εργασίας αρ.677 ΚΠολΔ αρ.681 ΚΠολΔ αρ.670 ΚΠολΔ, αυτοκινητικές διαφορές αρ.681 Α ΚΠολΔ αρ.670 ΚΠολΔ, διαφορές από διατροφή ή επιμέλεια τέκνου αρ.681 Β ΚΠολΔ αρ.670 ΚΠολΔ). Διαφορετικά, αν προσκομίσουν έγγραφο με την προσθήκη των προτάσεων, η προσκόμιση είναι εκπρόθεσμη και το έγγραφο δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο 837/2003 ΑΠ. Στην τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1707/2009 ΑΠ αρ.270 παρ.2 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου λαμβάνονται υπόψη, δηλαδή εκτιμούνται και αξιολογούνται ελεύθερα 1707/2009 ΑΠ, και μάλιστα παράλληλα με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και όχι απλά επικουρικά σε σχέση με αυτά 1707/2009 ΑΠ. Τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου λαμβάνονται υπόψη με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ αρ.270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Δηλαδή, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, άκυρα και μη συνταγμένα κατά αποδεικτικό τύπο, έγγραφα ιδιωτικά ανυπόγραφα, έγγραφα υπέρ του εκδότη τους 1707/2009 ΑΠ. Μπορούν ακόμη να ληφθούν υπόψη έγγραφα εικονικά 1707/2009 ΑΠ. Δεν λαμβάνονται υπόψη έγγραφα πλαστά ή μή γνήσια 1707/2009 ΑΠ. Το έγγραφο, προκειμένου να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο, πρέπει να είναι αναγνώσιμο, να μην έχει υποστεί τεμαχισμό, διάτρηση ή διαγραφή, οπότε τεκμαίρεται ότι έχει χάσει την αποδεικτική του δύναμη, και να είναι γνήσιο 1707/2009 ΑΠ αρ.432 ΚΠολΔ αρ.433 ΚΠολΔ αρ.435 ΚΠολΔ. Το ιδιωτικό έγγραφο, για να έχει αποδεικτική ισχύ, πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη του 1707/2009 ΑΠ αρ.430 ΚΠολΔ αρ.160 ΑΚ. Ως εκδότης του εγγράφου, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου, εννοείται αυτός που αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο 1503/2010 Εφ.Αθηνών 1305/2009 ΑΠ. Το ιδιωτικό έγγραφο, καταρχήν, δεν αποδεικνύει υπέρ του εκδότη του 1707/2009 ΑΠ αρ.447 ΚΠολΔ. Το ιδιωτικό έγγραφο που δεν φέρει υπογραφή, αλλά μόνο ιδιόχειρες σημειώσεις, αποτελεί υποστατό αποδεικτικό μέσο ως έγγραφο 1707/2009 ΑΠ και λαμβάνεται υπόψη στην τακτική διαδικασία 1707/2009 ΑΠ. Το ιδιωτικό έγγραφο που δεν φέρει υπογραφή, αλλά μόνο ιδιόχειρες σημειώσεις, αποτελεί υποστατό αποδεικτικό μέσο ως έγγραφο 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια και λαμβάνεται υπόψη στην ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων αρ.635 ΚΠολΔ αρ.643 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των μισθωτικών διαφορών αρ.647 ΚΠολΔ αρ.650 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των εργατικών διαφορών αρ.663 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των διαφορών από αμοιβές για παροχή εργασίας αρ.677 ΚΠολΔ αρ.681 εδ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια, των αυτοκινητιστικών διαφορών αρ.681 Α ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια των διαφορών διατροφής ή επιμέλειας τέκνου αρ.681 Β παρ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια και των διαφορών από προσβολές από δημοσιεύματα ή ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές αρ.681 Δ παρ.1 ΚΠολΔ αρ.671 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ 15/2003 ΑΠ Ολομέλεια. Τα ιδιωτικά έγγραφα δεν έχουν τεκμήριο γνησιότητας 1707/2009 ΑΠ. Η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει τον ισχυρισμό του διαδίκου περί γνησιότητας του εγγράφου 1707/2009 ΑΠ. Ο αντίδικος έχει το βάρος της δήλωσης περί άρνησης της γνησιότητας του ιδιωτικού εγγράφου 1707/2009 ΑΠ, και ο προσκομίζων φέρει το βάρος απόδειξης της γνησιότητας του εγγράφου 1707/2009 ΑΠ. Αν το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορο αν φέρει την υπογραφή του αντιδίκου ή τρίτου, αν δεν αμφισβητηθεί η γνησιότητα της υπογραφής δημιουργείται τεκμήριο και για την γνησιότητα του εγγράφου, στην έκταση που το περιεχόμενό του καλύπτεται από την υπογραφή 1707/2009 ΑΠ. Το τεκμήριο αυτό ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 1707/2009 ΑΠ. Το βάρος απόδειξης της πλαστότητας φέρει ο αντίδικος που προτείνει την πλαστότητα 1707/2009 ΑΠ αρ.463 ΚΠολΔ. Η απόδειξη της γνησιότητας απαιτείται όχι μόνο όταν το έγγραφο χρησιμοποιείται για άμεση απόδειξη αλλά και όταν από αυτό συνάγονται δικαστικά τεκμήρια 1707/2009 ΑΠ. Αν η πλαστότητα προβάλλεται με ένσταση ή παρεμπίπτουσα αγωγή, για να προβληθεί παραδεκτά ο ισχυρισμός απαιτείται να γίνεται προσκόμιση των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα, και να αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων και τα αποδεικτικά μέσα 914/2014 ΑΠ αρ.463 ΚΠολΔ, και να προσκομίζεται ειδικό πληρεξούσιο του δικηγόρου που προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό 914/2014 ΑΠ αρ.98 περ.β ΚΠολΔ. Αν η πλαστότητα προβάλλεται με αυτοτελή αγωγή, δεν απαιτείται να προτείνονται κατά την πρώτη συζήτηση τα έγγραφα που αποδεικνύουν την πλαστότητα, αλλά αρκεί η επίκληση με τις προτάσεις, ούτε απαιτείται να αναφέρονται τα ονόματα των μαρτύρων και τα αποδεικτικά μέσα στο δικόγραφο της αγωγής 23/1999 ΑΠ Ολομέλεια. Αν το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί, δεν απαιτείται ειδικό πληρεξούσιο για την προβολή της ένστασης πλαστογραφίας 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και το αδίκημα της πλαστογραφίας δεν έχει παραγραφεί 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ, η ένσταση πλαστογραφίας μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης αρ.461 ΚΠολΔ. Αν η πλαστογραφία αποδίδεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, και το αδίκημα της πλαστογραφίας έχει παραγραφεί, η ένσταση πλαστογραφίας πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προταθεί κατά τη συζήτηση κατά την οποία προσήχθη το έγγραφο 914/2014 ΑΠ 979/2010 ΑΠ. Το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως την παραγραφή του αδικήματος 914/2014 ΑΠ. Αν, κατά την διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, αποδειχθεί ότι το έγγραφο δεν είναι γνήσιο, το δικαστήριο οφείλει να μην λάβει υπόψη το έγγραφο ως προς το μη γνήσιο μέρος του 1707/2009 ΑΠ. Η προσκόμιση του εγγράφου απαιτεί τη σαφή και ορισμένη επίκληση του εγγράφου 96/2008 ΑΠ. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν η επίκληση είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του εγγράφου 211/2004 ΑΠ. Η ορθή επίκληση του εγγράφου με τις προτάσεις γίνεται όταν Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν γίνεται εκ νέου σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ακόμη και αν είχε ήδη γίνει επίκληση του σχετικού εγγράφου με τις πρωτόδικες προτάσεις 574/2014 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν περιέχεται αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, και οι οποίες προσκομίζονται στην παρούσα συζήτηση σε επικυρωμένο αντίγραφο αρ.240 εδ.1 υποεδ.2 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια 96/2008 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου δεν είναι νόμιμη αν γίνεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει νόμιμα δια των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ο διάδικος, χωρίς να αναφέρεται συγκεκριμένο μέρος των πρωτόδικων προτάσεων όπου έγινε η επίκληση του συγκεκριμένου εγγράφου 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια 96/2008 ΑΠ. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου δεν είναι νόμιμη αν στο έγγραφο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας συζήτησης γίνεται απλή ενσωμάτωση του εγγράφου των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γινόταν νόμιμη επίκληση του εγγράφου, και στις δευτεροβάθμιες προτάσεις γίνεται απλή αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις 23/2008 ΑΠ Ολομέλεια 154/2004 ΑΠ 9/2000 ΑΠ Ολομέλεια. Στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας συζήτησης, η επίκληση του εγγράφου είναι νόμιμη αν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας συζήτησης περιέχεται, έστω και αυτούσιο, το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γινόταν νόμιμη επίκληση του εγγράφου, και όλο το κείμενο των προτάσεων καλυπτεται από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στη δευτεροβάθμια δίκη 476/2011 ΑΠ 1390/2012 ΑΠ 982/2013 ΑΠ 1509/2014 ΑΠ. Στην επαναλαμβανόμενη κατ' αρ.254 ΚΠολΔ συζήτηση, ο διάδικος μπορεί να επικαλεστεί και να προσκομίσει αποδεικτικά μέσα που δεν είχε επικαλεστεί κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης 1336/2002 ΑΠ. Κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν είναι απαραίτητη η κατάθεση ιδιαίτερων έγγραφων προτάσεων 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Όσα είχε επικαλεστεί και προβάλει ο διάδικος με τις προτάσεις του στην προηγούμενη συζήτηση θεωρούνται ως επικληθέντα και προβληθέντα και ισχύουν και κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Η προσκόμιση και επίκληση κατά την προηγούμενη συζήτηση είναι ισχυρή και για την επαναλαμβανόμενη συζήτηση ακόμη και αν ο διάδικος δεν κατέθεσε προτάσεις στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, ή αν κατέθεσε προτάσεις στις οποίες απλώς ενσωμάτωσε τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης 30/1997 ΑΠ Ολομέλεια 27/2015 ΑΠ. Η υπεύθυνη δήλωση του διαδίκου, κατά το αρ.8 ν.1589/1986, αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο 266/2011 ΑΠ. Η υπεύθυνη δήλωση τρίτου, κατά το αρ.8 ν.1589/1986, δεν αποτελεί παραδεκτό αποδεικτικό μέσο, ούτε κατά τις ειδικές διαδικασίες 266/2011 ΑΠ, ούτε καν στις ειδικές διαδικασίες όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου 1196/1995 ΑΠ. Έγγραφο που περιλαμβάνει βεβαίωση ή δήλωση τρίτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο ως έγγραφο ούτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, το έγγραφο αυτό εκδόθηκε με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη δίκη ως αποδεικτικό μέσο, γιατί διαφορετικά καταστρατηγούνται οι διατάξεις που αναφέρονται στο αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων 1408/2001 ΑΠ 8/1987 ΑΠ Ολομέλεια αρ.341 ΚΠολΔ αρ.396 ΚΠολΔ αρ.397 ΚΠολΔ αρ.398 ΚΠολΔ αρ.406 ΚΠολΔ αρ.410 ΚΠολΔ. Για τον σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε το έγγραφο κρίνει ελευθέρως, και αναιρετικά ανελέγκτως, το δικαστήριο της ουσίας, επί τη βάσει του περιεχομένου του εγγράφου, χωρίς να υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις 1408/2001 ΑΠ. Κατά μια άποψη, οι φράσεις "ιατρικές βεβαιώσεις και εξιτήρια του Κέντρου Υγείας ..." και "σειρά ιατρικών πιστοποιητικών - συνταγών από τις 24-1-2005 έως και 1-6-2005", οι οποίες περιλαμβάνονται σε προτάσεις, αποτελούν επαρκώς ορισμένη επίκληση προσαγόμενου εγγράφου 832/2011 ΑΠ. Το δικαστήριο οφείλει να αποδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη πχ στα δημόσια έγγραφα όταν τα σε αυτά βεβαιούμενα προέρχονται από καθ' ύλην και και κατά τόπον αρμόδιο πρόσωπο 259/2007 ΑΠ αρ.438 εδ.1 ΚΠολΔ. Στα δημόσια αυτά έγγραφα δεν πρέπει να αποδίδεται αυξημένη αποδεικτική δύναμη όταν εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια 259/2007 ΑΠ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του εγγράφου προβεί σε βεβαίωση, περί ενέργειάς του ή περί όσων έγιναν ενώπιόν του αρ.438 ΚΠολΔ, για την οποία είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιος, τότε το έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη για τα όσα αρμοδίως βεβαιώθηκαν, και ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 11/2004 ΑΠ αρ.438 ΚΠολΔ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του εγγράφου προβεί σε βεβαίωση, περί όσων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει αρ.440 ΚΠολΔ αρ.438 ΚΠολΔ, τότε το έγγραφο παρέχει πλήρη απόδειξη για τα όσα βεβαιώθηκαν, και επιτρέπεται ανταπόδειξη χωρίς την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού 11/2004 ΑΠ. Αν ο συντάκτης του εγγράφου είναι δημόσιος υπάλληλος ή δημόσιος λειτουργός ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια λειτουργία ή υπηρεσία, και ο συντάκτης του δημόσιου εγγράφου δεν είναι καθ' ύλην ή κατά τόπον αρμόδιος για τη βεβαίωση που κάνει, το δημόσιο έγγραφο δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη περί του βεβαιούμενου γεγονότος 1408/2001 ΑΠ. Η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας δικηγόρου που εκπροσωπεί διάδικο κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο 1376/2006 ΑΠ αρ.104 ΚΠολΔ. Αν στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης γίνεται μνεία ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σε αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος του, και στο κύριο σώμα της απόφασης υπάρχει βεβαίωση ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των αντιδίκων, τότε υπάρχει πλήρης απόδειξη για τον διορισμό του αναφερόμενου δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου αρ.96 ΚΠολΔ του αντίστοιχου διαδίκου 1376/2006 ΑΠ αρ.440 ΚΠολΔ αρ.438 ΚΠολΔ αρ.104 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην έκθεση αυτοψίας, περί τροχαίου ατυχήματος, από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή περί του ποιός ήταν υπαίτιος του ατυχήματος δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την υπαιτιότητα ή μη του οδηγού του οχήματος για το ατύχημα 201/1997 ΑΠ. Η αναφορά αυτή εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας 201/1997 ΑΠ. Η αναφορά στην έκθεση αυτοψίας, περί τροχαίου ατυχήματος, της τροχαίας ότι "δεν υπήρχε ασφαλιστήριο" είναι στοιχείο του οποίου την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της έκθεσης αυτοψίας 1484/1996 ΑΠ. Αν η απόφαση δεν περιέχει βεβαίωση ότι κάποιο έγγραφο προσκομίστηκε εκπρόθεσμα, θεωρείται ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση έχει προσκομιστεί εμπρόθεσμα 2/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η βεβαίωση εντός της απόφασης περί του αν έχει προσκομιστεί ή όχι έγγραφο αφορά σε πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά 708/2015 ΑΠ. Αν άλλος διάδικος έχει υποχρέωση να επιδείξει έγγραφο, ο διάδικος έχει δικαίωμα να ζητήσει, και με τις προτάσεις, και ενώπιον του Εφετείου ακόμη, να υποχρεωθεί ο αντίδικος να επιδείξει το έγγραφο που έχει 19/2012 Εφ.Λάρισας. Κατά μια άποψη, αν το έγγραφο καλύπτεται από απόρρητο, το αίτημα επίδειξης του εγγράφου είναι απαράδεκτο 19/2012 Εφ.Λάρισας. Το ξενόγλωσσο έγγραφο, το οποίο προσάγεται στο δικαστήριο χωρίς επίσημη και επικυρωμένη μετάφρασή του, είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο 1607/2010 ΑΠ. Η απόφαση ποινικού δικαστηρίου σχετικά με ψευδορκία μαρτύρων περί πραγματικών περιστατικών που έχουν σημασία για την παρούσα δίκη, αν προσκομίζεται νόμιμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του 1066/2008 ΑΠ Η απόφαση ποινικού δικαστηρίου σχετικά με καταδίκη του εναγομένου για σωματική βλάβη κατά του ενάγοντος, αν προσκομίζεται νόμιμα, πρέπει να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησής του 1590/2003 ΑΠ. Αν για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες αρ.395 ΚΠολΔ, και πραγματικό περιστατικό αποδεικνύεται νόμιμα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να συνάγει συμπεράσματα περί του αποδεικτέου γεγονότος από το έγγραφο 1002/2008 ΑΠ αρ.336 παρ.3 ΚΠολΔ αρ.339 ΚΠοΛΔ. Η δυνατότητα αυτή υπάρχει ακόμη και αν το έγγραφο που περιέχει τα γεγονότα που χρησιμεύουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έπαυσε, για οποιονδήποτε λόγο, να ισχύει για τον προορισμό για τον οποίο δόθηκε 1002/2008 ΑΠ. Η ποινική απόφαση, καταδικαστική για συκοφαντική δυσφήμηση, ακόμη και αν αναιρέθηκε και έπαυσε η ποινική δίωξη λόγω θανάτου του κατηγορουμένου, μπορεί να χρησιμοποίηθεί από το πολιτικό δικαστήριο ως έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί την προσβολή της τιμής του ενάγοντα 1002/2008 ΑΠ. Η ύπαρξη ή μη δήλωσης βουλήσεως ή άλλου πραγματικού γεγονότος, που βρίσκεται έξω από το περιεχόμενο ιδιωτικού εγγράφου, δεν αποδεικνύεται πλήρως από το έγγραφο, αλλά μπορεί να αποδειχθεί πλήρως από το έγγραφο κατά την ελεύθερη εκτίμηση του εγγράφου από το δικαστήριο 1265/2002 ΑΠ άρ.445 ΚΠολΔ άρ.340 εδ.1 ΚΠολΔ.

Αποδεικτικά μέσα στην εκούσια δικαιοδοσία

Στην εκούσια δικαιοδοσία, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού, και εξακρίβωσης πραγματικών περιστατικών, ακόμη και αυτών που δεν προτάθηκαν, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης 769/2015 ΑΠ. Η εφαρμογή του ανακριτικού συστήματος αφορά τόσο στις γνήσιες όσο και στις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή αυτές τις ιδιωτικές διαφορές τις οποίες ο νόμος παραπέμπει προς εκδίκαση κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται 769/2015 ΑΠ. Το ανακριτικό σύστημα εφαρμόζεται και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο 769/2015 ΑΠ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, ακόμη και αποδεικτικά μέσα πέραν των οριζόμενων στο αρ.339 ΚΠολΔ 769/2015 ΑΠ. Στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης 769/2015 ΑΠ.

Προσκόμιση εγγράφων στην εκούσια δικαιοδοσία

Στην εκούσια δικαιοδοσία, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και έγγραφα που προσκομίζονται χωρίς επίκλησή τους αρ.744 ΚΠολΔ αρ.759 παρ.3 ΚΠολΔ 13/2014 Ειρ.Αλεξανδρούπολης (εκουσίας).

Διδάγματα κοινής πείρας

Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγωνται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επαγγελματικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα 90/2005 ΑΠ. Τα διδάγματα κοινής πείρας χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν 90/2005 ΑΠ. Τα διδάγματα κοινής πείρας λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και χωρίς απόδειξη αρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού

Προβολή ισχυρισμού στις ειδικές διαδικασίες

Για τις αγωγές που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά

Στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, και αυτοί να καταχωρίζονται στα πρακτικά, ακόμη και αν περιλαμβάνονται στις προτάσεις, διαφορετικά οι ισχυρισμοί είναι απαράδεκτοι αρ.591 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ.

Για τις αγωγές που κατατέθηκαν έως 31-12-2015

Στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι πρέπει να προτείνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια αρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Αν ο ισχυρισμός δεν προταθεί προφορικά, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος 89/2009 ΑΠ 192/2008 ΑΠ αρ.256 περ.δ ΚΠολΔ. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους στηρίζουν, εκτός αν περιέχονται στις προτάσεις 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 1043/2010 ΑΠ αρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και με προφορική δήλωση του διαδίκου, αν καταχωρηθεί δήλωση στα πρακτικά για το ότι ο διάδικος προβάλλει τις ενστάσεις, ισχυρισμούς και αρνήσεις που αναφέρονται στις προτάσεις που κατέθεσε επί της έδρας, και ο διάδικος καταθέσει προτάσεις, και στις προτάσεις προβάλλεται ο ισχυρισμός και αναλύονται τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν 175/2009 ΑΠ. Ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και με την προσθήκη των προτάσεων, αν ο ισχυρισμός είχε προταθεί αρχικά στο ακροατήριο 620/1999 ΑΠ. Ο ισχυρισμός προτείνεται παραδεκτά και μόνο με την αναφορά του στις προτάσεις, χωρίς να απαιτείται η καταχώρησή του στα πρακτικά, αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, και το δικαστήριο διατάξει την κατάθεση προτάσεων 620/1999 ΑΠ αρ.256 περ.δ ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός δεν προτείνεται παραδεκτά, αν ο ισχυρισμός προτείνεται με παραπομπή στις προτάσεις, και οι προτάσεις δεν έχουν κατατεθεί εμπρόθεσμα κατά τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ 206/2016 ΑΠ. Δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο, στις ειδικές διαδικασίες, η έμμεση συναγωγή της προβολής ισχυρισμών από το περιεχόμενο των εγγράφως υποβαλλόμενων προτάσεων και μόνο 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς αρ.256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, στις ειδικές διαδικασίες, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το τμήμα, περί προτάσεων και δηλώσεων, των πρακτικών της απόφασης 2/2005 ΑΠ Ολομέλεια 153/2011 Εφ.Πειραιώς αρ.591 παρ.1 περ.γ ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός δεν προτείνεται παραδεκτά, αν προτείνεται με τις προτάσεις παρούσας συζήτησης, και η πρόταση του ισχυρισμού γίνεται με μόνη τη συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες είχε προταθεί νόμιμα ο ισχυρισμός, χωρίς σύντομη περίληψη και αναφορά στις προτάσεις της παρούσας συζήτησης συγκεκριμένων σελίδων των ενσωματωμένων προτάσεων όπου και περιέχονταν ο ισχυρισμός 698/2010 ΑΠ. Αν ο ισχυρισμός προτείνεται προφορικά, το περιεχόμενό του δεν είναι απαραίτητο να αναλύεται κατά τη στιγμή της πρότασης του ισχυρισμού, αρκεί η ανάλυση να γίνει προφορικά μέχρι το τέλος της συζήτησης ή με τις προτάσεις 683/2004 Εφ.Θεσσαλονίκης. Ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να ζητήσει διασαφηνίσεις με την υποβολή των κατάλληλων ερωτήσεων προς τους διαδίκους ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο 683/2004 Εφ.Θεσσαλονίκης. Κατά μια άποψη, αν ο ισχυρισμός προταθεί προφορικά, αλλά δεν αναλυθεί, και ο δικαστής δεν ζητήσει τις απαραίτητες διασαφηνίσεις, ο δικαστής οφείλει να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, και όχι να απορρίψει τον ισχυρισμό ως αόριστο 1278/2001 Εφ.Θεσσαλονίκης. Αν ένσταση δεν είχε προβληθεί κατά την πρώτη συζήτηση, και η ένσταση προβληθεί το πρώτον με την προσθήκη των προτάσεων, και η ένσταση δεν προτείνεται προς απόκρουση ισχυρισμού που προτάθηκε το πρώτον κατά τη συζήτηση, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 1373/2007 ΑΠ αρ.591 παρ.1 εδ.4 ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού στην τακτική διαδικασία

Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν από 01-01-2016 και μετά, τα μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις αρ.237 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.237 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, τα μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα αρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, ή που μπορούν να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης αρ.269 παρ.1 εδ.2 ΚΠολΔ. Στην τακτική διαδικασία, για τα δικόγραφα που κατατέθηκαν έως 31-12-2015, τα μέσα επίθεσης και άμυνας μπορούν να προβληθούν παραδεκτά με τις προτάσεις ή και προφορικά έως και τη συζήτηση, υπό προϋποθέσεις αρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ.

Προβολή ισχυρισμού στην κατ' έφεση δίκη

Στην κατ' έφεση δίκη, ο εφεσίβλητος, ασχέτως της δικονομικής του θέσης στο πρωτόδικο δικαστήριο (ενάγων, εναγόμενος ή παρεμβαίνων) μπορεί να προτείνει απεριόριστα νέους ισχυρισμούς, αρκεί να μην επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής 1043/2010 ΑΠ. Την ίδια δυνατότητα έχει και ο εκκαλών, προς απόκρουση των ισχυρισμών του εφεσίβλητου, στην ίδια συζήτηση στην οποία προέβαλε τον ισχυρισμό του ο εφεσίβλητος 1043/2010 ΑΠ.

Αιτιολογημένη άρνηση

Αν ο ισχυρισμός συνέχεται με την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση 768/2000 ΑΠ. Η αιτιολογημένη άρνηση αποκρούεται με την παραδοχή ως βάσιμων των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή ή την ένσταση 768/2000 ΑΠ. Ο ισχυρισμός ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι ανύπαρκτη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις θεώρησης της σύμβαση από τη ΔΟΥ, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής 768/2000 ΑΠ.

Άρνηση παθητικής νομιμοποίησης

Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή δίκης αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, δηλαδή ότι ο ενάγων είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος, και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης 2102/2007 ΑΠ. Το αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής δεν ασκεί, κατ' αρχήν, έννομη επιρροή για τη νομιμοποίηση 1960/2014 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Αν ο εναγόμενος αμφισβητεί τα περιστατικά που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση της νομιμοποίησης, ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί άρνηση της αγωγής, και όχι ένσταση 2102/2007 ΑΠ 1960/2014 Μον.Εφ.Θεσσαλονίκης. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο 825/2015 ΑΠ 529/2009 ΑΠ. Η έλλειψη συνδρομής ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης δεν αφορά τη δημόσια τάξη 825/2015 ΑΠ 529/2009 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος δεν επικαλείται τα στοιχεία νομιμοποίησης, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη 26/2005 ΑΠ.

Χρόνος προβολής ένστασης

Η ένσταση πρέπει να προτείνεται κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό 1703/2008 ΑΠ αρ.269 παρ.1 εδ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν γίνεται επίκληση συνδρομής προϋπόθεσης για το επιτρεπτό πρότασης της ένστασης το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ αρ.527 ΚΠολΔ, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη 1703/2008 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος προβάλλει ένσταση, και προς υποστήριξη της ένστασης είχε υποβάλλει και αίτημα περί επίδειξης εγγράφων, και η ένστασή του απορριφθεί ως απαράδεκτη, τότε ο εναγόμενος δεν έχει πλέον έννομο συμφέρον προς προβολή του αιτήματος περί επίδειξης εγγράφων, και το αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο 580/2012 Εφ.Πειραιώς.

Ένσταση αοριστίας της αγωγής

Η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου 488/2010 ΑΠ αρ.106 ΚΠολΔ αρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ αρ.335 ΚΠολΔ αρ.337 ΚΠολΔ αρ.338 ΚΠολΔ αρ.559 περ.1 ΚΠολΔ. Ιστορική βάση της αγωγής είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσης 329/2007 ΑΠ 954/2011 ΑΠ αρ.216 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ. Η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση 488/2010 ΑΠ. Η μνεία στην αγωγή της υπαγωγής των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο 488/2010 ΑΠ. Αν τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή είναι ανεπαρκή σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από τον νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής, η αγωγή είναι νομικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν στην αγωγή εξειδικεύονται ελλιπώς τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν στην αγωγή γίνεται επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών, η αγωγή είναι ποιοτικά αόριστη 1724/2014 ΑΠ. Αν η ένσταση αοριστίας της αγωγής αναφέρει γενικά ότι η αγωγή είναι αόριστη, και δεν αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, τότε η ένσταση είναι απαράδεκτη 571/2004 ΑΠ. Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση του χρόνου κατάρτισης της επίδικης σύμβασης, και δεν προκύπτει ζήτημα παραγραφής, τότε είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου κατάρτισης της σύμβασης με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπτίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή 329/2007 ΑΠ 954/2011 ΑΠ. Αν η αγωγή αφορά σε ακίνητο, και ενσωματώνεται στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα, για να είναι πλήρως ορισμένο το ακίνητο στην αγωγή πρέπει να αναφέρεται το σχήμα των πλευρών του, τα μήκη των πλευρών, η θέση, ο προσανατολισμός και το εμβαδόν του 55/2005 Εφ.Λαμίας. Για να είναι πλήρως ορισμένη η αγωγή περί αναγνώρισης κυριότητας ακινήτου, αρκεί να αναφέρεται η συμβολαιογραφική πράξη της μεταβίβασης από τον άμεσο δικαιοπάροχο στον ενάγοντα και η μεταγραφή της πράξης 482/2014 ΑΠ. Αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντα με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης, ο ενάγων είναι υποχρεωμένος, με σαφή έκθεση των γενονότων με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής αρ.224 ΚΠολΔ, να καθορίσει τον τόπο κτήσης της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του, και είναι ανάγκη και των δικαιοπαρόχων εκείνου, μέχρι τον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας που να δύναται να αντιταχθεί κατά των τρίτων 482/2014 ΑΠ. Αν η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, είναι ορισμένη: Η αγωγή του εργολάβου για την καταβολή της αμοιβής του από τον εργοδότη δεν είναι αόριστη από μόνο τον λόγο ότι δεν εκτίθεται στο δικόγραφο

Ένσταση δεδικασμένου

Αν η αγωγή απορριφθεί για τυπικό λόγο, όπως νομική ή ποιοτική αοριστία, και η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, τότε η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής 1802/2008 ΑΠ. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, τα αποτελέσματα των δικαστικών αποφάσεων κρίνονται σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης των αποφάσεων 1316/1987 ΑΠ.

Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος

Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος 568/2014 ΑΠ, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου 638/2012 ΑΠ 33/2005 ΑΠ Ολομέλεια 281 ΑΚ. Η διάταξη περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξεως, διατάξεις 33/2005 ΑΠ Ολομέλεια 823/2010 ΑΠ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του 207/2014 ΑΠ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού 207/2014 ΑΠ. Για να είναι καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος δεν αρκεί καταρχήν η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα 207/2014 ΑΠ. Συνδυασμός των παραπάνω μπορεί να οδηγήσει σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, και ειδικά αν υπάρχει συνδρομή ειδικών περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, μόνο όμως αν η συμπεριφορά του υπόχρεου τελεί σε αιτιώδη σχέση με την συμπεριφορά του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου 207/2014 ΑΠ. Αν η καταχρηστικότητα της άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα πραγματικά περιστατικά, πρέπει να γίνεται επίκληση καθενός από τα πραγματικά περιστατικά, διαφορετικά η ένσταση είναι απαράδεκτη 1703/2008 ΑΠ. Ειδικότερα επί μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αν συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι το τελευταίο δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστεση άσκησή του να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις 638/2012 ΑΠ 2102/2007 ΑΠ. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί 1724/2014 ΑΠ 613/2008 ΑΠ. Πέραν της μακρόχρονης αδράνειας πρέπει να συντρέχουν και ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρώ χρόνω, να εξέρχεται των ορίων που θέτονται με το αρ.281 ΑΚ 613/2008 ΑΠ. Στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του 613/2008 ΑΠ 8/2001 ΑΠ Ολομέλεια. Γίνεται δηλαδή, σε τελική ανάλυση, στάθμιση των αντιτιθέμενων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα τα οποία παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία 1321/2011 ΑΠ. Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη αξίωση, δεν συνιστά από μόνη της ειδικές περιστάσεις αναγκαίες για κατάχρηση δικαιώματος, γιατί η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπεις που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, η οποία προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος 613/2008 ΑΠ. Αν όμως συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, προερχόμενες από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, οι ενέργεις των τρίτων, οι οποίοι έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της ένδικης αξίωσης, ιδίως στις περιστάσεις που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξίωσης δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη 613/2008 ΑΠ. Αν τα παραπάνω δεν προβληθούν κατά την πρώτη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, πέραν των εξαιρέσεων του αρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ και αρ.527 ΚΠολΔ, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 1447/2010 ΑΠ. Αν τα παραπάνω προβληθούν πρώτη φορά σε μεταγενέστερη της πρώτης συζήτησης, ή το πρώτον στο Εφετείο, πέραν των εξαιρέσεων του αρ.269 παρ.2 ΚΠολΔ και αρ.527 ΚΠολΔ, η ένσταση είναι απαράδεκτη και απορριπτέα 2102/2007 ΑΠ. Το αίτημα περί απόρριψης της αγωγής μπορεί να αναπληρωθεί από το περιεχόμενο, κατά κανόνα στο τέλος των προτάσεων, γενικό αίτημα του ενιστάμενου ή αντενιστάμενου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και τη απόρριψη της αγωγής ή της ένστασης ή της αντένστασης 1357/2010 ΑΠ 496/2007 ΑΠ. Αν στην ένσταση δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της ένστασης και συγκροτούν την κατάχρηση δικαιώματος, τότε η ένσταση είναι αόριστη 638/2012 ΑΠ. Αν η ένσταση γίνει δεκτή παρά την αοριστία της, ιδρύεται λόγος αναίρεσης 638/2012 ΑΠ αρ.559 περ.14 ΚΠοΛΔ. Η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται από το αρ.281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου, και άρα παράνομη πράξη 16/2006 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια. Αν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, κατ' αρ.914 ΑΚ 16/2006 ΑΠ Πλήρη.Ολομέλεια. Η διάρκεια της αδράνειας του δικαιούχου είναι άσχετη με τη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο λόγο απόσβεσης του δικαιώματος και πρέπει να προβάλλεται ειδικώς 207/2014 ΑΠ. Κρίθηκε ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ήταν αόριστη, επειδή ο ενιστάμενος δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένα περιστατικά και συμπεριφορά του ενάγοντος, τα οποία να δημιούργησαν στον ενιστάμενο την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, όταν στη δίκη προβλήθηκε μόνο ότι οι διαταρακτικές της νομής ενέργειες του εναγομένου (τοποθέτηση φωτιστικών σωμάτων και παροχής νερού, στήριξη τοίχου του σε τοιχίο του ενάγοντος) έγιναν χωρίς αμφισβήτηση και υπό τα όμματα του ενάγοντος, ο οποίος δεν αντέλεξε, και ότι οι πράξεις του εναγομένου αυτές δεν διαταράσσουν την κυριότητα του ενάγοντος αλλά αντιθέτως αξιοποιούν το ακίνητο του ενάγοντος 638/2012 ΑΠ. Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι μη νόμιμη, αν με την ίδια ένσταση, κατά την οποία προβάλλεται ότι το δικαίωμα ασκήθηκε μεν, αλλά καταχρηστικά, προβάλλονται περιστατικά που αμφισβητούν το ότι ασκήθηκε το δικαίωμα 769/2015 ΑΠ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του 90/2005 ΑΠ αρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Ενημερωθείτε ειδικά περί ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος σε δικηγορική αμοιβή.

Ένσταση παραγραφής

Αν η ένσταση παραγραφής δεν αναφέρει με τρόπο σαφή και ορισμένο τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν, και κυρίως τον χρόνο έναρξης της παραγραφής, και δεν περιλαμβάνει αίτηση απόρριψης του σχετικού αιτήματος της αγωγής, τότε είναι αόριστη 192/2008 ΑΠ. Για να είναι ορισμένη η ένσταση παραγραφής τόκων, ο διάδικος πρέπει να επικαλεστεί τον χρόνο γέννησης κάθε επιμέρους ετήσιας περιοδικής παροχής (τόκων), το ύψος τους ανά έτος, τον χρόνο έναρξης της παραγραφής και τον χρόνο λήξης της παραγραφής κάθε επιμέρους περιοδικής παροχής 535/2015 ΑΠ, και η ένσταση να περιέχει αίτηση απόρριψης του σχετικού αιτήματος της αγωγής 192/2008 ΑΠ. Αν η καταψηφιστική αγωγή έχει υποπέσει σε παραγραφή, η αντίστοιχη αναγνωριστική αγωγή είναι απορριπτέα 192/2008 ΑΠ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του 90/2005 ΑΠ αρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ. Η παραγραφή της αξίωσης ενεργεί έναντι κάθε ενός των οφειλετών υποκειμενικά 72/2007 ΑΠ. Η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η απαίτηση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της 192/2008 ΑΠ αρ.251 ΑΚ. Η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης δεν είναι δυνατή αν, από νομικούς λόγους, αποκλείεται η άσκηση της αγωγής από τον δικαιούχο 192/2008 ΑΠ. Η παραγραφή διακόπτεται αν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο αρ.260 ΑΚ. Τέτοια αναγνώριση αποτελεί οποιαδήποτε ενέργεια 1802/2008 ΑΠ ή πραγματική συμπεριφορά του οφειλέτη απέναντι στον δανειστή, από την οποία προκύπτει ότι ο οφειλέτης βρίσκεται σε πλήρη επίγνωση της αξίωσης του δανειστή, και θεωρεί ότι υπάρχει η απαίτηση 1043/2010 ΑΠ. Τέτοια αναγνωριση αποτελεί η διαβεβαίωση του οφειλέτη στον δανειστή ότι θα του καταβάλει την απαίτηση 1043/2010 ΑΠ. Για να επιφέρει αποτελέσματα η αναγνώριση, πρέπει να γίνει πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής 1802/2008 ΑΠ. Η παραγραφή διακόπτεται από την έγερση της αγωγής αρ.261 παρ.1 εδ.1 ΑΚ. Η παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται ότι δεν διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή, ή αν η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς αρ.263 εδ.1 ΑΚ. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή αρ.263 εδ.2 ΑΚ. Για να έχει το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα η αρχική αγωγή, πρέπει το αίτημά της να ταυτίζεται κατά την ιστορική και νομική του βάση με αυτό της νέας αγωγής 1117/2000 ΑΠ. Η διακοπή της παραγραφής στην περίπτωση αυτή αφορά μόνο την επίδικη αξίωση, δηλαδή την αξίωση της οποίας η πραγματική και νομική βάση ταυτίζεται με την αντίστοιχη βάση της αξίωσής του, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο της αρχικής αγωγής 1802/2008 ΑΠ. Αν ασκηθεί νέα αγωγή, και η πραγματική και νομική βάση της και το αντικείμενό της δεν ταυτίζεται με τη βάση και το αντικείμενο της πρώτης, η άσκηση της νέας αγωγής δεν επιφέρει διακοπή των αξιώσεων που προβάλλονται με τη νέα αγωγή 1802/2008 ΑΠ. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής αρ.255 ΑΚ. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης 1802/2008 ΑΠ. Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής αρ.632 ΚΠολΔ αρ.633 ΚΠολΔ αναστέλλει την παραγραφή της απαίτησης. Η αναστολή διαρκεί μέχρι να περατωθεί η δίκη περί την ανακοπή με έκδοση τελεσίδικης απόφασης 1538/2007 ΑΠ αρ.634 ΚΠολΔ. Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν η παραγραφή δεν είχε συμπληρωθεί βάσει του ισχύοντος νόμου, και νεότερος νόμος ορίζει διαφορετικό χρονικό σημείο για τη συμπλήρωση της παραγραφής, και ο παλαιότερος νόμος ορίζει συντομότερο χρονικό σημείο συμπλήρωσης της παραγραφής από ότι ο νεότερος νόμος, τότε για τη συμπλήρωση της παραγραφής εφαρμόζεται ο παλαιότερος νόμος 1546/1986 ΑΠ αρ.18 εδ.4 ΕισΝΑΚ. Κατά μια άποψη, αν ο νόμος ορίζει προθεσμία για την άσκηση αγωγής ακύρωσης υιοθεσίας ή τριτανακοπής νδ.610/1970 αρ.17, και ταυτόχρονα ορίζει καταληκτική αποκλειστική προθεσμία 3 ετών από την τελεσιδικία της απόφασης, και δεν ορίζει καταληκτική προθεσμία για τις ήδη υφιστάμενες υιοθεσίες, τότε η καταληκτική προθεσμία για τις ήδη υφιστάμενες υιοθεσίες θα πρέπει να είναι 3ετής από την έναρξη ισχύος του νόμου 1213/1986 ΑΠ.

Παραγραφή απαίτησης κατά του Δημοσίου

Η απαίτηση κατά του Δημοσίου, ακόμη και βάσει αδικαιολογήτου πλουτισμού, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, εκτός αν άλλος νόμος ορίζει μικρότερο χρονικό διάστημα ν.2362/1995 αρ.90 παρ.1 Χρηματική απαίτηση που έχει βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, ή για την οποία εκδόθηκε τίτλος πληρωμής ή που έχει αναγνωριστεί κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από την νομοθεσία περί Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, που αρχίζει από την τελεσιδικία ή την έκδοση του τίτλου πληρωμής, ή την αναγνώριση αντίστοιχα 4024/2010 ΣτΕ ν.2362/1995 αρ.90 παρ.6. Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις, ο χρόνος έναρξης της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του οικονομικούς έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και ήταν δυνατή η δικαστική της επιδίωξη ν.2362/1995 αρ.91 εδ.α. Επί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από τη βεβαίωση αυτών ν.2362/1995 αρ.91 εδ.β. Η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά 1366/2012 ΑΠ 187/2009 ΑΠ 4024/2010 ΣτΕ ν.2362/1995 αρ.94 ν.496/1974 αρ.52 εδ.γ. Οι αξιώσεις δημοσίων υπαλλήλων, δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, από διαφορές αποδοχών, επιδομάτων και κάθε είδος απολαβών ή αποζημιώσεων κατά του Δημοσίου υπόκεινται σε διετή παραγραφή από τον χρόνο γέννησης της αξίωσης 1/2012 ΑΕΔ 32/2008 ΑΕΔ ν.2362/1995 αρ.90 παρ.3. Η διετής αυτή παραγραφή διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαίτησης νδ.496/1974 αρ.51 εδ.β. Η παραγραφή αρχίζει ξανά από την ημέρα έγγραφης απάντησης από την αρμόδια για την αναγνώριση ή πληρωμή της απαίτησης Αρχής, ή μετά από 6 μήνες από την κατάθεση της αίτησης, αν δεν υπάρξει απάντηση. Η αίτηση που διακόπτει την παραγραφή πρέπει να γίνει μετά το έτος στο οποίο γεννήθηκε η απαίτηση 1091/2006 ΑΠ. Μετά την πρώτη αίτηση που διακόπτει την παραγραφή, επόμενη αίτηση δεν διακόπτει την παραγραφή νδ.496/1974 αρ.51. Η αίτηση πρέπει να αναφέρει ορισμένα τις απαιτήσεις στις οποίες αναφέρεται 187/2009 ΑΠ. Η απαίτηση κατά του Δημοσίου για επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων παραγράφεται μετά από τρία έτη από την καταβολή. Η διάταξη αυτή ισχύει και όταν το Δημόσιο εισπράττει για λογαριασμό τρίτων ν.2362/1995 αρ.90 παρ.2. Οι απαιτήσεις των συνταξιούχων γενικά και των βοηθηματούχων του Δημοσίου, καθώς και των κληρονόμων τους από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα παραγράφονται μετά από δύο έτη ν.2362/1995 αρ.90 παρ.5 εδ.α. Οι δεδουλευμένες συντάξεις, βοηθήματα και επιδόματα κατά την εκτέλεση, το πρώτο πράξεων ή αποφάσεων κανονισμού συντάξεως ή βοηθήματος παραγράφονται σε δύο έτη, που αρχίζουν από την παρέλευση τριμήνου από την χρονολογία έκδοσης της σχετικής πράξεως ή αποφάσεως ν.2362/1995 αρ.90 παρ.5 εδ.β. Οι προθεσμίες σε δίκες με εναγόμενο ή ενάγοντα το Δημόσιο αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών κδ.26-06/10-07-1944 αρ.11 εδ.1 όπως τροποποιήθηκε με τον ν.3514/2006 αρ.12. Το διάστημα των δικαστικών διακοπών (από 1η Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου) αναστέλει τις προθεσμίες ενδίκων μέσων επί αποφάσεων στις οποίες το Δημόσιο είναι ενάγων ή εναγόμενο 12/2012 ΑΠ Ολομέλεια κδ.26-06/10-07-1944 αρ.11. Κατ' εξαίρεση, περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, η αναστολή ισχύει μόνο για το διάστημα από 1 έως και 31 Αυγούστου ν.3610/2007 αρ.25. Η προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση της απόφασης για έφεση επί ακυρωτικής δίκης δεν αναστέλλεται από τις Δικαστικές διακοπές 1780/2006 ΣτΕ Ολομέλεια.

Παραγραφή απαίτησης του ζημιωθέντος κατά ασφαλιστή

Η παραγραφή της αξίωσης του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή επέρχεται σε 5 έτη ν.489/1976 αρ.10 παρ.2 πδ.237/1986 αρ.10 παρ.2 ν.3557/2007 αρ.7. Η παραγραφή αρχίζει από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος 1043/2010 ΑΠ. Εντός της προθεσμίας παραγραφής πρέπει να γίνει τόσο η κατάθεση της αγωγής όσο και η επίδοση της αγωγής 1043/2010 ΑΠ, διαφορετικά γίνεται δεκτή η τυχόν προβαλλόμενη ένσταση παραγραφής 1043/2010 ΑΠ. 1. Ν. ΓπΝ/1911 αρθρ. 7. Διετής η παραγραφή κατά οδηγού, κατόχου, ιδιοκτήτη με αφετηρία την ημέρα του ατυχήματος (άρθρο 7 Ν. ΓπΝ/1911). 2. ΑΚ 914, 922, 937 Κατά του οδηγού και του προστήσαντος η παραγραφή είναι πενταετής με αφετηρία από τότε που ο παθών έλαβε γνώση του υπόχρεου και της ζημίας. Αυτό αφορά και τις προβλεπτές ζημίες του μέλλοντος, όχι όμως τις απρόβλεπτες για τις οποίες η πενταετία αρχίζει αργότερα από τη στιγμή που κατ’ αντικειμενική κρίση είναι δυνατή η πρόβλεψη τους. Η Α.Κ 937 παρ. 2 Δ Ε Ν εφαρμόζεται επί πλημμελημάτων παρά μόνο επί κακουργημάτων 21/2003 ΑΠ (Ολομ.) 3. Άρθρο 10 ν. 489/1976 (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 Ν. 3557/2007) Η παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή είναι πενταετής (5ετής) και αρχίζει από την ημέρα του ατυχήματος. 4. Άρθρο 10 ν. 2496/1997 Η παραγραφή των αξιώσεων του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή είναι τέσσερα (4) έτη και αρχίζει από τότε που γεννήθηκαν. 5. Άρθρο 19 παρ. 2 Ν. 489/1976: Η παραγραφή των αξιώσεων κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου είναι ομοίως πενταετής (5ετής), όπως κατά του ασφαλιστή (άρθρο 10 παρ. 2 Ν 489/1976). 6. Γραφείο Διεθνούς Ασφάλισης (άρθρο 27 Ν. 489/1976): Ερμηνευτικά γίνεται δεκτό (λείπει ρητή διάταξη), ότι η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος τρίτου είναι η ίδια όπως κατά του ασφαλιστή.

Ένσταση καταλυτική της αγωγής

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, σε αντίκρουση αγωγής περί καταβολής ΦΠΑ που αναλογεί σε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ότι στην τελική συμφωνημένη αμοιβή περιλαμβάνονταν και ο ΦΠΑ, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγή 90/2005 ΑΠ αρ.361 ΑΚ. Ο διάδικος που προτείνει ένσταση φέρει και το βάρος της απόδειξης των σχετικών ισχυρισμών του 90/2005 ΑΠ αρ.338 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ένσταση εξόφλησης από τρίτο

Κατά μια άποψη, αν η ένσταση εξόφλησης της οφειλής από τρίτο δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε το ποσό στο όνομά του, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατά την καταβολή γνώριζε ότι υπήρχε οφειλή του οφειλέτη προς τον δανειστή, και δεν αναφέρει ότι ο τρίτος κατέβαλε προς το σκοπό απόσβεσης αυτής της οφειλής, τότε η ένσταση είναι αόριστη 206/1988 Εφ.Αθηνών.

Ένσταση καθ' ύλην αναρμοδιότητας

Η δικαιοδοσία και η αρμοδιότητα ρυθμίζονται από τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αν δεν ορίζεται διαφορετικά 566/1986 ΑΠ αρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν νεότερος νόμος ορίζει ότι, μέχρι την "πλήρη εκκαθάριση" των έννομων σχέσεων που καταρτίστηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του νεότερου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παλαιότερου νόμου, τότε και για την καθ' ύλην αρμοδιότητα επί των σχέσεων αυτών ισχύει ο παλαιότερος δικονομικός νόμος 566/1986 ΑΠ.

Ένσταση αντισυνταγματικότητας

Αν ο δικαστής κρίνει ότι ο νόμος δεν τηρεί την αρχή της αναλογικότητας αρ.25 παρ.1 Συντάγματος, οφείλει να μην εφαρμόσει τον νόμο ως αντισυνταγματικό 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται α) αν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια, και β) αν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτή 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια, και γ) αν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι αναλογική εν στενή εννοία 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η κρατική παρέμβαση δεν είναι αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν όταν το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια. Η κρατική παρέμβαση είναι αναλογική εν στενή εννοία όταν τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται 27/2008 ΑΠ Ολομέλεια.

Αίτημα διαγραφής ανάρμοστων εκφράσεων

Αν το δικόγραφο περιέχει ανάρμοστες εκφράσεις, ο αντίδικος μπορεί να αιτηθεί τη διαγραφή τους 1602/2005 ΑΠ 1406/2004 ΑΠ αρ.206 ΚΠολΔ.

Διαχρονικό δίκαιο

Κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου, αν δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη, τότε η γέννηση 988/1979 ΑΠ αρ.24 ΕισΝΑΚ, το περιεχόμενο 988/1979 ΑΠ αρ.24 ΕισΝΑΚ, η έκταση 988/1979 ΑΠ αρ.24 ΕισΝΑΚ, η ενέργεια 988/1979 ΑΠ αρ.24 ΕισΝΑΚ και τα αποτελέσματα 81/1985 Πολ.Πρ.Βέροιας του δικαιώματος διέπεται από το δίκαιο το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συντελέστηκαν τα παραγωγικά του δικαιώματος γεγονότα. Αν τα γεγονότα που θεμελιώνουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα συντελέστηκαν υπό την ισχύ παλαιότερου νόμου, αλλά η αίτηση συνταξιοδότησης υποβλήθηκε υπό την ισχύ νεότερου νόμου, τότε ισχύουν οι νεότερες διατάξεις, ακόμη και αν είναι δυσμενέστερες για τον δικαιούχο 19/1979 ΑΕΔ. Ο ουσιαστικού δικαίου νόμος καταργεί σιωπηρώς προηγούμενο κανόνα δικαίου όταν από το περιεχόμενό του προκύπτει σαφώς ότι ο νεότερος νόμος έχει σκοπό την κατάργηση του προγενέστερου αντίθετου, γενικού ή ειδικού, νομοθετικού κανόνα, και μάλιστα με τη ρύθμιση του ίδιου θέματος κατά τρόπο αντίθετο και ασυμβίβαστο προς τη ρύθμιση του παλαιού 263/1982 ΑΠ. Αν ο νεότερος νόμος είναι γενικός και ο παλαιότερος ειδικός, και από την έννοια του περιεχομένου του νεότερου νόμου δεν προκύπτει ότι αυτός έχει σκοπό να καταργήσει και τον ειδικό νόμο, ο νεότερος γενικός νόμος δεν καταργεί τον παλαιότερο ειδικό νόμο 40/1988 ΑΠ Ολομέλεια 263/1982 ΑΠ.

Περιορισμός του αιτήματος της αγωγής

Ο ενάγων έχει δικαίωμα να περιορίσει το αίτημά του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με τις προτάσεις αρ.223 εδ.2 ΚΠολΔ ή και με την προσθήκη των προτάσεων 315/2010 ΑΠ, ή και με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία της προσθήκης, αν δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων 315/2010 ΑΠ. Έχει επίσης το δικαίωμα να περιορίσει το αίτημα της αγωγής με δήλωσή του που καταχωρίζεται στα πρακτικά 315/2010 ΑΠ. Για δικόγραφα που συζητούνται από 01-01-2016 και μετά, η δυνατότητα περιορισμού του αιτήματος με δήλωση στα πρακτικά προκύπτει από τον νόμο αρ.297 ΚΠολΔ. Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος αποτελεί μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής 218/2001 Εφ.Λάρισας. Αν το αίτημα της αγωγής αποτελεί άθροισμα διαφόρων κονδυλίων, ο περιορισμός του αιτήματος οδηγεί σε αοριστία της αγωγής, αν δεν προσδιορίζεται σε ποιά συγκεκριμένα κονδύλια έγινε ο περιορισμός και κατά ποιό πόσο ή αν δεν προσδιορίζεται ποσοστό κατά το οποίο περιορίζεται σύμμετρα κάθε κονδύλιο 337/2003 ΑΠ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και ο διάδικος περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ακόμη και αν η διαφορά υπάγεται μετά τον περιορισμό σε κατώτερο δικαστήριο, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο 218/2001 Εφ.Λάρισας 708/1992 Εφ.Θεσσαλονίκης αρ.45 ΚΠολΔ αρ.221 παρ.1 περ.β ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, και στη διάρκεια της δίκης μεταβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που καθορίζουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου, το δικαστήριο στο οποίο κατατέθηκε η αγωγή παραμένει καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο αρ.45 ΚΠολΔ. Αν η αγωγή ασκηθεί νόμιμα, αλλά σε καθ' ύλην αναρμόδιο δικαστήριο, και από τη στιγμή της κατάθεσης μέχρι τη στιγμή της συζήτησης μεταβληθεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα, και το δικαστήριο καταστεί καθ' ύλην αρμόδιο κατά τη στιγμή της συζήτησης, τότε το δικαστήριο είναι καθ' ύλην αρμόδιο και οφείλει να μην παραπέμψει την υπόθεση λόγω αναρμοδιότητας 218/2001 Εφ.Λάρισας.

Μεταβολή της βάσης της αγωγής

Μεταβολή της βάσης της αγωγής, η οποία αποτελεί και ανεπίτρεπτη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της αρχής της προδικασίας της δίκης, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής 1859/2011 ΑΠ 19/2003 ΑΠ Ολομέλεια. Η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής δεν είναι επιτρεπτή, αν η μετατροπή αναφέρεται σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα 1087/2014 ΑΠ. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (πχ. αμέλεια, δόλος) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία 1087/2014 ΑΠ. Δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της αγωγής η επίκληση από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του και η παραδοχή από το δικαστήριο νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής 1087/2014 ΑΠ. Η βάση της αγωγής συγκροτείται από τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, και όχι από τoν νομικό τους χαρακτηρισμό 1891/2014 ΑΠ. Η μεταβολή της σειράς εξέτασης των βάσεων της αγωγής, από επικουρική σε κύρια και αντίστροφα, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής 242/2014 Ειρ.Ρεθύμνου. Η μεταβολή της βάσης της αγωγής μπορεί να γίνει με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό αρ.223 ΚΠολΔ. Η αναφορά στην αγωγή ότι ο υπογράφων τη σύμβαση ήταν πληρεξούσιος της εταιρείας, ενώ με την προσθήκη μεταβάλλεται ο ισχυρισμός στο ότι ήταν de facto διαχειριστής της εταιρείας, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής 1859/2011 ΑΠ.